Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ

Ο Ανδρέας, μετά από ένα σύντομο "πέρασμα" στην δημοσιογραφία (μόλις... 25 χρόνων!), συνεχίζει πεισματικά να δηλώνει αμετανόητος οπαδός της "κίνησης", της καθαρής ματιάς, εχθρός του "δήθεν" και των ξεθωριασμένων αποχρώσεων. Διετέλεσε πολιτικός και διπλωματικός συντάκτης στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο, ταξίδεψε αρκετά, μάζεψε τις "εικόνες" του και σήμερα ζει μερικά βουνά μακρύτερα από την πόλη που μεγάλωσε, έζησε κι αγάπησε πολύ.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ
πισω απ” το παραβαν

ΠΙΣΩ ΑΠ” ΤΟ ΠΑΡΑΒΑΝ

Ειρωνεία… Ο ουρανός απαλλαγμένος από κάθε ψεγάδι που να υπαινίσσεται ή να προμηνύει βροχή, καταγάλανος. Η ατμόσφαιρα καθαρή, τα δέντρα μπουμπούκιασαν κι ανάμεσα στις πλάκες όλο και κάποιο αγριόχορτο να ‘χει ξεμυτίσει σε πείσμα του τσιμέντου που βάλθηκε να το εξαφανίσει. Η θάλασσα, γαλήνια, τίποτα που να συμβαδίζει ή να ‘ναι διατεθειμένο να παρακολουθήσει την αποπνικτική και γκρίζα πραγματικότητα που δανείστηκε η μέρα από το χθες.

Τόσο ξένα, τόσο αλληλοσυγκρουόμενα, τόσο αμφίσημα τα σημάδια των καιρών, να μπερδεύουν τις αισθήσεις, την καρδιά και το νου, εκείνα που επικαλούνται κατά το δοκούν, κατά πως τους βολεύει κάθε φορά. Σαν ν’ ακολουθεί το καθένα το δρόμο του, τη δική του περπατησιά.

Φύση κι επιγενόμενοι να σαστίζουν με τις επιλογές τους, να μπερδεύουν τον παρατηρητή και να μπερδεύονται, όποια κι αν είναι η ανάγνωση, όποια γωνιά ή σημείο αναφοράς διαλέξουν αυθαίρετα. Δικαιολογημένα ίσως, αλλά αυθαίρετα. Έτσι που να χάνεται το τέλος κι η αρχή. Έτσι που να σβήνονται τα ίχνη, αυτών των παράλληλων, ετερόκλητων διαδρομών, να συγκλίνουν και ν’ αποκλίνουν επικίνδυνα κάθε φορά, απομακρύνοντας από τον προορισμό, αν ποτέ τελικά τέτοιος υπήρξε… Επιχειρήματα και μπουρδολογήματα χωρίς αιδώ, χωρίς σειρά και τάξη, κατά πάντων αδιακρίτως, σαν να κατάλαβαν ότι τελειώνουν μαζί μ’ εκείνους που προσπαθούν ματαίως ν’ απευθυνθούν. Σαν να υποψιάζονται πως οι νόμοι της φύσης, σαν τους δικούς τους, της φυλής της δικής τους, αδιαφορούν λόγω ή έργω κι εν τέλει θα τους αφήσουν στην τύχη τους…

Λίγα μόλις εικοσιτετράωρα πριν ανοίξουν οι κάλπες και ο θόρυβός τους υπόκωφος. Απειλητικός, αλλά εξηγήσιμος. Μόνο που θέλει κότσια η παραδοχή. Θέλει πολύ και γνήσια εσωτερική δύναμη η ομολογία. Απέτυχαν και μαζί μ’ αυτούς, οι εκάστοτε εντολοδόχοι, που τώρα σοφά επέλεξαν τη σιωπή. Κανείς δεν ξέρει τι θα κάνουν. Πως τελικά θα πράξουν όταν κλείσει το παραβάν. Κι ας λέει η φύση και οι νόμοι της. Άλλωστε εδώ είναι Ελλάδα, δεν είναι παίξε γέλασε. Πόσο μάλλον τώρα που επιστρέφει ακούσια στην Βαλκάνια καταγωγή της προσδοκώντας άραγε τί, μιας και το ευρωπαϊκό ακριβοπληρωμένο κοστούμι ξηλώθηκε και μπάζει από παντού…

Ο φόβος υπαρκτός και μετρήσιμος. Σαν τα κουκιά της επόμενης Κυριακής. Όχι για τα θύματα. Για τους θύτες… Εκείνους τους “αδιαμφισβήτητους” δημοκράτες, που τρέμουν οποιαδήποτε εκδοχή της δημοκρατίας που λένε πως εκπροσωπούν βρίζοντας τους φασίστες ξενοδόχους που ‘ναι εδώ για να θυμίζουν και να εκπορνεύουν, αλλά πέραν τούτου… Όλη η Ελλάδα ένα άρθρο 99, ευκαιρία γι’ αποτυχημένους βολεψάκηδες, που θέλουν τώρα να εξυγιάνουν το μαγαζί που οι ίδιοι φούνταραν… Ανίκανοι, μικρούτσικοι και λίγοι, εκλιπαρούν, γιατί ξέρουν… Ξέρουν καλά! Μόνο που να, δεν είναι όλοι διατεθειμένοι ν’ ανεχθούν. Να ψηφίσουν κι ας ξέρουν, γιατί φοβούνται τα χειρότερα. Την έξοδο από το ευρώ. Την επιστροφή στα Βαλκάνια… Στο πουθενά. Όλοι οι άλλοι, οι πολλοί, είναι ήδη εκεί. Στο πουθενά. Χωρίς δουλειά, χωρίς ασφάλιση, χωρίς επιλογή. Καμιά. Ούτως ή άλλως, όπως κι αν εξελιχθούν τα πράγματα, ακόμη κι αν γυρίσει ο κόσμος ανάποδα, ακόμη κι αν ο Ολάντ κερδίσει την ψήφο των Γάλλων εκλογέων του και κάνει πράξη την αναδιανομή, την αναμέτρηση με την Μέρκελ.

Εκδοχές μιας και μόνης αλήθειας, σκληρής κι αμείλικτης να σου χτυπάει κάθε πρωί την πόρτα. Χωρίς διέξοδο, χωρίς φτιασιδώματα. Κι ας λένε. Άλλωστε ποτέ δεν κρίθηκαν στα σοβαρά γι’ αυτά που λένε, πόσο μάλλον για εκείνα που έκαναν.

Δεν ξέρω αν θέλω να κερδίσει η καρδιά ή η ψυχρή λογική. Ξέρω όμως πως η συνταγή ήταν εξ’ αρχής λάθος και πως εκείνοι που μας την μπλάστρωσαν για λύση το γνώριζαν. Και συνεχίζουν. Ανερυθρίαστα. Και ίσως εδώ που τα λέμε να μην απέχουν και τόσο η καρδιά με την λογική απ’ το επαπειλούμενο σιχτίρι… Δηλαδή τι σιχτίρι, αξιοπρέπεια το λένε.

Αυτό που νομίζω ότι ξέρω επίσης είναι πως μπορούν να σκεφθούν, μόνο οι λίγοι που έχουν την πολυτέλεια να το κάνουν. Οι άλλοι υπεραπλουστευτικά δεν την έχουν. Όχι γιατί οι ίδιοι το επέλεξαν ή δικαιούνται, αλλά γιατί ο πάτος δεν βρέθηκε. Και δεν βρέθηκε από εκείνους που τον επέλεξαν ασμένως για προορισμό μας, ποντάροντας πως δεν θα κριθούν για το αποτέλεσμα. Ποντάροντας στη συγγνώμη. Λες κι αυτή είναι πανάκεια! Λες και μπορεί να πληρώσει το ρεύμα, το γάλα απ’ το ψιλικατζίδικο. Να σβήσει το χρέος απ’ το τεφτέρι και μαζί την χασούρα…