Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017
ο θανατοσ ενοσ συγχρονου θεου…

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΘΕΟΥ…

του ΠΑΣΧΟΥ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗ 

Είναι αλήθεια πως τα αναγκαία για τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας μέτρα είναι οδυνηρά. Ειδικά σε μια κοινωνία που από τη μεταπολίτευση και δώθε δεν ένιωσε το γύρισμα των οικονομικών κύκλων. Παρά τα αριστερά θρυλούμενα, τα εισοδήματα ανέβαιναν ακόμη και σε εποχές «λιτότητας».

Τότε που οι συνδικαλιστές του Δημοσίου έβγαιναν με ντουντούκες στους δρόμους, διαμαρτυρόμενοι για τις «αυξήσεις που ισοδυναμούσαν με ένα κουλούρι». Το παντεσπάνι των πλασματικών υπερωριών και των ανήκουστων επιδομάτων (όπως αυτό της «έγκαιρης προσέλευσης») το έκρυβαν.

Το πρόβλημα βέβαια στην Ελλάδα δεν είναι ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι παίρνουν πολλά. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι είναι πολλοί. Αυτό που τώρα αποκαλούμε «πολιτικό σύστημα», βόλευε μυριάδες σε υπηρεσίες, ΔΕΚΟ, νομαρχίες, δημαρχεία, όπου τέλος πάντων μπορούσε να βρει τρύπα να βολέψει κάποιους. Και, για να τα λέμε όλα, μυριάδες βολεύονταν από αυτό. Γι’ αυτούς τους αθρόους διορισμούς (100.000 την τελευταία πενταετία) δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς. Δεν μίλησαν οι μαζικοί φορείς, δεν κραύγασαν οι εφημερίδες, ούτε καν όταν ιδρύθηκε η Αγροφυλακή. Ηταν διάχυτη η αντίληψη στην κοινωνία πως το κράτος είναι μια μηχανή που παράγει λεφτά και το μόνο που έπρεπε να μας απασχολεί ήταν ποιος θα προλάβει να τα πάρει. Γι’ αυτό, ήταν λίγες οι γκρίνιες όταν καταργήθηκε η λίστα φαρμάκων: το επιχείρημα ήταν ότι τα γεροντάκια αξίζουν τα ακριβότερα φάρμακα της αγοράς. (Προσοχή! Οχι τα καλύτερα, αλλά τα ακριβότερα.) Γι’ αυτό ευλογούσαν όλοι τη διάλυση του «μισητού ΣΔΟΕ»: το κράτος έπρεπε να βρει από αλλού λεφτά αντί να ταλαιπωρεί τους μικρομεσαίους. Ακουσε κανείς την ΑΔΕΔΥ να διαμαρτύρεται για τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις των δημόσιων υπαλλήλων; Το αίτημα ήταν να μην εξομοιωθούν τα όρια συντάξεων ανδρών και γυναικών. Και τα λεφτά που λείπουν από τα ασφαλιστικά ταμεία; Ο άγιος Προϋπολογισμός μπορούσε να τα καλύψει. Ζητούσε κανείς να ιδιωτικοποιηθεί η Ολυμπιακή; Ολοι ζητούσαν κρατικό τον «εθνικό αερομεταφορέα». Οσο για το 1.000.000 ευρώ που στοίχιζε ημερησίως, έχει ο θεός, δηλαδή το κράτος.

Και ύστερα ήρθε η χρεοκοπία…

Δεν γνωρίζω αν η δυσθυμία των ημερών οφείλεται τόσο στα σκληρά μέτρα ή στην ξαφνική αποκάλυψη πως ο θεός της σύγχρονης Ελλάδας είναι νεκρός. Είναι η κατάρρευση των βεβαιοτήτων, οι οποίες όπως όλα τα πράγματα στην Ελλάδα είχαν στο κέντρο τους το κράτος. Αυτό δεν επικαλούμασταν σε κάθε νόσο και κάθε πλημμύρα; Αυτό δεν ήταν εγγυητής ότι δεν θα υπάρξει απώλεια εισοδήματος; Το κράτος δεν πλήρωνε μέχρι και σύνταξη στις άγαμες κορασίδες των συνταξιούχων δημόσιων υπαλλήλων μετά τον θάνατό τους, ασχέτως σε ποια ηλικία έφταναν αυτές; Αυτή η βεβαιότητα πεθαίνει: του κράτους εγγυητή όχι μόνο θέσεων εργασίας, αλλά και διαρκούς βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου –έστω κατά ένα κουλούρι την ημέρα.

Η αποκρατικοποίηση της νοοτροπίας μας θα είναι πολύ πιο δύσκολη ακόμη και από την αποκρατικοποίηση της Ολυμπιακής. Πρέπει όμως να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με τον θεό που πέθανε. Το κράτος χρειάζεται. Πιο μικρό και σε άλλο ρόλο: να είναι δίχτυ ασφαλείας για τους αδύναμους και όχι εγγυητής της βολής όσων μπορούν να πιέσουν.

Το άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη δημοσιεύεται στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»