ΠΟΙΗΜΑ Ή ΕΙΚΟΝΑ ; ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Ή ΝΟΗΜΑ ; ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΟΠΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Τώρα που όλοι, οι σχεδόν όλοι, επιστρέφουμε στο ‘κλεινόν άστυ’, έχοντας αφήσει πίσω τις διακοπές, αλλά εξακολουθούμε να κατεχόμαστε από την χαλαρότητα της ξεκούρασης και της απόστασης από την αδυσώπητη πραγματικότητα (όσο μπορέσαμε να απομακρυνθούμε), είναι σαφές ότι θα θέλαμε για λίγο ακόμη να συντηρήσουμε την αγαλλίαση του πνεύματος, προτού βυθισθούμε στον τροχό της καθημερινής αναγκαιότητας.

Η Τέχνη, αποτελεί ένα από τα καλλίτερα αντίδοτα στην απότομη βουτιά στον ημερήσιο μόχθο, είναι η μόνη που μπορεί να παρατείνει ένα ταξίδι, νοερό μεν, αλλά πάντοτε καλοδεχούμενο, μακριά από το νόημα των συνηθισμένων πραγμάτων. Ιδιαίτερα όταν η μορφή της Τέχνης που καλούμεθα να θαυμάσουμε μπορεί να συνδυάζει και τη γοητεία του λόγου της ποίησης και τη σαγήνη της εικόνας.

Για τούτο, μία έκθεση που προσωπικά εκθυμότατα θα σύστηνα είναι αυτή που αποτόλμησε αξιέπαινα ν’ αφιερώσει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, σε μία παραβλεφθείσα εν πολλοίς πτυχή της δημιουργικής πρωτοπορίας του τόπου μας, την Οπτική Ποίηση, με τίτλο «Αυτό είναι ένα Ποίημα».  Και μάλιστα πιστεύω πως ο όρος «αξιέπαινη» αποδίδει πλήρη δικαιοσύνη στο ΕΜΣΤ γιατί μπόρεσε να επιλέξει και να διοργανώσει μία τόσο πολύπλευρα σημαντική έκθεση μέσα σε τέτοιους χαλεπούς κι αντικαλλιτεχνικούς καιρούς, για το ίδιο και την κοινωνία.

Η συγκυρία τούτη είναι συνάμα ευτυχής, αλλά και αποκαλυπτικά θλιβερή. Και τούτο γιατί η ικανοποίηση για τη σημαντική τούτη πρωτοβουλία ν΄αναδειχθεί μία ποιητική πρωτοπορία, που αγκαλά και είναι ενεργός ήδη από τη δεκαετία του ’80, ελάχιστα έχει βρεθεί στο προσκήνιο του ‘επίσημου’ ενδιαφέροντος και του υποδείγματος για την τέχνη  στον τόπο μας, είναι προφανής, από την άλλη η έλλειψη, λόγω λιτότητας, ενός καταλόγου ενδεικτικού, που θα συγκεντρώνει περισσότερα στοιχεία και παραγωγικά τεκμήρια της δημιουργίας των σημαντικών αυτών καλλιτεχνών—μεταξύ τους ο Κωστής (Τριανταφύλλου), ο Μιχάλης Μήτρας, ο Τηλέμαχος Χυτήρης, ο Δημοσθένης Αγραφιώτης, η Έρση Σωτηροπούλου—χωρίς να θέλω ν’ αδικήσω τους υπόλοιπους), αλλά και να εντοπίσει επακριβώς τη σπουδαιότητα του κινήματος της Οπτικής Ποίησης, όχι μονάχα ως ποιητική δραστηριότητα, αλλά και με τις σχέσεις που διατηρεί και πέραν του στενού της κατηγοριακού φάσματος.

Και τούτο γιατί ένα σημαντικό στοιχείο στην έκθεση του ΕΜΣΤ είναι πως τα έργα της Οπτικής Ποίησης δεν παρουσιάζονται απλώς ως αυτόνομα εκθέματα, αλλά συνταιριάζονται με πολλά σημαντικά αποκτήματα του ίδιου του Μουσείου, βίντεο και έργα σημαντικών ξένων κι ελλήνων καλλιτεχνών, που βοηθούν αφ’ ενός ν’ αναδυθεί η συνάφεια ανάμεσα στις δύο μορφές έκφρασης, μέσα από τους αμοιβαίους εποικισμούς και παραχωρήσεις της καθεμιάς σε τομείς της άλλης—στη γλώσσα τα εικαστικά, στη φόρμα η ποίηση—αναδεικνύοντας την διαπερατότητα των εκφραστικών τους τόπων, κι αφ’ ετέρου υποσημειώνοντας εμφαντικά την κατηγοριακή ρήξη και την συναρμογή (όχι την επιμειξία) που έχει επέλθει ανάμεσα στα είδη τέχνης, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

Ιδιαίτερα, η έκθεση—καίτοι θεωρητικά αδυνατεί, και τούτο λόγω μόνον της έλλειψης καταλόγου, απόρροια και τούτο της ένδειας κονδυλίων—να καταδείξει τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν την συγκεκριμένη τάση, τόσο στα εικαστικά, όσο και στην ποίηση. Ιδιαίτερα να αναφανεί η σύγχρονη θεωρητική βαρύτητα της Οπτικής Ποίησης, που τη διαχωρίζει από τις παλαιώτερες μορφολογικές προσπάθειες για ποιήματα-«σκίτσα» των Αλεξανδρινών, του Μπαρόκ, ή των Calligrames του Απολιναίρ και τα Coup de dès του Μαλαρμέ.  Γιατί είναι σημαντικό για την κατανόηση ενός ποιήματος, που ουσιαστικά καταλύει τη συμβατική σχέση ερμηνείας του,  πόσο και πως όλα σχεδόν τα κινήματα της εποχής  επηρεάσθηκαν καταλυτικά από την «γλώσσολογική στροφή», που χαρακτήρισε όλη σχεδόν την εποχή μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ακόμη και   σε αντίθετες προγραμματικά σχολές, είτε στο επίπεδο της αναλυτικής φιλοσοφίας, είτε στον τομέα του στρουκτουραλισμού, ή της γλωσσολογίας και της σημειολογίας, με κύριους φάρους τα έργα των Μάρτιν Χάιντεγγερ και, κυρίως, του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, ιδιαίτερα δε, η επίδραση της  περιγραφικής θεωρίας του δεύτερου για την ανάγνωση της λογικής πρότασης ως εικόνας, στην πρώιμη εποχή του  Tractatus, αλλά και της μεταστροφής της ώριμης περιόδου του προς τα λεκτικά παίγνια, τις ‘οικογενειακές ομοιότητες’ (για να μη μιλήσουμε και για τον Καρλ Πόππερ, ο οποίος συγκατάλεγε στον «Τρίτο Κόσμο» του των αντικειμενικών περιεχομένων  της σκέψης, τα συμπεράσματα της επιστήμης, την ποίηση και τα έργα τέχνης, ως ομοειδείς τρόπος νοητής και γνωσιοθεωρητικής αντίληψης και έκφρασης του κόσμου από το υποκείμενο-άνθρωπος).

Γιατί ακριβώς η θεωρία τούτη—σε συνδυασμό με την εμβάθυνση στην έννοια του «σημείου» και του «κώδικα», που επιχειρούσε η σημειολογία (για την οποία κι η τέχνη είναι ένα συγκεκριμένο σύνολο σημείων, ένα αλφάβητο)—οδήγησε στην απόρριψη κάθε συμβατικής σχέσης ανάμεσα στην αναλυτική έκφραση του έργου και τη συμβολική λογική της αναπαράστασης, μέσα από συγκεκριμένους κανόνες και πλαίσια.

Η νέα κίνηση που  δεν περιοριζόταν στην ποίηση, αλλά αντλούσε έμπνευση επίσης κι από τη μουσική (Πιέρ Μπουλέζ, Πιερ Σεφέρ των Musiques Concretes), ή τις νέες τεχνικές βίντεο (τα «ποιήματα βόμβα» του Αρόλντου ντζι Κάμπους, ή τα βίντεο του Μπρους Νάουμαν) άρχισε να επεκτείνει τις δυνατότητες της ποιητικής δημιουργίας  και σε τομείς έξω από την έντυπη μορφή` ξεκίνησαν οι πειραματισμοί για το ποίημα-αντικείμενο, η έρευνα σε νέους τομείς, όπως η εικόνα (οπτική ποίηση), ή ο ήχος (ηχητική ποίηση), το ιδεόγραμμα.

Η νέα ποίηση άρχισε να ανδρώνεται γύρω από τον κεντρικό άξονα ενός ιδιαίτερου «λεξηχοπτικού» (verbivocovisual) λεξιλογικού πεδίου, που καταργεί τον στίχο, δίνοντας μεγάλη έμφαση στη γραφιστική, μαθηματική, και τοπογραφική διατύπωση των λέξεων του ποιήματος, που πλέον αποτελούν η καθεμία από αυτές ιδιαίτερους κώδικες, αυτόνομους και με πολλαπλές γλωσσικές, ηχητικές, οπτικές σχέσεις και συνάψεις.

Κύριο μέλημά της είναι η κατάργηση εκ των ένδον του καθιερωμένου τρόπου αντιμετώπισης των ρηματικών κατηγοριών που ορθώνονται ως τάφροι αξεπέραστοι ανάμεσα στην ποίηση και τις καθημερινές «γλωσσικές πράξεις» (τις Speech Acts που θα έλεγε και ο Τζ. Λ. Όστιν), πολύ περισσότερο δε με την ‘οπτική’ διάσταση της προφορικής γλώσσας: η οποία γίνεται αντιληπτή όχι μόνον στην ονοματοποιΐα  και στις δεικτικές της διαστάσεις, αλλά και στον ηχητικό της συμβολισμό και στον τονισμό των λέξεων—πράγμα που η εικόνα μπορεί να αναδείξει για λογαριασμό της ποίησης. Βασικές παράμετροι της προβληματικής της ποίησης είναι η Συμβολοποίηση της γλώσσας, η σύμβαση που εγκαθιδρύεται για τους γνωστούς επικοινωνιακούς λόγους, μέσα από την αυθαιρεσία της σημασίας των συμβόλων και της ερμηνείας των συμβόλων αυτών μέσα από μία κοινωνικο-πολιτιστική διαδικασία. Επιπλέον, ενδιαφέρον της Οπτικής Ποίησης είναι σαφώς και η εικονικότητα της ομιλίας, ο τρόπος με τον οποίον οι λέξεις ακολουθούν την τάξη και σειραϊκή ακολουθία των γεγονότων που περιγράφουν. (φερ’ ειπείν, τα εύστοχα τηλεγραφήματα του Οδυσσέα στην Πηνελόπη, ή τα εμπνευσμένα έργα της Μπίας Ντάβου, αποτελούν αδρά παραδείγματα).

Αλλά και ο καθαυτός επικοινωνιακός χαρακτήρας της γλώσσας και της ποίησης βρίσκεται στον πυρήνα της θεωρητικής έρευνας αυτής της τάσης και μάλιστα διαδραματίζει προεξάρχοντα ρόλο. Άλλωστε οι επικοινωνιακές προθέσεις έχουν έναν καθαρά επιδεικτικό (ostensive) χαρακτήρα, ο οποίος λειτουργεί σε ένα διπλό επικοινωνιακό επίπεδο: από την πρωταρχική παρουσίαση της εκφοράς του λόγου, στο επίπεδο της απόδειξης πως η πρωταρχική τούτη πληροφορία είχε έναν προθεσιακό (intentional) χαρακτήρα. Η εντελής τούτη απόδειξη των προθέσεων—ίσως τις περισσότερες φορές μέσα από μία Μετα-γλώσσα (όπως αυτής που εγκαθιδρύει μεταξύ αναγνώστη-ποιητή  κατά περίσταση το ποίημα,  είτε η εικόνα), η οποία μπολιάζει και μεταβάλλει δημιουργικά τους υπάρχοντες γλωσσικούς κώδικες, την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων στην προσπέλαση και προσδοχή της ποίησης και της εικόνας, ή και των δύο μαζύ.

Επίσης καταργούνται, ή καθίστανται πολύ σπάνιοι και σε ιδιαίτερες μόνο στιγμές διατηρούνται οι δεσμοί της λογικής/ επαγωγικής σύνταξης, προς χάριν μίας άμεσης κι αδιαμεσολάβητης σχέσης ανάμεσα στις λέξεις, που κυρίως οργανώνονται σε παρονομαστικούς συνδυασμούς. Σύντομα η εικόνα που σχηματίζεται από την παράθεση των λέξεων στον χώρο, μη λεκτικά στοιχεία, όπως η φωτογραφία, το βίντεο, ο ήχος (σαν ρυθμική επανάληψη της λέξης/σημείο και της μουσικής), τα ιδεογράμματα, τα σλόγκαν, αποτελούν το υλικό της καινοτόμου έκφρασης του κινήματος, που μετεξελίχθηκε και  ιδιαίτερα αναπτύχθηκε  σε μεγάλη κλίμακα στις επόμενες δεκαετίας του ’60 και ’70, σε ΗΠΑ, κι Ευρώπη (Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Γιουγκοσλαβία, κυρίως), κάτω από πολλές διαφορετικές ονομασίες και συσπείρωσε πολλούς στις τάξεις της πολλούς σημαντικούς καλλιτέχνες κι, εξόν από το μπόλιασμα του δημιουργικού «παραδείγματος» στην Τέχνη, έγινε αφορμή για σημαντικές πολιτιστικές αλλαγές στην κοινωνία, ιδιαίτερα στη στράτευσή της με σημαντικά κινήματα στις ρηγματικές εποχές του ’60 και του ‘70.

Όμως, πέρα από τον θεωρητικό προσανατολισμό των χρόνων εκείνων και πέρα από τις αναπόφευκτες επικαιρικές τάσεις και συγκυρίες της, που εν πολλοίς κανονίζονται από τις ανάγκες της εκάστοτε αναζήτησης, η Οπτική Ποίηση μας τεκμαίρει σήμερα πως, συνδυάζοντας στο έπακρό τους—ίσως—τον λόγο με την εικόνα, υπονομεύουν κριτικά τόσο την εικονικότητα της μίμησης στον χώρο της ορατής αντίληψης (που εποχιακά συνδέεται με την ολοκληρωτική απάρνηση και άρση της μιμητικής αρχής στην Τέχνη κατά τους συγκεκριμένους χρόνους του 60 και 70), όσο και την αφηρημένη αξία και τον συμβολισμό της ποιητικής γλώσσας. Η διττή σήμανση και ο διττός υπαινιγμός ενός οπτικού ποιήματος διαστέλλει την καθαυτή αντίληψη του έργου ως προς τη φύση του και το καθιστά, εξόν από πολλαπλό, πολυσθενές και πολυδύναμο, συνάμα και κινητικό κι ευέλικτο, ικανό να μεταπηδά και να μετατίθεται από το ένα πεδίο σήμανσης κι έκφρασης στο άλλο, διαρρηγνύοντας τα φράγματα των παραδεδομένων κατηγοριών.

Η οπτική ποίηση, που δύναται να συνταιριάξει ακόμη και την υψηλή τεχνολογία και τα μηχανικά επιτεύγματα—ακόμη και τ’ απορριφθέντα—του ανθρώπου, γεφυρώνει ένα μεγάλο χάσμα γενεαλογικό, κατηγοριακό, τροπικό, πραγματολογικό και εκφραστικό στην σφαίρα της Τέχνης.Κι όχι μόνον.  Βιβλίο ολάκερο θα χρειαζόταν για να ορίσει κανένας τα παραδείγματα στην καθημερινή ζωή και πράξη, ημών και των μέσων επιρροής μας,  που πολλά από τα επιτεύγματα της Οπτικής Ποίησης—τόσο κατά γράμμα, όσο και στο πνεύμα τους—έχουν μπολιάσει τις συνήθειες και τα μηνύματα της σημερινής επικοινωνίας.

Previous articleΕΚΘΕΣΗ ΟΠΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Next articleΚΛΕΜΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ, ΧΑΜΕΝΕΣ ΖΩΕΣ
Ο Γιώργης είναι ποιητής και κριτικός τέχνης. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Μετά τις σπουδές Πολιτικού Μηχανικού, Φιλοσοφίας, Κοινωνιογλωσσολογίας, Ελληνικού Πολιτισμού, δίδαξε Αισθητική, Πολιτική Φιλοσοφία και Μεθόδους Κριτικής στην Ιταλία (Σχολή Καλών Τεχνών Μιλάνου, Παν/μιο Βίγο Ισπανία, Πάντειο). Έχει δημοσιεύσει τρεις ποιητικές συλλογές στην Ελλάδα, και δύο στην Ιταλία (όπου βραβεύθηκε το 2006 με το εθνικό βραβείο Ποίησης Astrolabio στην Πίζα) και συμμετάσχει με κείμενα σε πολλά περιοδικά και διεθνή συνέδρια. Ως θεωρητικός έχει διοργανώσει λίγες, πλην όμως σημαντικές, μεγάλες εικαστικές εκθέσεις σε Ελλάδα και Εξωτερικό. Συγγραφέας βασικών κειμένων σε πλείστους καταλόγους τέχνης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, μεταφραστής πολλών βιβλίων από 9 γλώσσες (τελευταίο "Η Γραμματική του Πλήθους" του Πάολο Βίρνο, εκδόσεις Αλεξάνδρεια).

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.