Ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν είναι ένας ευφυής, μορφωμένος και εξαιρετικά έμπειρος σε συγκεκριμένα θέματα άνθρωπος, με τεράστια αντιληπτική εμπειρία. Προφανώς δε, στην σημερινή Γαλλία θέλει να ανεβάσει το επίπεδο της δημόσιας συζήτησης όσο ψηλότερα γίνεται, γιατί μόνον με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να πραγματοποιήσει τις σοβαρές μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα του. Από την άλλη πλευρά, η προώθηση του ευρωπαϊκού σχεδίου και οράματός του δεν μπορεί ποτέ να γίνει πράξη αν η Ευρώπη δεν έλθει πιο κοντά στους πολίτες της, κυρίως δε στους νεότερους από αυτούς. 

Θέλοντας λοιπόν να είναι όσο γίνεται πιο πειστικός απέναντι στο γαλλικό κοινό, ο Γάλλος πρόεδρος αποφάσισε πριν δύο εβδομάδες να δώσει δύο τηλεοπτικές και διαδικτυακές συνεντεύξεις. Η πρώτη παραχωρήθηκε στο τηλεοπτικό κανάλι TF1 και παρακολουθήθηκε από 7,5 εκατομμύρια τηλεθεατές. Η δεύτερη δόθηκε σε δύο δημοσιογράφους ορκισμένους αντιπάλους του Εμμ. Μακρόν, κατόπιν επιλογής του τελευταίου. 

ΠΛΕΝΈΛ ΚΑΙ ΜΠΟΥΡΝΤΈΝ ΩΣ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΡΌΝ

Ο ένας εξ αυτών ήταν ο Εντβύ Πλενέλ, πρώην τροτσκιστής και νυν σοσιαλφασίστας, με ωραίο χιτλερικό μουστάκι, ο οποίος διευθύνει τον ιστότοπο Mediapart που, κατά τους Ισραηλινούς, χρηματοδοτείται από ισλαμικά κεφάλαια. Εκδιωχθείς στο παρελθόν από την εφημερίδα Le Monde, ο Εντβύ Πλενέλ είναι κλασσική περίπτωση αδίστακτου αρριβίστα, ικανού για όλα. Ο έτερος συνεντεύκτης του Γάλλου προέδρου ήταν ο αρχιλαϊκιστής κρυπτολεπενιστής Ζαν-Ζακ Μπουρντέν, ο λαϊκισμός του οποίου δεν είναι δυνατόν να μετρηθεί ελλείψει ικανών να τον μετρήσουν …μετρητών!

Από τις πρώτες στιγμές της συνέντευξης, η οποία κράτησε σχεδόν τρεις ώρες, οι δύο «δημοσιογράφοι» ξεσάλωσαν –για να δείξουν, βέβαια, στο κοινό τους ποιοι είναι και πόσο «ζυγίζουν». Η μήνις τους εκδηλώθηκε με λίαν απρεπή και αντιδεοντολογικό τρόπο, που μόνον ναυτία προκαλούσε. Πλενέλ και Μπουρντέν απευθύνονταν στον Γάλλο πρόεδρο της Δημοκρατίας όπως σε συνάδελφό τους που εργάζεται σε ανταγωνιστικό κανάλι και στον οποίο άνετα θα κατάφερναν ένα ηχηρό χαστούκι. Έτσι, για το θεαθήναι.

Όπως έγραφε και η Σώτη Τριανταφύλλου στα «Νέα Σαββατοκύριακο», οι δύο ιεροεξεταστές σταλινικής κοπής δεν υπέβαλλαν ερωτήσεις, αλλά έκαναν δικά τους σχόλια, σαν να συμμετείχαν σε πάνελ. «Επρόκειτο για κάτι περισσότερο από την συνηθισμένη δημοσιογραφική τακτική την οποία υιοθετούν πολλοί δημοσιογράφοι θεωρώντας ότι η έλλειψη σεβασμού στον συνομιλητή τους είναι «τόλμη». Η συνολική εικόνα της μακράς τηλεοπτικής συνέντευξης καθρέφτιζε, εκτός από την γενικευμένη απόρριψη του πρωτοκόλλου ευγενούς συμπεριφοράς, το πώς η Γαλλία έχει παραδοθεί στην βλακεία των βολεψάκηδων και των αγροίκων».

Κατά πρώτον, οι δύο ιεροεξεταστές, κάνοντας λόγο για την γαλλική επέμβαση στην Συρία όπου ο Άσσαντ έχει εξοντώσει 500.000 αθώους, έδειξαν να αγνοούν τόσον αυτή την διάσταση του δράματος όσο και το γεγονός ότι, με βάση το γαλλικό Σύνταγμα, ο εκάστοτε πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας είναι και αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων. Άρα έχει και την απόλυτη ευθύνη των όποιων αποφάσεων. 

Η ΞΕΦΤΙΛΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

«Ένα άλλο επίκαιρο θέμα που εθίγη στην διάρκεια της συνέντευξης ήταν αυτό των τελευταίων απεργιών στην Γαλλία: σιδηροδρομικοί, εργαζόμενοι στην Air France (την χειρότερη αεροπορική εταιρεία στην Ευρώπη), καθώς και εκπαιδευτικοί –που, όπως και σε άλλες χώρες, απολαμβάνουν ειδικών προνομίων, δεν θέλουν να χάσουν αυτά τα προνόμια. Η απεργοκουλτούρα είναι μέρος της γαλλικής ιστορίας και η CGT που πρωτοστατεί εισπράττει χρηματοδότηση 17 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως από το κράτος, δηλαδή από τους φόρους. Κάθε Γάλλος παραχωρεί 0,016% του εισοδήματός του στην CGT –χώρια τα 1,6 δισεκατομμύρια που καταβάλλουν κάθε χρόνο οι επιχειρήσεις για την συνδικαλιστική δραστηριότητα. Όλα αυτά, συν το γεγονός ότι οι απεργίες έχουν την τάση να μεταδίδονται από τον χώρο της εργασίας στα ΑΕΙ, φαίνονταν απολύτως φυσιολογικά στους δύο δημοσιογράφους οι οποίοι κατηγόρησαν τον Μακρόν για ελιτισμό, για περιφρόνηση των μαζών. Ακούστηκαν τσιτάτα από το «Τί να κάνουμε» του Λένιν…», γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου.

Ας σημειωθεί ακόμα ότι στις απαντήσεις του ο Γάλλος πρόεδρος απέφυγε επιμελώς να τονίσει ότι στις δύο απεργίες συμμετέχει μόνον το πάλαι ποτε κομμουνιστικό συνδικάτο CGT και όχι τα άλλα δύο συνδικάτα, που είναι η CFDT και η FO. Έτσι, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι στην Γαλλία μόνον το 17% των εργαζομένων είναι συνδικαλισμένο και από το ποσοστό αυτό το 80% αντιπροσωπεύει τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τότε εύκολα γίνεται αντιληπτός και ο αντιδημοκρατικός χαρακτήρας της CGT –με την τελευταία να αντιπροσωπεύει μόνον 1 στους 5 Γάλλους συνδικαλισμένους εργαζόμενους.

Λεπτομέρειες όλα αυτά για το δίδυμο Πλενέλ-Μπουρτέν, το οποίο λίγο έλλειψε να κατηγορήσει τον Εμμανουέλ Μακρόν και για ρατσισμό έναντι των δολοφόνων του Ισλάμ. Η πλήρης ξεφτίλα της δημοσιογραφίας, δηλαδή.

Διαβάστε το προηγούμενο άρθρο του Αθανάσιου Παπανδρόπουλου στο new deal

Previous articleΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Η ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΣΤΟΝ ΤΣΙΠΡΑ
Next articleΥΠΑΡΧΕΙ ΕΥΦΟΡΗ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΕΔΙΑΔΑ;
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας. Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc. Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.