Σε συνέχεια του δόγματος της μηδενικής ανοχής, τελευταία έκφραση του οποίου είναι η επιστράτευση των απεργών της ΠΝΟ (ιδιωτικών εργαζομένων, απλήρωτων για 6 μήνες), ανοίγει η συζήτηση για αλλαγή  του συνδικαλιστικού νόμου. Σύμφωνα με διαρροές προς τον κυριακάτικο τύπο, ο υπουργός εργασίας Γιάννης Βρούτσης προτίθεται να ανοίξει τη συγκεκριμένη συζήτηση και βρίσκονται ήδη υπό εξέταση διαμορφωμένες προτάσεις που αφορούν τον τρόπο λήψης απόφασης για την έναρξη μιας απεργίας, την ανταπεργία ή lock out και το καθεστώς των συνδικαλιστικών αδειών.

Αίσθηση προκαλεί η χρονική στιγμή που επιλέγει η κυβέρνηση να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο ζήτημα. Αφενός επειδή έχει ήδη ανοιχτά μέτωπα σε αρκετούς τομείς και αφ ετέρου γιατί πρόκειται για ένα θέμα εκτός προγραμματικής συμφωνίας των τριών κομμάτων της συγκυβέρνησης, με αποτέλεσμα να προκαλούνται αντιδράσεις τόσο από την αντιπολίτευση όσο και από τους συγκυβερνώντες.

Δεν είναι λίγοι μάλιστα αυτοί, εντός και εκτός κυβέρνησης, οι οποίοι μέμφονται τον πρώην συνδικαλιστή Βρούτση σχολιάζοντας ειρωνικά την απόφασή του να ανακινήσει το ζήτημα λέγοντας πως « Έλυσε όλα τα υπόλοιπα ζητήματα και τώρα θα ασχοληθεί και με το συνδικαλιστικό….».
Σε ότι αφορά τα κόμματα της συγκυβέρνησης, υπάρχουν έντονες αντιδράσεις οι οποίες διατυπώθηκαν μέσω των εκπροσώπων τους, τη Φώφη Γεννηματά και τον Δημήτρη Χατζησωκράτη. Δεν έχει αποσαφηνιστεί, ωστόσο, κατά πόσο αυτές λαμβάνονται σοβαρά υπ όψιν από το υπουργείο εργασίας, δεδομένου ότι τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΔΗΜΑΡ, τον τελευταίο καιρό διατυπώνουν λεκτικά αρκετές αντιρρήσεις αλλά στο τέλος πάντοτε στηρίζουν την κυβερνητική πολιτική που ασκεί το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά.
Δεν είναι λίγοι αυτοί που συσχετίζουν την πρωτοβουλία Βρούτση με το γεγονός ότι την ερχόμενη Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου, παύουν να ισχύουν 42 κλαδικές συμβάσεις στον ιδιωτικό τομέα. Βάσει του νόμου 4046/12 οι εργοδότες δικαιούνται να καταργήσουν κάθε μορφής επίδομα, ενώ στη συνέχεια υπάρχει περιθώριο 3 μηνών, η μετενέργεια, στο διάστημα της οποίας μπορεί να υπάρξει νέα συμφωνία (γεγονός που δεν κρίνεται πολύ πιθανό).
Σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς εργασίας, μέχρι τον Μάιο του 2013, πάνω από 1.000.000 εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα δεν θα καλύπτονται από τις συλλογικές συμβάσεις και η μόνη «ασφαλιστική δικλίδα»  θα είναι ο κατώτατος μισθός. Αυτός όμως κατ’ εφαρμογή του ίδιου νόμου (4046/12) από την 1η Απριλίου θα ορίζεται από την κυβέρνηση, με πράξη νομοθετικού περιεχομένου. Ο κατώτατος μισθός θα διαμορφώνεται με γνώμονα την ανεργία και την ανταγωνιστικότητα, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Οι ειδικοί πάντως εκτιμούν ότι πάνω από 60% των εργαζομένων θα δουν τους μισθούς τους να υφίστανται νέες μειώσεις σε ποσοστά από 15 ως 30%, μέσα στους επόμενους μήνες!
Ταυτόχρονα με τα παραπάνω, έχει επανέλθει στο προσκήνιο η συζήτηση για την μείωση του μισθολογικού κόστους στο δημόσιο, μέσω της απομάκρυνσης 25.000 υπαλλήλων. Οι εκπρόσωποι της Τρόικα είναι απόλυτα σαφείς σχετικά με την συγκεκριμένη απαίτηση και διαμηνύουν ότι μη υλοποίησή της θα σημάνει την μη εκταμίευση των δόσεων Φεβρουαρίου και Μαρτίου. Και αν μέχρι σήμερα η κυβέρνηση, και ειδικά ο προερχόμενος από την αριστερή ΔΗΜΑΡ υπουργός Αντώνης  Μανιτάκης, κέρδιζαν χρόνο με τεχνάσματα τύπου διαθεσιμότητας, πλέον οι κύριοι Πολ Tόμσεν, Ματίας Moρς και Κλάους Mαζούχ είναι απόλυτοι σε σχέση με την ικανοποίηση του συγκεκριμένου αιτήματος.
Υπό το πρίσμα αυτών των εξελίξεων αλλά και των αντιδράσεων που προβλέπεται ότι θα προκαλέσουν, προκύπτει και η ανάγκη για την άμεση ανακίνηση του ζητήματος του συνδικαλιστικού νόμου από μέρους του υπουργείου εργασίας.
Όλον αυτόν τον καιρό, με αφορμή τις κινητοποιήσεις των υπαλλήλων των ΜΜΜ, των ναυτικών, αλλά και των αγροτών, η κυβέρνηση προσπαθεί να περάσει το μήνυμα ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με κινητοποιήσεις και απεργίες οι οποίες οργανώνονται από μειοψηφίες και έχουν συντεχνιακό χαρακτήρα. Η φαινομενική αποδοχή αυτής της αιτίασης ,κυρίως λόγω της λανθασμένης αξιοποίησης του συγκεκριμένου τρόπου διαμαρτυρίας από μέρος των συνδικαλιστών τα προηγούμενα χρόνια, είναι η πρόφαση του υπουργείου εργασίας ως προς την αναγκαιότητα για την έναρξη διαλόγου σχετικά με την αλλαγή του συγκεκριμένου νόμου.
Λαμβάνοντας υπ όψιν όλα τα παραπάνω ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση της κοινής γνώμης απέναντι στα συγκεκριμένα ζητήματα και τι θα επιλέξει. Θα βρει η κυβέρνηση την φαινομενική νομιμοποίηση που ζητάει μέσω της έκφρασης του κοινωνικού αυτοματισμού; Η μήπως η διατήρηση κεκτημένων και δικαιωμάτων, τα οποία κερδήθηκαν με σκληρούς αγώνες, θα είναι σημαντικότερη, παρά τα σφάλματα και τις όποιες καταχρήσεις μπορεί να διεπράχθησαν από μέρους των συνδικαλιστικών εκπροσώπων; Το μόνο βέβαιο είναι πως όσο εύκολα αφαιρείτε ένα δικαίωμα τόσο δύσκολο και επίπονο είναι να επανακτηθεί…

 

Ο Σήφης Μαμουνάκης είναι Ιδιωτικός Υπάλληλος στον τομέα της Υγείας.

Previous articleΚΑΙ ΟΜΩΣ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΑΣ ΠΑΡΑΙΤΕΙΤΑΙ…
Next articleΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ ΚΑΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ
Avatar
Ο Σήφης Μαμουνάκης γεννήθηκε το 1980 και από το 1987 ζει στη Νέα Σμύρνη. Κατάγεται από την Κρήτη. Αποφοίτησε από το 5ο Λύκειο Ν. Σμύρνης. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 2007 ολοκλήρωσε τις Μεταπτυχιακές σπουδές του σχετικά με τη Διοίκηση και τα Οικονομικά στο χώρο της Υγείας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του εργάστηκε στην εταιρεία δημοσκοπήσεων Κάπα Reseach, συμμετείχε στο ερευνητικό πρόγραμμα SHARE (Survey of Health, Aging and Retirement in Europe) και απασχολήθηκε στο πειραματικό πρόγραμμα Εξυπηρέτησης Απόδημου Ελληνισμού της Emos Interactive. Τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιείται στο χώρο της Υγείας. Μιλάει Αγγλικά και Ιταλικά και έχει κάνει σπουδές κλασικής μουσικής (θεωρία & αρμονία) και πιάνου.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.