Τα όσα διαδραματίσθηκαν μέσα στο Κοινοβούλιο την περασμένη Τετάρτη φρονώ ότι μπορούν κάλλιστα να αποτελέσουν ένα πολύτιμο δίδαγμα για το πώς μπορεί να στηθεί ένα καλοδουλεμένο σχέδιο για την απαξίωση κάθε λογικά πολιτικής αντίθεσης στα μέτρα του προύπολογισμού με τη χρήση μίας αληθοφανούς παραποίησης των λογικών προκειμένων και του συμπεράσματος στην βασική πρόταση του διαλογισμού για να «δικαιολογηθεί» με λογικοφανή ερείσματα το άτοπον της αντίδρασης στα νέα μέτρα.

 Χωρίς την παραμικρή διάθεση να φανώ θιασώτης κάποιας συνομωσιολογικής θεωρίας,  κίνηση του Γιάννη Στουρνάρα να καταθέσει την τροπολογία για την απαλλαγή από τις περικοπές των υπαλλήλων της Βουλής, την στιγμή που ένα μέγα πλήθος διαδήλωνε έξω από το κτήριο του Ημικυκλίου ενάντια στην ολετήρια πολιτική της κυβέρνησης, αντιπροσώπευε μία πολλαπλή παγίδα για τον αποχαρακτηρισμό της δίκαιας διεκδίκησης και των, ίσως, νομιμοποιημένων εκπροσώπων της μέσα στο Κοινοβούλιο. Όμως πάνω απ΄όλα αποτελεί μία ουσιαστική παραποίηση των λογικών κανόνων για τη δημιουργία μίας  σκόπιμης πλάνης (fallacy), που διαστρεβλώνει τη  διαδικασία εξαγωγής συμπεράσματος.

Εξηγούμαι.  Στη λογική του κανόνα ότι οι τρόποι του συλλογισμού θα πρέπει να λαμβάνονται όλοι μαζύ, η κυβέρνηση παρουσίασε τη σχέση «εάν p είναι q, τότε r» (που σε πραγματικούς όρους θα μπορούσαν να μετασχηματισθούν στις, τροποποιούμενες αναλογικά, προκείμενες ‘εάν οι χ απεργούν’ και ‘ο y υποστηρίζει (και δικαιώνει) όποιον απεργεί’, ‘o y στηρίζει (και δικαιώνει) τους χ’) κατά τρόπον τέτοιον ώστε, εκ προοιμίου, η κάθε αντίδραση στη μείωση των αμοιβών των υπαλλήλων της Βουλής θα συμψηφιζόταν με τον γενικευμένο αγώνα της κοινωνίας να ανατρέψει τις ισοπεδωτικές αποφάσεις του Μνημονίου.
Μολαταύτα, όπως και οι υποπρονομιούχες (περιθωριακές) ομάδες, έτσι και οι υπερπρονομιούχες δεν είναι κοινωνικές τάξεις. Τα υποκείμενα μίας τέτοιας ομάδας, καίτοι αποτελούν μέρος του κοινωνικού συνόλου και του πολιτικού γίγνεσθαι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ταυτόσημα με μία άλλη ομάδα—η συγκάλυψη των ταξικών αντιθέσεων που επιχειρείται από την κυβέρνηση με τη συνταύτιση του συμφέροντος μίας ομάδας με τις επιδιώξεις μίας άλλης, που κατά βάσιν συγκρούονται, στο αρνητικό τους πρόσημο (στις ισόποσες περικοπές και όχι στη διεκδίκηση της ισονομίας και της δικαιοσύνης, ακόμη και στις περικοπές), δημιουργεί το μύθευμα πως ‘μόνο μία τάξη πλήττεται περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη’.
Η πολιτική εξουσία στον «κρατικά ρυθμισμένο καπιταλισμό» κατά τον Γ. Χάμπερμας, που πάντοτε «παθητικά» παρακολουθεί και προσαρμόζεται θεσμικά στις αλλαγές που επιβάλλει η τεχνική (εν προκειμένω η παγκοσμιοποιημένη οικονομία),  αναλαμβάνει και το συμφέρον «της διατήρησης του προσωπείου εξισωτικής κατανομής», που κυνικά επιβάλλεται στις διάφορες κοινωνικές/ταξικές ομάδες διότι πλέον απροκάλυπτα τους δηλώνεται –και μέσω της ανεργίας και της εξαναγκασμένης περικοπής των μισθών—πως το σύστημα δεν επιβιώνει χάρις στην εργασία τους και για τούτο τα δικαιώματά τους δεν είναι εξασφαλισμένα. Σε μία κρατικά ρυθμιζόμενη καπιταλιστική οικονομία—όπως είναι τούτη που εφαρμόζεται σήμερα—τα κριτήρια της δικαίωσης και ισότητας μίας ομάδας απεξαρτούνται από την ιδιαίτερη φύση τους, και γίνονται αντικείμενο σφετερισμού τους από την εξουσία, η οποία τα εκμεταλλεύεται ιδεολογικά, συμψηφίζοντάς τα—με τάση προς τα κάτω—με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των άλλων ομάδων.
Σε συμβολικούς κι ιδεολογικούς όρους, η πολιτική τούτη έχει εφαρμοσθεί ήδη, αλλά με διαφορετικό τρόπο: αντιμετωπίζοντας μεμονωμένα τις κινητοποιήσεις του κάθε κλάδου και εμφανίζοντάς τες, αποκομμένες από τη γενικώτερη εικόνα της οικονομικής αποξήρανσης, ως διεκδίκηση προνομιούχων –το ίδιο συνέβη με φορτηγατζήδες, ταξί, δημοσίους υπαλλήλους, ΔΕΚΟ κλπ, που παρουσιάζονταν ως οι ‘εσωτερικοί εχθροί’ à la Karl Schmit που καθιστούν απόλυτα δικαιολογημένη την επέμβαση ενός κράτους ‘εξαίρεσης’, που θα αναστέλλει, όπως κ έγινε, κάθε θεσμικό κανόνα προκειμένου ν’ αντιμετωπισθούν καταστάσεις ‘εκτάκτου ανάγκης’.
Έτσι και στην προκειμένη περίσταση μία ιδιάζουσα κατηγορία προβιβάσθηκε σε μία qui pro toto εικόνα του συνόλου των εργαζομένων, ταυτίζοντάς τη διεκδίκηση κάποιων καλοπληρωμένων με το άδικο ν’ απεργεί και να διαδηλώνει το σύνολο για να μην φτωχοποιηθεί. Η επίκληση του ‘κοινού καλού’ και των θυσιών πάντων—κατά δυσανάλογο όμως τρόπο—ηχεί ως ένα ξεπερασμένο μεταφυσικό ιδεολόγημα, προ-ορθολογικά θεμελιωμένου κράτους, όταν οι έννοιες ‘πατρίδα’ , ‘εθνος’ , ‘θρησκεία’ κλπ, ανασύρονταν για να δικαιολογήσουν την προγραμματισμένη ευθυγράμμιση του συμφέροντος μίας άρχουσας τάξης με τους επιβεβλημένους πολιτικούς χειρισμούς για την παγίωση της ‘κυριαρχίας’ της.
Σήμερα που οι προ-ορθολογικές αυτές έννοιες έχουν ξεπερασθεί κι εν γένει καταπέσει, στους καιρούς που η οικονομικές σχέσεις έχουν καταστεί το κυρίαρχο δεδομένο σε παγκόσμια κλίμακα—στο βαθμό που πλέον την πολιτική καλούνται να ασκήσουν οι άνευ οράματος, αλλά γυμνασμένοι στις επιτρεπτές μακροοικονομικές απόψεις,  τεχνοκράτες που εφαρμοζουν καταλεπτώς τις επιβεβλημένες λύσεις—τα παραδείγματα των Μόντι, Παπαδήμου, Στουρνάρα είναι μόλις ενδεικτικά για την εφαξής απροκάλυπτη κι απροσχημάτιστη ανάληψη από το διεθνές Κεφάλαιο του ΔΣ των κρατών, για να παραλλάξουμε λίγο την γνωστή φράση του Μαρξ. Άλλωστε, πλέον είναι φανερό πως στο ιδεολόγημα της ‘ελεύθερης αγοράς’ έχει εμφιλοχωρήσει πλέον (με αφορμή την κρίση) η ‘οικονομία’ ως μεταφυσική έννοια και με όρους καθαρά πολιτικούς αποκτά ιδεολογική αξίωση.
Αίφνης η επίκληση της ‘χρεωκοπίας’, της ΄σταθεροποίησης’, της ‘αναδιάρθρωσης’ και όλων των συναφών οικονομι(στι)κών όρων περιβάλλεται με έναν μανδύα ιδεοληψίας, καθήκοντος, και εν τέλει—εδραιωμένο πάνω σε έναν ‘κανόνα εξαίρεσης’ επί της νομοθετικών εγγυήσεων—νομιμοποιείται με την αυθαίρετη κύρωσή τους στα Κοινοβούλια. Εφεξής, ο «υποκατάστατος προϋπολογισμός», όπως τον χαρακτηρίζει ο Χάμπερμας (Technik und Wissenschaft als Ideologie) «είναι προσανατολισμένος όχι για τις κοινωνικές συνέπειες του θεσμού της αγοράς, αλλά για μία κρατική δραστηριότητα αποκατάστασης (υπογράμμιση δική μου) των δυσλειτουργικοτήτων της ελεύθερης ανταλλακτικής συναλλαγής»–όπως είναι πέρα για πέρα φανερό στο πολιτεύεσθαι των κυβερνήσεων στα μεγάλα κράτη (Γερμανία, κλπ), που έχουν αναλάβει τους μοχλούς για την υποβοήθηση της κερδοφορίας των μεγάλων εταιρειών τους.
Στο βαθμό τούτο της αποκατάστασης των δυσλειτουργιών της ίδιας, υποτιθέμενα αυτορυθμιζόμενης, της αγοράς, οι κρατικές παρεμβάσεις προσανατολίζονται πρωταρχικά προς τον περιορισμό των θεσμικά  κατοχυρωμένων δικαιωμάτων διασφαλίζοντας την «ιδιωτική μορφή της κεφαλαιουχικής αξιοποίησης και δεσμεύουν τη νομιμοφροσύνη των μαζών σ’ αυτήν τη μορφή» [Χαμπερμας, idem,υπογράμμιση του συγγραφέα}, με στόχο την αναγκαία «σταθερότητα» (μισθολογικού κόστους, τιμολογιακής υπαγωγής, μονοπωλίου κλπ)που τόσο έχει ανάγκη για την ανάπτυξή του το συγκεκριμένο οικονομικό μοντέλο.  Για τον λόγο τούτο, τα οικονομικά συμφέροντα στρατολογούν όλο και περισσότερο τεχνοκράτες προκειμένου να παρακαμφθούν αυτές οι δυσκολίες στην πραγματοποίηση του σκοπού τους, έτσι ώστε οι γαλουχημένοι με τις ίδιες αρχές των αφεντικών τους τεχνοκράτες να μην επιστρατεύονται για την επίλυση πρακτικών ζητημάτων, αλλά στη διόρθωση «τεχνικών» θεμάτων , που αφορούν στη λειτουργία του μηχανισμού κερδοφορίας των αγορών.
Με την «απλοποίηση» της πολιτικής δράσης σε μία τεχνικολειτουργική δραστηριότητα απέναντι στα λειτουργικά και ειδολογικά προτάγματα των αγορών και των κεφαλαιούχων, που περιορίζεται στην έγκαιρη αναγνώριση και στον αποτελεσματικό χειρισμό των ‘δυσαρμονιών’ που περιορίζουν τη σχέση σκοπού –μέσου της οικονομικής δραστηριότητας, εκφυλίζουν την πολιτική σε μία οργάνωση και χειραγώγηση των αναγκών της κεφαλαιουχικής αξιοποίησης, που για να φθάσει στον ανώτατο αποβλεπτέο βαθμό της χρειάζεται μία νομιμότητα, που θα απαλείφει τα πρακτικά περιεχόμενα (όπως μισθολογική εξασφάλιση, σταθερότητα στην εργασία, εργατικά δικαιώματα κλπ).
Και προπαντός, το διαπιστώσαμε τούτο πλειστάκις στα τελευταία χρόνια και πρόσφατα μέσα στη Βουλή, η επίλυση αυτών των τεχνικών ζητημάτων—επειδή έχουν αποκοπεί πλέον από τη σφαίρα της πολιτικής απόφασης και λειτουργίας—δεν ενδείκνυται η δημόσια συζήτηση, εφ’ όσον αποτελούν ένα εσωτερικό ζήτημα του χώρου της οικονομίας (κι ως τέτοιος δέον να αφεθεί στα χέρια και τη διακριτικη ευχέρεια των ‘επαϊόντων’!). Και τούτο γιατί η συζήτηση προκαλεί ερωτήματα και προβληματισμούς—κάτι που δεν είναι ευκτέο. Προς τούτο, η νέα πολιτική του κρατικού παρεμβατισμού απαιτεί και αποσκοπεί σε μία απολιτικοποίηση του πληθυσμού—σε αυτό αποβλέπει και η χωριστή αντιμετώπιση των διεκδικήσεων οιωνεί ιδιωτικής κινητοποίησης μίας προνομιούχας τάξης, αποκομμένης από τη στοναχή του υπόλοιπου πληθυσμού. Η αναγωγή της οικονομικής ‘επιστήμης’ ως κύριο στοιχείο του πολιτικού εποικοδομήματος, ως θεσμοποιημένη αρχή που παράγει νομοτέλειες και αντικειμενικούς καταναγκασμούς, δικαιολογεί τα εκάστοτε ‘συνταγματικά πραξικοπήματα’ με την παύση των αιρετών κυβερνήσεων και την αντικατάστασή τους με τεχνοκρατικά μορφώματα, που καλούνται να «επιλύσουν» (βάση προεπιλεγμένων εφαρμογών) τα τεχνικά ζητήματα, αδιαφορώντας για το πολιτικό περιεχόμενο των αποφάσεων.
Η τεχνοκρατική προσαρμογή της πολιτικής, διευκολύνει την αποπολιτικοποίηση του κοινωνικού υποκειμένου, που αποδέχεται ότι τα προβλήματα δεν είναι γενικού κοινωνικού, αλλά τεχνικού, επιπέδου και ως εκ τούτου δεν υπάρχει χρεία για θεσμικού τύπου λύσεις και για πολιτικές ανακατατάξεις. Πλέον, η αποξένωση από την πολιτική, ή η αποποίηση του στρεβλωμένου από τις αλληλεπιδράσεις με την εξουσία συνδικαλισμού, έχει ως αποτέλεσμα την απουσία ταξικών συγκρούσεων, στα πλαίσια της ανισομέρειας των προνομίων μεταξύ των ομάδων, ή της δυσαρμονίας των οικονομικών τους επιπέδων, να μην υπερβαίνουν οι διακρίσεις τη μία, ή την άλλη μερίδα του πληθυσμού. Μέσα από μία διαστρεβλωτική επικοινωνία –όπως η παραποίηση της σχέσης ‘p και q, ίσον r’ (τρανό της παράδειγμα η λογικοφανής πλάνη του ‘όλοι μαζύ τα φάγαμε’ του Πάγκαλου, που αφήνει απ’ έξω τις θεσμικές αποφάσεις που γέννησαν την κατάσταση αυτή, δηλαδή την καθοριστική προκείμενη των ‘πολιτικών’)—αφομοιώνεται και αποσιωπείται, συγκαλύπτεται, η ταξική αντίθεση ανάμεσα σε αντίπαλες ομάδες, διότι αυτές ενσωματώνονται σιωπηλά και ολοκληρωτικά σε θεσμοποιημένες σχέσεις εξουσίας, οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικο-αστυνομικής καταπίεσης.
Τούτη η τεχνοκρατική συνείδηση, ακριβώς επειδή, φαινομενικά, ομοιάζει ξεκομμένη από την μεταφυσικότητα της ιδεολογίας, και ταυτίζεται περισσότερο με έναν, αφηρημένου περιεχομένου ως προς την πρόσληψή του, επιστημονικό λόγο, δύναται καλλίτερα απ’ οποιαδήποτε άλλη επικαλούμενη κοσμοθεωρία να συγκαλύψει τα πρακτικά ζητήματα και τοιουτοτρόπως, «να υπερασπίζεται τα κυριαρχικά συμφέροντα μίας ορισμένης τάξης, και καταστέλλει την ιδιαίτερη ανάγκη ανεξαρτητοποίησης μίας άλλης»(Χάμπερμας), προκαθορίζοντας τους δομικούς όρους που προκαταβολικά επιτάσσουν τα καθήκοντα που πρέπει να εκπληρούνται για τη «σωτηρία του συστήματος».

 

Previous articleΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ
Next articleΤΟ «ΠΕΙΡΑΜΑ» ΤΗΣ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΑΠΕΤΥΧΕ
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ
Ο Γιώργης είναι ποιητής και κριτικός τέχνης. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Μετά τις σπουδές Πολιτικού Μηχανικού, Φιλοσοφίας, Κοινωνιογλωσσολογίας, Ελληνικού Πολιτισμού, δίδαξε Αισθητική, Πολιτική Φιλοσοφία και Μεθόδους Κριτικής στην Ιταλία (Σχολή Καλών Τεχνών Μιλάνου, Παν/μιο Βίγο Ισπανία, Πάντειο). Έχει δημοσιεύσει τρεις ποιητικές συλλογές στην Ελλάδα, και δύο στην Ιταλία (όπου βραβεύθηκε το 2006 με το εθνικό βραβείο Ποίησης Astrolabio στην Πίζα) και συμμετάσχει με κείμενα σε πολλά περιοδικά και διεθνή συνέδρια. Ως θεωρητικός έχει διοργανώσει λίγες, πλην όμως σημαντικές, μεγάλες εικαστικές εκθέσεις σε Ελλάδα και Εξωτερικό. Συγγραφέας βασικών κειμένων σε πλείστους καταλόγους τέχνης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, μεταφραστής πολλών βιβλίων από 9 γλώσσες (τελευταίο "Η Γραμματική του Πλήθους" του Πάολο Βίρνο, εκδόσεις Αλεξάνδρεια).

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.