«Μαύρη Πέμπτη» για 65.000 δανειολήπτες που έχουν καταρτίσει δάνεια σε ελβετικό Φράγκο με ζημία που ξεπερνά το 1 δισ Ευρώ.

Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε -σε διάστημα λίγων λεπτών- ζημιά που ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ σε περισσότερους από 60.000 έλληνες δανειολήπτες, οι οποίοι έχουν καταρτίσει δάνεια, κυρίως στεγαστικά, σε ελβετικό φράγκο. Σύμφωνα με στοιχεία από τις τράπεζες, το ύψος των εν λόγω δανείων φτάνει τα 6 δισ. ευρώ (Δημοσίευση από την ημερήσια Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ») .

Τον κίνδυνο αυτό, εμείς οι Νομικοί τον έχουμε επισημάνει εδώ και Χρόνια. Προς ενημέρωσή σας ωστόσο παραθέτω τους λόγους για τους οποίους η χορήγηση δανείων σε ελβετικό φράγκο, μπορεί να κριθεί καταχρηστική και οι καταρτισθείσες προς τούτο συμβάσεις, ΑΚΥΡΕΣ.

Α. Το καίριο ζήτημα είναι να διερευνηθεί αν τηρήθηκαν από την Τράπεζα αυτά που ο νόμος προβλέπει.

α) Αν οι δανειολήπτες και οι εγγυητές έλαβαν ειδική και εμπεριστατωμένη πληροφόρηση από τους τραπεζικούς υπαλλήλους με τους οποίους συζήτησαν για τις λεπτομέρειες της συνομολόγησης του νομίσματος του δανείου σε ελβετικό φράγκο. Αν η πληροφόρηση αυτή ήταν επαρκής και εξειδικευμένη, προκειμένου να είναι σε θέση να λάβουν εμπεριστατωμένες και συνετές αποφάσεις.

Περαιτέρω β) αν ενημερώθηκαν εκτενώς για τις επιπτώσεις που θα είχε στις δόσεις και το κεφάλαιο του δανείου, μια ΣΟΒΑΡΗ υποτίμηση του ευρώ και τυχόν αύξηση του επιτοκίου του Ελβετικού φράγκου.

γ) αν έλαβαν ειδική ενημέρωση για την ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ του συναλλαγματικού κινδύνου, δηλαδή την ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ έναντι της μεταβλητότητας του Ελβετικού φράγκου. Ειδικότερα ποια ήταν τα παράγωγα επενδυτικά προϊόντα και τα ασφαλιστικά προγράμματα στην ελληνική και ευρωπαϊκή αγορά που θα μπορούσαν να μειώσουν τους κινδύνους που σχετίζονται με τη θέση του εκπεφρασμένου σε Ελβετικό φράγκο δανείσματος, ποιο το κόστος τους και αν θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε αυτά.

Επίσης, αν οι τραπεζικοί υπάλληλοι στους οποίους η τράπεζα είχε αναθέσει την αντίστοιχη ενημέρωσή και υπέγραψαν τις αντίστοιχες συμβάσεις και τις παρεπόμενες συμβάσεις εγγύησης ΔΙΕΘΕΤΑΝ το πιστοποιητικό τύπου Β1. Ειδικότερα η ελκυστικότητα της πρότασης όπως εμφανίζονταν στους δανειολήπτες από τις τράπεζες που προέτρεπαν για λήψη δανείου σε ελβετικό φράγκο, στηρίζονταν στην παραδοχή ότι η συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων είναι σχετικά σταθερή τα τελευταία χρόνια, μειώνοντας περαιτέρω το ρίσκο ότι, το όφελος που θα αποκομίσει κάποιος από το χαμηλό επιτόκιο θα εξανεμιστεί στο μέλλον από μια πιθανή αλλαγή της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε βάρος του ευρώ. Ως πλεονεκτήματα του προϊόντος οι τράπεζες εμφάνιζαν τη δυνατότητα μετατροπής του, χωρίς σοβαρό κόστος, στο βαθμό που ως προϊόν κυμαινόμενου επιτοκίου, μπορεί να ζητηθεί η μετατροπή του χωρίς ποινές και προσαυξήσεις.

Ο δανειολήπτης έπρεπε να γνωρίζει ότι κάθε μήνα, η δόση που θα καταβάλει στην τράπεζα, θα επιβαρύνεται με κόστος μετατροπής, αφού ενώ θα πληρώνει σε ευρώ, η τράπεζα θα μετατρέπει το ποσό αυτό σε ελβετικά φράγκα. Σε αυτό ακριβώς το σημείο,ολοκληρώνονταν η «ενημέρωση» που παρείχαν οι τράπεζες στους δανειολήπτες… Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί επίσης, ότι περίπου 65.000 δανειολήπτες έχουν δανειστεί σε Ελβετικό φράγκο, αριθμός που αντιστοιχεί στο 10% του χαρτοφυλακίου των τραπεζών, δηλαδή σε δάνεια ύψους 8 δισ. ευρώ. Τα δάνεια όμως που χορηγηθήκαν σε Ελβετικό φράγκο,

[quote text_size=»small»]

ΔΕΝ είναι απλά δάνεια, αλλά στην ουσία είναι προϊόντα επενδυτικού χαρτοφυλακίου συνδεμένα ευθέως με την αγορά συναλλάγματος. Η αγορά συναλλάγματος (FX ή FOREX) είναι η αγορά όπου καθορίζονται οι συναλλαγματικές ισοτιμίες. Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες είναι οι μηχανισμοί μέσω των οποίων τα διάφορα νομίσματα συσχετίζονται μεταξύ τους στην παγκόσμια αγορά, παρέχοντας την τιμή του ενός ως προς το άλλο. Το σημαντικότερο επομένως που θα έπρεπε ως δανειολήπτης και εγγυητής κάποιος να γνώριζε είναι ο μεγάλος κίνδυνος που αναλάμβανε έναντι μιας μελλοντικής ΣΟΒΑΡΗΣ μεταβολής της ισοτιμίας και ο τρόπος που αυτό θα μπορούσε να επιδράσει στην αποπληρωμή του δανείου. Αυτό όμως θα ήταν δυνατόνα γίνει ΜΟΝΟ με τη βοήθεια ΕΙΔΙΚΟΥ συμβούλου της τράπεζας, εξειδικευμένου στην παροχή επενδυτικών συμβουλών σε ξένο νόμισμα.

[/quote]

Η πληροφόρηση αυτή, θα έπρεπε να είναι επαρκής και εξειδικευμένη, προκειμένου οι δανειολήπτες να είναι σε θέση να λαμβάνουν εμπεριστατωμένες και συνετές αποφάσεις, έπρεπε δε (η πληροφόρηση) να περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τις επιπτώσεις που θα είχε στις δόσεις και το κεφάλαιο του δανείου, μια ΣΟΒΑΡΗ υποτίμηση του ευρώ και τυχόν αύξηση τουεπιτοκίου του Ελβετικού φράγκου. Επίσης, την ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ του συναλλαγματικού κινδύνου, που έχει ως στόχο μεγαλύτερο μετριασμό των κινδύνων. Η ειδική πληροφόρηση και ιδίως οι τρόποι αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου που μπορεί να λαμβάνουν διαφορετικές μορφές, θα είχε ως αποτέλεσμα την επίγνωση του κινδύνου που θα ωθούσε τους δανειολήπτες σε ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ του συναλλαγματικού κινδύνου, δηλαδή ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ έναντι της μεταβλητότητας του ξένου νομίσματος.

Τα προγράμματα αντιστάθμισης επιδιώκουν να ελαττώσουν ή να εξουδετερώσουν τον κίνδυνο που προκύπτει από μια θέση εκπεφρασμένη σε ξένο νόμισμα. Οι αντισταθμίσεις πρέπει να είνα ισυμμετρικές ως προς τις συναλλαγματικές μεταβολές. Υπάρχουν στις αγορές επενδυτικά προϊόντα όπως π.χ τα ασφαλιστικά προγράμματα, που μειώνουν τους κινδύνους που σχετίζονται με κάποια θέση εκπεφρασμένη σε ξένο νόμισμα.

Το σημαντικότερο επομένως ζήτημα που χρήζει εδώ νομικής διερεύνησης είναι το εξής:Ποιας κλάσης τραπεζοϋπάλληλος ήταν σύμφωνα με τον νόμο αρμόδιος να παράσχει στους δανειολήπτες επαρκή και εξειδικευμένη ενημέρωση σχετικά με τους κινδύνους που ενέχουν τα προϊόντα επενδυτικού χαρτοφυλακίου που είναι συνδεμένα με την αγορά συναλλάγματος (FX ή FOREX), ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΔΑΝΕΙΑ ΣΕ ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΦΡΑΓΚΟ; Ποιας κλάσης τραπεζικός υπάλληλος θα μπορούσε να ενημερώσει τους δανειολήπτες για την ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ του συναλλαγματικού κινδύνου, με στόχο μεγαλύτερο μετριασμό των κινδύνων; Θα μπορούσε ο υπάλληλος αυτός να είναι ένας απλός τραπεζικός υπάλληλος της πρώτης γραμμής, υπεύθυνος για την εξυπηρέτηση πελατών λιανικής τραπεζικής; Είχε ο απλός τραπεζικός υπάλληλος της πρώτης γραμμής τη γνώση και την εξειδίκευση να ενημερώσει το δανειολήπτη τι ακριβώς συνιστά η ΦΥΣΙΚΗ και ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ του συναλλαγματικού κινδύνου ώστε αύτη να αποκτήσει επίγνωση του κινδύνου, προκειμένου να είναι σε θέση να λαμβάνει εμπεριστατωμένες και συνετές αποφάσεις; Ή μήπως θα έπρεπε ο τραπεζικός υπάλληλος ο οποίος ήταν αρμόδιος να ενημερώσει τους δανειολήπτες να διαθέτει ΕΙΔΙΚΗ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ που θα αποδείκνυε ότι έχει τις παραπάνω ειδικές γνώσεις;

Τα παραπάνω ζητήματα ρυθμίζει ρητά και κατηγορηματικά ο Ν 3371/2005. Δεδομένου λοιπόν ότι τα δάνεια που χορηγήθηκαν σε Ελβετικό φράγκο, ΔΕΝ είναι απλά δάνεια,αλλά στην ουσία είναι προϊόντα επενδυτικού χαρτοφυλακίου συνδεδεμένα ευθέως με την αγορά συναλλάγματος (FX ή FOREX), ο υπάλληλος στον οποίο η τράπεζα ανέθεσε την ενημέρωση.

[quote text_size=»small»]

ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΥΠΟΥ Β1, αφού μόνο το πιστοποιητικό αυτό θα αποτελούσε την εγγύηση ότι ο υπάλληλος αυτός διαθέτει, σε διαρκή βάση, την απαραίτητη επαγγελματική επάρκεια και αξιοπιστία για την αποτελεσματική παροχή των υπηρεσιών σε τίτλους της χρηματαγοράς όπως οι κινητές αξίες σε νομίσματα και ιδίως να είναι σε θέση να παρέχει εξειδικευμένες πληροφορίες σχετικά με την ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ του συναλλαγματικού κινδύνου, που είναι εδώ το μείζον.

[/quote]

Για να γίνει εμπεριστατωμένη έρευνα προκειμένου ο δανειολήπτης να εντοπίσει αν ο τραπεζικός υπάλληλος με τον οποίο συζήτησε τις λεπτομέρειες του δανείου,περιλαμβάνεται στους κατάλογους των πιστοποιημένων υπαλλήλων ώστε να διακριβωθεί αν ΚΑΤΑ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΣΥΝΑΨΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ο εν λογω υπάλληλος κατείχε πιστοποιητικό Β1, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ανατρέξει στους καταλόγους με τους πιστοποιημένους υπαλλήλους της περιόδου που συνήφθη η σύμβαση δανείου ως προς το νόμισμα, οι οποίοι δημοσιεύονται στην επίσημη ιστοσελίδα της ΤτΕ. Περαιτέρω θα πρέπει να αναφερθεί ότι όλα τα παραπάνω ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΙ ΠΛΗΡΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΥΣΤΗΜΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ.

Σύμφωνα με τη Σύσταση A (Ενημέρωση των δανειοληπτών ως προς τους κινδύνους), το ΕΣΣΚ συνιστά στις εθνικές εποπτικές αρχές και στα κράτη μέλη:

1.να απαιτούν από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα την παροχή πρόσφορης πληροφόρησης στους δανειολήπτες σχετικά με τους κινδύνους που συνεπάγεται ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα. Η πληροφόρηση αυτή θα πρέπει να είναι επαρκής, προκειμένου οι δανειολήπτες να είναι σε θέση να λαμβάνουν εμπεριστατωμένες και συνετές αποφάσεις, θα πρέπει δε να περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τις επιπτώσεις που θα είχε στις δόσεις του δανείου μια ΣΟΒΑΡΗ υποτίμηση του νόμιμου χρήματος του κράτους μέλους κατοικίας του δανειολήπτη και τυχόν αύξηση του επιτοκίου του ξένου νομίσματος.

2.να επιτρέπουν τη χορήγηση δανείων σε ξένο νόμισμα μόνο σε δανειολήπτες που αποδεικνύουν την φερεγγυότητά τους, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρθρωση της αποπληρωμής του δανείου και την ικανότητα των δανειοληπτών να αντεπεξέρχονται σε αρνητικές διαταραχές των συναλλαγματικών ισοτιμιών και του επιτοκίου του ξένου νομίσματος•

3.Μεγαλύτερος μετριασμός των κινδύνων. Η επίγνωση του κινδύνου θα ωθούσε επίσης τους δανειολήπτες να αποφύγουν την υπερβολική μόχλευση ή να αγοράσουν ασφαλιστικά προγράμματα για την προστασία έναντι ενδεχόμενης μεταβλητότητας του ξένου νομίσματος.

4.Περιορισμός της πλημμελούς χορήγησης δανείων. Η καλύτερη πληροφόρηση αποτελεί πιο φιλική προσέγγιση προς τον πελάτη, αφού ο τραπεζικός υπάλληλος θα πρέπει να εξηγήσει τους κίνδυνους που συνεπάγεται ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα, καθιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο πιο δύσκολη τη χρήση επιθετικών τακτικών μάρκετινγκ. Οι συστάσεις αφορούν ΜΟΝΟ τους δανειολήπτες που ΔΕΝ έχουν προβεί σε αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου, δηλαδή δανειολήπτες χωρίς ΦΥΣΙΚΗ ή ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου, υπό την έννοια των φορέων που είναι εκτεθειμένοι σε αναντιστοιχίες μεταξύ απαιτήσεων και υποχρεώσεων όσον αφορά το νόμισμα.

Στη συνέχεια της Σύστασης του ΕΣΣΚ, αναλύονται οι όροι «φυσική» και «χρηματοοικονομική αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου» ως εξής: Η αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου μπορεί να λαμβάνει διαφορετικές μορφές, μεταξύ των οποίων η φυσική αντιστάθμιση, στο πλαίσιο της οποίας ένα νοικοκυριό λαμβάνει εισόδημα σε ξένο νόμισμα (για παράδειγμα, εμβάσματα/ εισπράξεις από εισαγωγές), και η χρηματοπιστωτική αντιστάθμιση, η οποία προϋποθέτει σύμβαση με χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Η τελευταία συχνά δεν είναι διαθέσιμη για τα νοικοκυριά και ορισμένες ΜΜΕ, κυρίως λόγω του σχετικά υψηλού κόστους.

[quote text_size=»small»]

Με απλά λόγια ως φυσική αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου για δάνειο που σύναψε σε Ελβετικό φράγκο ένας έλληνας επιχειρηματίας (με εγχώριο νόμισμα το ευρώ), νοείται το εισόδημα που λαμβάνει σε Ελβετικό φράγκο, περίπτωση στην οποία ΔΕΝ ενδιαφέρει η διακύμανση της ισοτιμίας του Ελβετικού φράγκου σε σχέση με το ευρώ (π.χ νοικιάζεις ένα σπίτι στην Ελβετία λαμβάνοντας κάθε μήνα 1.000 Ελβετικά φράγκα, τα οποία καταβάλεις απευθείας για την αποπληρωμή της μηνιαίας δόσης του δανείου, δίχως δηλαδή να απαιτείται μετατροπή από ευρώ σε Ελβετικό φράγκο και άρα εδώ η διακύμανση της ισοτιμίας λίγο ενδιαφέρει)

[/quote]

Με βάση αυτό ακριβώς το σκεπτικό (της φυσικής αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου), η ουγγρική κυβέρνηση εξέδωσε διάταγμα βάσει του οποίου ενυπόθηκα δάνεια σε ξένο νόμισμα χορηγούνται ΜΟΝΟ σε δανειολήπτες που μπορούν να αποδείξουν μηνιαίο εισόδημα στο νόμισμα του δανείου (Ελβετικό φράγκο) το οποίο υπερβαίνει τον κατώτερο μισθό στην Ουγγαρία κατά 15 φορές. Τα νέα αυτά κριτήρια που θέσπισε η ουγγρική κυβέρνηση είναι τόσο αυστηρά, που πάνω από 99 % των Ούγγρων επιχειρηματιών δεν έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τέτοιο δάνειο. Στη συνέχεια αναλύεται από το ΕΣΣΚ, η χρηματοοικονομική αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου, που έχει ως στόχο μεγαλύτερο μετριασμό των κινδύνων. Η επίγνωση του κινδύνου θα ωθούσε σύμφωνα με το ΕΣΣΚ τους δανειζόμενους, να αγοράσουν ασφαλιστικά προγράμματα για την προστασία έναντι ενδεχόμενης αδυναμίας αποπληρωμής (π.χ. σε περίπτωση ανεργίας κ.λπ.), συμπεριλαμβανομένης της προστασίας έναντι της μεταβλητότητας του ξένου νομίσματος. Σημειώνεται πάντως από το ΕΣΣΚ, ότι η αγορά ασφαλιστικού προγράμματος προστασίας έναντι της μεταβλητότητας του ξένου νομίσματος συνεπάγεται κάποιο κόστος. Στη συνέχεια, αναλύεται η επίγνωση του κινδύνου που συνεπάγεται ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα όταν οι δανειολήπτες ΔΕΝ έχουν προβεί σε αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου.

Σύμφωνα με το ΕΣΣΚ, οι δανειολήπτες που ΔΕΝ έχουν προβεί σε αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου, συνήθως ΔΕΝ έχουν επίγνωση των κινδύνων που συνεπάγεται ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα. Μπορεί να παρασυρθούν από τα χαμηλότερα ονομαστικά επιτόκια των δανείων σε ξένο νόμισμα σε σύγκριση με αυτά των δανείων σε εγχώριο νόμισμα, τείνουν δε να υποβαθμίζουν τον κίνδυνο υποτίμησης του εγχώριου νομίσματος ή αδυνατούν να κατανοήσουν τον αντίκτυπο μιας υποτίμησης στο κόστος εξυπηρέτησης του δανείου και στο συνολικό ποσό της οφειλής. Ιδίως τα νοικοκυριά και ορισμένες μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις( π.χ. μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) έχουν την τάση να ΜΗΝ προβαίνουν σε αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου (δηλαδή, να εκτίθενται σε αναντιστοιχίες μεταξύ απαιτήσεων και υποχρεώσεων όσον αφορά το νόμισμα), καθώς το εισόδημά τους είναι συνήθως εκφρασμένο σε εγχώριο νόμισμα.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του ΕΣΣΚ, η εμπειρία δείχνει ότι ακόμη και οι δανειολήπτες που είχαν επίγνωση των κινδύνων, ενδέχεται να ανέλαβαν θέσεις σε ξένο νόμισμα χωρίς αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου, θεωρώντας ότι αυτές ήταν εμμέσως εγγυημένες λόγω του υφιστάμενου καθεστώτος συναλλαγματικής ισοτιμίας (που ίσχυε κατά τη σύναψη του δανείου). Το ΕΣΣΚ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια το μέγεθος των συναλλαγματικών κινδύνων (και των κινδύνων επιτοκίου) που ενέχουν τα δάνεια σε ξένο νόμισμα. Οι παραδοσιακές μέθοδοι αποτίμησης του κινδύνου δεν λαμβάνουν υπόψη ότι τα τραπεζικά δάνεια σε ξένο νόμισμα προς δανειολήπτες που ΔΕΝ έχουν προβεί σε αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου συνδυάζουν τον κίνδυνο της αγοράς και τον πιστωτικό κίνδυνο κατά τρόπο μη γραμμικό.

Η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία δείχνει πώς οι τυπικές προσεγγίσεις της διαχείρισης κινδύνου οι οποίες εξετάζουν τους διάφορους τύπους κινδύνου ξεχωριστά μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική υποεκτίμηση του συνολικού κινδύνου. Με την απλή πρόσθεση ξεχωριστά υπολογιζόμενων συναλλαγματικών κινδύνων και κινδύνων αθέτησης είναι πιθανό να υπο-εκτιμηθεί κατά πολύ το πραγματικό επίπεδο του κινδύνου. Σε ορισμένες χώρες (π.χ. στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία), τα δάνεια σε ξένο νόμισμα παρουσιάζουν υψηλό δείκτη μη εξυπηρέτησης (Non-Performing Loan – NPL) και αυξημένο βαθμό αναδιάρθρωσης. Αυτό το συμπέρασμα εξάγεται εάν ληφθεί υπόψη η γενιά των δανείων, υπό την έννοια ότι γενικά οι δανειολήπτες στους οποίους χορηγήθηκε ενυπόθηκο δάνειο σε ξένο νόμισμα βάσει ισχυρότερης συναλλαγματικής ισοτιμίας, τείνουν να παρουσιάζουν μεγαλύτερο ποσοστό αθέτησης υποχρεώσεων.

Αυτό αποδεικνύει λοιπόν ότι τουλάχιστον ορισμένοι δανειολήπτες πιθανώς δεν έχουν επίγνωση των κινδύνων που ενέχει η σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα. Εν όψει της αντιμετώπισης του πιστωτικού κινδύνου οι συστάσεις αφορούν μεταξύ άλλων τα εξής:

i) διασφάλιση επαρκούς πληροφόρησης στους δανειολήπτες με σκοπό την ενίσχυση της επίγνωσης του κινδύνου μεταξύ αυτών και

ii) διασφάλιση της χορήγησης νέων δανείων σε ξένο νόμισμα μόνο σε δανειολήπτες φερέγγυους και ικανούς να αντεπεξέλθουν σε ΣΟΒΑΡΕΣ διαταραχές των συναλλαγματικών ισοτιμιών.Εν προκειμένω ενθαρρύνεται η χρήση του λόγου «δαπάνη εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα» (Debt-to-Income – DTI) και του λόγου «δάνειο προς αξία υπέγγυου ακινήτου» (Loan-to-Value – LTV).

Αφού το ΕΣΣΚ έλαβε υπόψη του τα παραπάνω, προχώρησε στη Σύσταση B(Φερεγγυότητα των δανειοληπτών), σύμφωνα με την οποία συνιστάται μεταξύ άλλων στις εθνικές εποπτικές αρχές 1 να επιτρέπουν τη χορήγηση δανείων σε ξένο νόμισμα μόνο σε δανειολήπτες που αποδεικνύουν την φερεγγυότητά τους, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρθρωση της αποπληρωμής του δανείου και την ικανότητα των δανειοληπτών να αντεπεξέρχονται σε ΣΟΒΑΡΕΣ αρνητικές διαταραχές των συναλλαγματικών ισοτιμιών και του επιτοκίου του δανείου• 2 να εξετάζουν τη δυνατότητα θέσπισης αυστηρότερων πιστοδοτικών κανόνων, όπως ο λόγος «δαπάνη εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα» και ο λόγος «δάνειο προς αξία υπέγγυου ακινήτου».

Κατά την πρακτική εφαρμογή του στόχου για βελτίωση της φερεγγυότητας των δανειοληπτών η θέσπιση συγκεκριμένων λόγων DTI και LTV αποτελεί ένα διαφανές μέτρο το οποίο θα ισχύει ομοιόμορφα για όλους τους δανειστές εντός ορισμένης χώρας. Οι λόγοι αυτοί λαμβάνουν επίσης υπόψη δύο σημαντικές πτυχές για τον καθορισμό της φερεγγυότητας των δανειοληπτών: τα περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να παρέχουν ως εξασφάλιση και την ικανότητά τους να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις αποπληρωμής.

Αν δεν πληρούνται άπαντα τα ανωτέρω, ας φροντίσουν οι δανειολήπτες να προσφύγουν κατά των Πιστωτικών Ιδρυμάτων από τα οποία χρηματοδοτήθηκαν!

Previous articleΦΑΡΣΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Next articleΜΕΤΑ ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΣΤΟ CHARLIE HEBDO
ΡΑΝΙΑ ΒΑΛΕΝΤΗ
Η Ράνια είναι Δικηγόρος παρ΄ΑΡΕΙΩ ΠΑΓΟ Εκπαίδευση: Πτυχίο Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (1988). Μέλος: Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά , Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω Προαγωγή στο Εφετείο Πειραιά (1995) Προαγωγή στον Άρειο Πάγο (2000). Ξένες Γλώσσες: Αγγλικά (άπταιστα), Γαλλικά (δυνατότητα επικοινωνίας), Ιταλικά (δυνατότητα επικοινωνίας). Τομείς Εξειδίκευσης: Εμπορικό Δίκαιο (Συμβάσεις, Αξιόγραφα, Δίκαιο Εταιρειών, Δίκαιο Ανταγωνισμού, Δίκαιο Βιομηχανικής ιδιοκτησίας, Σήμα, Πτωχευτικό Δίκαιο), Τραπεζικό Δίκαιο, Δίκαιο Συμβάσεων, Επιχειρηματικό Δίκαιο, Ναυτικό Δίκαιο, Αεροπορικό Δίκαιο, Τουριστικό και Ξενοδοχειακό Δίκαιο, Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό Δίκαιο, Ενοχικό Δίκαιο, Εμπράγματο Δίκαιο, Κληρονομικό Δίκαιο), Ποινικό Δίκαιο (κυρίως οικονομικού ενδιαφέροντος), Διοικητικό Δίκαιο, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Συγχωνεύσεις, Συμβάσεις leasing, franchising, factoring, σύνταξη συμβάσεων, συμβουλευτική δικηγορία, εκπόνηση γνωμοδοτήσεων, είσπραξη επισφαλών απαιτήσεων, ζητήματα ακινήτων, εμπορικών και αστικών μισθώσεων και γενικά μ όλο το φάσμα του Επιχειρηματικού, Εμπορικού, Αστικού και Ποινικού Δικαίου αλλά και ετέρων υποθέσεων αναλόγου ή/και ευρύτερου ενδιαφέροντος με μεγάλη δικαστηριακή πρακτική και εμπειρία. Από τον Μάρτιο του 1991 έως και τον Ιανουάριο του 1994, η Ουρανία Βαλεντή ασχολήθηκε ουσιαστικά με υποθέσεις τραπεζικού, επιχειρηματικού, εμπορικού, ναυτικού δικαίου, ιδιωτικού διεθνούς, και ιδία τη κατάρτιση συμβάσεων δανειοδοτήσεων, μισθώσεων, υποθηκών, παρακολουθηματικών δανειοδοτήσεως συμφώνων και με πλείστες δικαστηριακές υποθέσεις, με το ίδιο αντικείμενο. Στα ζητήματα τραπεζικών συναλλαγών ενεργούσε για λογαριασμό πλείστων διεθνών και ημεδαπών Τραπεζικών Οργανισμών μεταξύ των οποίων τη ΑΒΝ ΑΜRΟ ΒΑΝΚ Ν.V. και CATRADE όπως επίσης χειρίστηκε υποθέσεις πολυεθνικών εταιρειών, εγκατεστημένων ή μη στην Ελλάδα όπως η BP και ΑRMADA. Με τη σύσταση ημεδαπών κεφαλαιουχικών εταιρειών καθώς και την σύσταση και νομιμοποίηση υπεράκτιων και εγχώριων ναυτιλιακών εταιρειών. Ομοίως εκπονούσε γνωμοδοτήσεις επί θεμάτων εμπορικού, επιχειρηματικού και κυρίως τραπεζικού δικαίου. Συμμετείχε σε επιστημονική ομάδα για την σύνταξη της συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) και των παρακολουθηματικών αυτής εγγράφων για λογαριασμό της Τράπεζας ABN AMRO ΒΑΝΚ. Ομοίως, στην σύνταξη συμβάσεων παραχωρήσεως τεχνογνωσίας (franchising) για λογαριασμό αλλοδαπής πολυεθνικής εταιρείας, συμβάσεων χρηματοδοτικής αναλήψεως απαιτήσεων (factoring), εκπονούσα γνωμοδοτήσεις γενικής φύσεως και ασχολήθηκε με τις αγοραπωλησίες και χρηματοδοτήσεις πλοίων από πλευράς αλλοδαπών κυρίως τραπεζών ή/και εφοπλιστών, εκπόνησε γνωμοδοτήσεις επί θεμάτων τραπεζικού δικαίου, ενασχολήθηκε με τη σύσταση κεφαλαιουχικών εταιρειών, ναυτικών (ημεδαπών και αλλοδαπών) και υπεράκτιων εταιρειών, χειρισθείσα παράλληλα υποθέσεις γενικής μαχόμενης δικηγορίας σε αστικές, διοικητικές και εμπορικές διαφορές. Από τον Ιανουάριο του 1994 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1999 συνεργάστηκε ως εξωτερική δικηγόρος με την Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος Α.Ε. (μετονομασθείσα μεταγενέστερα σε Εγνατία Τράπεζα Α.Ε.) και ανέλαβε την παρακολούθηση και χειρισμό όλων ανεξαιρέτως των υποθέσεων του Ναυτιλιακού Καταστήματος της Τράπεζας στον Πειραιά, χρηματοδοτήσεις ναυτιλίας, σύνταξη δανειακών Συμβάσεων [στην Αγγλική και Ελληνική γλώσσα] και παρακολουθηματικών –εξασφαλιστικών αυτών συμφώνων-παραρτημάτων, νομιμοποιήσεις εταιρειών καθώς και την υποστήριξη όλων των δικαστικών και εξωδίκων διαφορών που ενέκυψαν, με πλείστες παραστάσεις σε δικαστήρια προς υποστήριξη των οικονομικών συμφερόντων της. Ομοίως ανέλαβε υποθέσεις δικαστικής είσπραξης επισφαλών απαιτήσεων μη εξαντλουμένων στις ναυτιλιακού χαρακτήρα χρηματοδοτήσεις της Τράπεζας αλλά σε όλες γενικά τις υποθέσεις της, με μεγάλη εμπειρία στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Από τον Δεκέμβριο του 1998 επιλέχθηκε ως επιθεωρήτρια - legal auditor και διενέργησε νομικό έλεγχο όλων ανεξαιρέτως των ενεργών συμβάσεων στα Καταστήματα της εν λόγω Τράπεζας στο Νομό Αττικής. Ιδρύτρια – μέλος του γραφείου μας και έχουσα τη γενική διεύθυνση και εποπτεία του.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.