ΚΑΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΤΣΑΡΔΑΝΙΔΗ

Η σημερινή κυβέρνηση διακηρύττει ότι βασική προτεραιότητά της είναι η στροφή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης της εξωστρέφειας και της αύξησης της ανταγωνιστικότητας σε σχέση πάντα με τις γενικότερες οικονομικές συνθήκες που διαμορφώνονται για τη χώρα μας και τις τρέχουσες επιταγές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Βασική προϋπόθεση για την επίτευξη της εξωστρέφειας και γενικότερα της εξωτερικής οικονομικής πολιτικής είναι η ενίσχυση της οικονομικής διπλωματίας και το «πάντρεμα» – Ησαΐα χόρευε- όλων των διάσπαρτων φορέων και υπηρεσιών «σε μια ενιαία δομή που θα είναι συνεκτική, αποτελεσματική και θα αποφεύγει τα στεγανά και τις επικαλύψεις του παρελθόντος».

Η δομή αυτή θα αποτελείται από δύο άξονες: α) μια μονάδα πολιτικής με έδρα το Υπουργείο Ανάπτυξης (ΥΠΑΝ) και β) μια μονάδα προωθητικών ενεργειών που θα προκύψει από την ένωση του Ελληνικού Οργανισμού Εξωτερικού Εμπορίου/ΟΠΕ και του ΕΛΚΕ/Invest in Greece. Ο δε Υπουργός Εξωτερικών κ. Δημήτριος Αβραμόπουλος έχει τονίσει ότι «η οικονομική διπλωματία αποτελούσε πάντοτε βασικό στόχο και αποστολή του Υπουργείου Εξωτερικών…» και ότι «… με δεδομένη τη σημερινή πολυπλοκότητα των διεθνών οικονομικών σχέσεων […] το ΥΠΕΞ καλείται να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις με ευέλικτα και αποτελεσματικά σχήματα».

Ωστόσο, πολύ φοβούμαστε ότι η διαφαινόμενη αναδιάρθρωση του συστήματος της οικονομικής διπλωματίας, όπως γίνεται, θα υπονομεύσει όχι μόνο την προσπάθεια που καταβάλλεται για την εξωστρέφεια αλλά και την ίδια την εξωτερική πολιτική της χώρας για τους ακόλουθους τρεις λόγους:

Πρώτον, λόγω της ουσιαστικά, αυτοκατάργησης του ΥΠΕΞ ως του κύριου διαμορφωτή της οικονομικής διπλωματίας της χώρας με αρνητικές συνέπειες στη συνολική εξωτερική πολιτική. Σήμερα, η σημαντικότερη έννοια της οικονομικής διπλωματίας αναφέρεται στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής με τη χρησιμοποίηση οικονομικών μέσων. Ο νέος Οργανισμός του ΥΠΕΞ δεν προβλέπει Γενική Γραμματεία Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, ούτε αρμόδια Γενική Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων. Οι διμερείς και οι πολυμερείς οικονομικές διαστάσεις της εξωτερικής πολιτικής σαφώς δεν θα ασκούνται πλέον από το ΥΠΕΞ σε μια περίοδο όπου η οικονομική διπλωματία υπολογίζεται ότι απασχολεί πάνω από το 80% του χρόνου και των προσπαθειών της εξωτερικής πολιτικής των περισσότερων κρατών.

Στη πράξη, λαμβάνει χώρα μια διαδικασία αποστέρησης του ΥΠΕΞ από το βασικότερο μοχλό άσκησης εξωτερικής πολιτικής, που είναι σήμερα η οικονομική διπλωματία. Το ΥΠΕΞ θα καλείται, μέσω των πρεσβειών, απλώς να «υπηρετεί» και να υλοποιεί πολιτικές οικονομικής διπλωματίας που στην πράξη ελάχιστα θα διαμορφώνει και θα συντονίζει στα πλαίσια της μονάδας πολιτικής του ΥΠΑΝ. Από την άλλη μεριά, θα υπάρξει έλλειψη συντονισμού μεταξύ της γενικότερης εξωτερικής πολιτικής της χώρας και της οικονομικής διπλωματίας και θα δημιουργηθούν όλες οι προϋποθέσεις για τη διαιώνιση μιας «γραφειοκρατικής ασυνεννοησίας» στο πεδίο της εξωτερικής οικονομικής πολιτικής μεταξύ του ΥΠΕΞ και του ΥΠΑΝ, όπως έχει συμβεί εξάλλου ξανά στο παρελθόν. Η δε επιχειρούμενη μεταφορά των ΟΕΥ και των αρμοδιοτήτων τους από το ΥΠΕΞ στο ΥΠΑΝ θα συρρικνώσει τη ζύμωση που έχει επιτευχθεί σε κάποια έκταση τα τελευταία χρόνια εντός του Υπουργείου Εξωτερικών μεταξύ των αλληλεξαρτώμενων παραδοσιακών ζητημάτων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής με τα ολοένα και σημαντικότερα θέματα της οικονομικής διπλωματίας.

Δεύτερον, λόγω της αποδυνάμωσης της δεύτερης στενότερης έννοιας της οικονομικής διπλωματίας που αφορά τη χρησιμοποίηση διπλωματικών μέσων για την προώθηση και την επίτευξη οικονομικών στόχων. Όπως διαφαίνεται, η μονάδα χάραξης και συντονισμού πολιτικής (policy unit) στο ΥΠΑΝ – δεν θα είναι μια ισχυρή Γενική Γραμματεία που θα έχει όλες τις αρμοδιότητες των Γενικών Διευθύνσεων Β” που μεταφέρονται από το ΥΠΕΞ. Θα είναι μια απλή Γενική Διεύθυνση ανάμεσα στις τόσες άλλες του ΥΠΑΝ με «υπαρξιακές» και λοιπές αναζητήσεις ως προς το πώς θα στελεχωθεί. Ως εκ τούτου, η νέα αυτή Γενική Διεύθυνση δεν είναι σίγουρο ότι θα είναι σε θέση να διαμορφώσει και να εισηγηθεί στα αρμόδια κυβερνητικά όργανα μια συγκροτημένη πολιτική πολύ δε περισσότερο να αναλάβει το δυσχερές έργο συντονισμού υλοποίησης των στόχων της οικονομικής διπλωματίας.

Τρίτον, εκ των πραγμάτων, λόγω της έμφασης που φαίνεται ότι δίνεται στον νέο φορέα που θα προκύψει από τη συγχώνευση του ΟΠΕ με το Invest in Greece – που θα λειτουργεί με ιδιωτικο – οικονομικά κριτήρια με τη μορφή είτε ΑΕ του δημοσίου είτε Οργανισμού/Agency υπό τη εποπτεία του ΥΠΑΝ. Αναπόφευκτα, δημιουργούνται, τα εξής βασικά ερωτήματα για αυτόν νέο φορέα:

α) Ο νέος φορέας θα έχει και αρμοδιότητες χάραξης και συντονισμού της οικονομικής διπλωματίας ή μόνο θα αποτελεί μια μονάδα προωθητικών ενεργειών και υλοποίησης πολιτικής; Εάν είναι το πρώτο, τότε αναφύεται το εξής σοβαρό ζήτημα που μπορεί να δημιουργήσει και θέμα διαφάνειας: δεν θα υφίσταται ο αναγκαίος και ξεκάθαρος διαχωρισμός μεταξύ του πολιτικού μηχανισμού που αποφασίζει και ελέγχει την οικονομική διπλωματία και του φορέα που την υλοποιεί. Δηλαδή ο νέος αυτός φορέας, ιδιαίτερα αν πάρει τη μορφή μιας ΑΕ θα έχει καταστεί ένα παντοδύναμος οργανισμός με πολιτική ισχύ και αποφασιστικές εκτελεστικές αρμοδιότητες. Εάν ισχύει το δεύτερο, τότε η ουσία της οικονομικής διπλωματίας συρρικνώνεται ακόμη περισσότερο σε μια μικροοικονομική αντίληψη της οικονομικής διπλωματίας – στο όνομα της ευελιξίας και της αποτελεσματικότητας- που θα αφορά μόνο τις επιχειρηματικές σχέσεις αυτές καθαυτές, με την υποβοήθηση των εξαγωγικών επιχειρήσεων και των ελληνικών επιχειρήσεων που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν στο εξωτερικό και τη διάχυση πληροφόρησης για προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων.

β) Δημιουργούνται πρακτικά ζητήματα. Τα Γραφεία ΟΕΥ θα μεταφερθούν στο νέο φορέα, θα διαλυθούν ή θα ανήκουν στο ΥΠΑΝ; Εάν μεταφερθούν στον νέο φορέα, προφανώς θα πρέπει να αποκτήσουν νέο νομικό status και αρμοδιότητες σαφώς προσανατολισμένες στους στόχους του νέου φορέα, στερώντας τις πρεσβείες μας των μηχανισμών να προωθούν και να διεκπεραιώνουν ζητήματα της γενικότερης εξωτερικής οικονομικής πολιτικής της χώρας. Εάν ανήκουν στον ΥΠΑΝ, τότε ο νέος φορέας θα πρέπει να ιδρύσει δικές του αντένες/γραφεία -τουλάχιστον στις χώρες στόχους για εξαγωγές και προσέλκυση ξένων επενδύσεων- με την προσθήκη νέων δαπανών και σπατάλης πόρων, ενώ παράλληλα ο συντονισμός με τις πρεσβείες θα είναι προβληματικός για τους λόγους που εξηγήσαμε παραπάνω.

Η τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα έφερε στο προσκήνιο του σχολιασμού το πραγματικό ή όχι του Χορού του Ζαλόγγου. Καλό θα είναι να μη αναλωνόμεθα στο να αποδείξουμε ότι, ακόμη και αν επρόκειτο για «εθνικό μύθο», τώρα μπορεί πράγματι να καταγραφεί ως πολιτικό γεγονός στο χώρο της οικονομικής διπλωματίας.

Previous articleΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΔΙΚΙΑ
Next articleΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΝΟΧΙΚΗ ΑΝΟΧΗ ΜΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ …ΣΚΟΤΑΔΙ
ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΥΣΙΡΗ
Σπούδασε στο Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις Ευρωπαϊκές Σπουδές και Διεθνείς Σπουδές από το ίδιο Τμήμα. Έχει παρακολουθήσει το Ετήσιο Πρόγραμμα Παιδαγωγικής Κατάρτισης (ΕΠΠΑΙΚ) της Ανώτατης Σχολής Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΑΣΠΑΙΤΕ). Έχει συνεργαστεί ως ερευνητής με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Αριστείας Jean Monnet του Πανεπιστημίου Αθηνών και με το Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (Ι.Δ.Ο.Σ.) με θέμα τη ελληνική οικονομική διπλωματία. Έχει δημοσιεύσει μαζί με τον Χαρ. Τσαρδανίδη το άρθρο Organizing Greece's Economic Diplomacy στο συλλογικό τόμο Greek Foreign Policy, Vol.1, σε επιμέλεια της Μ. Γιαννού, Athens: Hellenic Centre For European Studies, 2013.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.