Παγίδα η πανδημία ή αφετηρία για αλλαγή

Ο Αθανάσιος Παπανδρόπουλος επιχειρεί να διαπιστώσει αν τελικά η πανδημία θα είναι η αφετηρία για μια αλλαγή προς το καλύτερο ή τελικά θα είναι η παγίδα που θα γυρίσει την ανθρωπότητα πολλά χρόνια πίσω. new deal
Ο Αθανάσιος Παπανδρόπουλος επιχειρεί να διαπιστώσει αν τελικά η πανδημία θα είναι η αφετηρία για μια αλλαγή προς το καλύτερο ή τελικά θα είναι η παγίδα που θα γυρίσει την ανθρωπότητα πολλά χρόνια πίσω. new deal

Ο Αθανάσιος Παπανδρόπουλος επιχειρεί να διαπιστώσει αν τελικά η πανδημία θα είναι η αφετηρία για μια αλλαγή προς το καλύτερο ή τελικά θα είναι η παγίδα που θα γυρίσει την ανθρωπότητα πολλά χρόνια πίσω.


Όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης, μετά από τα πρώτα της ξεσπάσματα, είχα έντονη την αίσθηση του αόρατου που κρύβεται μέσα στο ιδωμένο. Ένιωθα την αίσθηση μιας κρυφής αλήθειας, που πρέπει να την αναζητήσουμε επίμονα και υπεύθυνα. Αναρωτιόμουνα ταυτοχρόνως, όπως οι προσωκρατικοί πριν 2.500 χρόνια και ο Καντ μετά από αυτούς, αν υπάρχει επαρκής γνώση για να καταλάβει κανείς την πραγματικότητα, η μήπως η τελευταία γίνεται όλο και πιο πολύπλοκη. Πιθανότατα δε, την πολυπλοκότητα αυτή έφερε στην επιφάνεια η πανδημία της νόσου Covid-19 η οποία άθελά της προκαλεί ανατροπές που μόνον ένας πόλεμος θα μπορούσε να προκαλέσει.

Κάπως έτσι αντιλήφθηκα την πανδημία μετά ξέσπασε και άρχισε να μολύνει και να σκοτώνει κόσμο με εκθετικό τρόπο. Από την αρχή δε, είχα την αίσθηση ότι η νόσος θα έφερνε αλλαγές στην πορεία της παγκοσμιοποίησης, προκαλώντας ταυτόχρονα ισχυρές δονήσεις στην οικονομία και στον τρόπο ζωής δισεκατομμυρίων ανθρώπων.

Στο πλαίσιο αυτό πρόβλεψα την ενίσχυση του κρατισμού, την αποδυνάμωση της φιλελεύθερης τάξης όπου αυτή υπάρχει και την άνοδο του εθνικισμού σε συγκεκριμένες ευαίσθητες περιοχές.

Τελικά, πιστεύω ότι με αφετηρία την πανδημία, ο κόσμος θα γνωρίσει την επιτάχυνση αλλαγών που ήσαν ήδη στον διεθνή ορίζοντα, πλην όμως δεν είχαν την απαραίτητη ταχύτητα πλεύσης. Σήμερα, οι αλλαγές, σε κάποιους τομείς εκπλήσσουν για την ταχύτητά τους. Τα πάντα όμως εξαρτώνται από την πολιτική βούληση και στο επίπεδο αυτό η κατάσταση παρά τη σχετική διεθνή ηρεμία, είναι συγκεχυμένη.

Από το ξεκίνημα της πανδημίας πριν δέκα μήνες, προσπαθώντας να καταγράψω κάποιες πολιτικές εξελίξεις, αναρωτήθηκα πολλές φορές, όπως και πολλοί άλλοι σχολιαστές, ποια καθεστώτα αντιμετωπίζουν καλύτερα και πιο αποτελεσματικά την υγειονομική κρίση; Σε ποιο βαθμό η φύση ενός πολιτικού συστήματος ήταν ο κρίσιμος παράγοντας που εξηγούσε την επιτυχία ή την αποτυχία στην αναχαίτιση και αποτελεσματική διαχείριση της πανδημίας.

Όπως υποστήριξε η Αμερικανίδα ακαδημαϊκός Ρέιτσελ Κλάινφελντ, «Παρά τις προσπάθειες των πολιτικών να χρησιμοποιήσουν την κρίση για να προωθήσουν το αγαπημένο τους πολιτικό μοντέλο, τα στοιχεία μέχρι στιγμής δεν δείχνουν ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και τον τύπο πολιτεύματος». Ενώ κάποια απολυταρχικά καθεστώτα, όπως της Σιγκαπούρης, τα πήγαν καλά, άλλα, όπως του Ιράν, έχουν αποτύχει οικτρά. Ομοίως, κάποιες δημοκρατίες, όπως των ΗΠΑ, παραπαίουν, ενώ άλλες, όπως της Νότιας Κορέας, της Γερμανίας και της Ταϊβάν, τα έχουν καταφέρει.

Κατά την ανάλυση της Κλάινφελντ, οι κύριοι παράγοντες που καθορίζουν την επιτυχία ενός έθνους στον περιορισμό της πανδημίας της νόσου COVID-19 είναι η πρότερη εμπειρία των κυβερνήσεων στην αντιμετώπιση παρόμοιων κρίσεων, το επίπεδο κοινωνικής εμπιστοσύνης σε μια κοινωνία και η δυναμική του κράτους. Κατά την Κλάινφελντ, η Ταϊβάν, η Νότια Κορέα, το Χονγκ Κονγκ και η Σιγκαπούρη, αν και διαφέρουν πολιτικά, πήραν το μάθημα από την επιδημία του SARS το 2002-2003 και ανέπτυξαν γρήγορα τεστ σε σύντομο χρονικό διάστημα αφότου άρχισε να εξαπλώνεται ο κορωνοϊός, προσπαθώντας να βρίσκονται πάντα ένα βήμα μπροστά του.

Και οι τέσσερις χώρες διέθεταν νόμους έκτακτης ανάγκης που τους παραχώρησαν το πρωτοφανές δικαίωμα ανίχνευσης των κινήσεων μολυσμένων ατόμων, ενώ χαλάρωσαν τους κανονισμούς περί ιδιωτικού απορρήτου ώστε να διαδώσουν ευρέως τις πληροφορίες αυτές, ειδοποιώντας τους άμεσα ενδιαφερόμενους ότι είχαν εκτεθεί στον ιό και ότι έπρεπε να υποβληθούν σε τεστ. Τέλος, εφάρμοσαν αυστηρές καραντίνες προκειμένου να καθυστερήσουν την εξάπλωση της επιδημίας.

Όλες οι χώρες που αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά την COVID-19 έχουν υψηλά επίπεδα δημόσιας εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Η επιτυχία του κοινωνικού ελέγχου που ασκείται από τις κυβερνήσεις εξαρτάται περισσότερο από την εθελούσια συμμόρφωση παρά από την επιβολή. Παρόλο που η Κίνα, η Σιγκαπούρη και η Νότια Κορέα έχουν πολύ διαφορετικά πολιτικά συστήματα, και οι τρεις βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα των χωρών στις οποίες οι πολίτες δείχνουν τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση τους. Και μόνο κυβερνήσεις που απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών τους μπορούν να διατηρήσουν αποτελεσματικά μια δυσβάσταχτη καραντίνα.

Εύγλωττη από την άποψη αυτή είναι και η ελληνική περίπτωση ιδιαίτερα στην πρώτη φάση της πανδημίας, με την Ελλάδα να πρωτοπορεί σε επίδοση. Αντιστρόφως, γράφει ο Βούλγαρος πολιτικός αναλυτής και πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Στρατηγικών Ιβάν Κραστέφ, στο απολυταρχικό Ιράν και στη Δημοκρατική Ιταλία, ο χαμηλός βαθμός εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς έχει δυσχεράνει την εφαρμογή της κοινωνικής απομάκρυνσης. Η πολιτική πόλωση και η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς, σύμφωνα με την Κλάινφελντ, εξηγεί επίσης, εν μέρει τουλάχιστον, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ στη διαχείριση της κρίσης. Με αποτέλεσμα, το δημοκρατικό πρότυπο της χώρας, να βρίσκεται υπό συζήτηση.

Η δυναμική μιας κυβέρνησης -η ικανότητα της να παρεμβαίνει επιτυχώς σε τομείς που εκτείνονται από την επικοινωνία και την υγειονομική περίθαλψη μέχρι την εφαρμογή της καραντίνας και την παροχή εξοπλισμού- είναι ο τρίτος κρίσιμος παράγοντας που έχει καθορίσει, κατά την Κλάινφελντ, την επιτυχία στην αντιμετώπιση της κρίσης. Η δυναμική αυτή σχετίζεται μόνο εν μέρει με το ΑΕΠ μιας χώρας και με τον χαρακτήρα του πολιτικού της συστήματος. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η ποιότητα του κρατικού μηχανισμού, και όχι το μέγεθος του κρατικού προϋπολογισμού, ούτε καν το ύψος των δαπανών για την υγεία.

Η έρευνα της Κλάινφελντ δείχνει ότι, ενώ η πανδημία του κορωνοϊού όξυνε την ανταγωνιστική προπαγάνδα μεταξύ δημοκρατικών και απολυταρχικών συστημάτων, η παγκόσμια αντίδραση απέναντι στον ιό κατέστησε ασαφή τα όρια μεταξύ διαφορετικών τύπων πολιτεύματος. Τα δημοκρατικά συστήματα αποδείχθηκαν εξίσου πρόθυμα με τα απολυταρχικά να παραβιάσουν το ιδιωτικό απόρρητο των πολιτών τους.

Συγχρόνως είναι σαφές ότι οι απολυταρχικοί κυβερνώντες έδειξαν το ίδιο ενδιαφέρον για τις αντιδράσεις του κοινού με τους δημοκρατικούς πολιτικούς που έχουν κατά νου τις επόμενες εκλογές. Όπως έγραψε ο Βρετανός πολιτικός φιλόσοφος Ντέιβιντ Ράνσιμαν, «Σε συνθήκες καραντίνας, οι δημοκρατίες φανερώνουν τί κοινό έχουν με τα υπόλοιπα πολιτικά συστήματα: κι εδώ επίσης, η πολιτική έχει να κάνει πρωτίστως με την εξουσία και την τάξη». Με άλλα λόγια, η αλλαγή που φέρνει ο κορωνοϊός δεν είναι μια νέα εκδοχή, απολυταρχική ή δημοκρατική, του «τέλους της ιστορίας». Αυτό που ενδέχεται να επιφέρει είναι ένας λιγότερο ιδεολογικός αλλά πιο ασταθής κόσμος, τονίζει ο Ιβάν Κρόστεφ…

Previous articleΟ χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός που δε νικάει ο ιός
Next articleΠορείες θανάτου
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας. Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc. Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.