Ο Γιώργος Ζερβάκης σημειώνει ότι το 2014, τόσο το 6μηνο της προεκλογικής περιόδου των προηγούμενων ευρωπαϊκών εκλογών, αλλά και η περίοδος μετά από αυτές, προσδιορίσθηκε από μια διαφοροποιημένη ατζέντα των κύριων ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων στην κατεύθυνση της επιλογής διαφορετικών πολιτικών προσώπων ως υποψήφιων για την θέση του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.


Εξέλιξη που διαμόρφωσε μια εμφανή, έστω και περιορισμένη τάση πολιτικοποίησης των ευρωεκλογών, αναγκαία προϋπόθεση για την αύξηση του δημόσιου ενδιαφέροντος ως προς τις κοινοτικές εξελίξεις. Το αποτέλεσμα των τελευταίων ευρωεκλογών, η εκλογική επικράτηση του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, η εκλογή Γιούνκερ στην θέση του Προέδρου της Επιτροπής, στην βάση του σεβασμού της δημοκρατικής κοινοτικής διαδικασίας, έτσι όπως την προβλέπει η Συνθήκη της Λισαβόνας, αλλά και όσα έχουν εξελιχθεί μέχρι και σήμερα, δημιουργούν το αναγκαίο περίγραμμα για την αναζήτηση και την διαμόρφωση ενός ορίζοντα αναγκαίων αλλαγών στην ΕΕ.

Αλλαγές που είναι επιβεβλημένες, αφενός γιατί οι ιστορικές στιγμές απαιτούν η Ευρώπη να έχει συγκροτημένη παρουσία, με έκφραση πολιτικής οντότητας, επιτυγχάνοντας την μείωση του δημοκρατικού ελλείμματος, ανανεώνοντας το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για το εγχείρημα της ενοποίησης, μεταδίδοντας σε αυτό, ένα νέο, διαφοροποιημένο μήνυμα ανανέωσης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τα προβλήματα που έχουν αναπτυχθεί στο εσωτερικό της,  διαμορφώνοντας μια νέα λειτουργική παρουσία και δράση, οφείλει να καλύψει μια 20ετή περίοδο όπου εναλλάσσονταν επιχειρούμενες προσπάθειες θεσμικής εμβάθυνσης, συντελούμενες ενέσεις διακυβερνητικής λογικής, προσπάθειες προώθησης του ενοποιητικού σχεδίου αλλά και στασιμότητες.

Παρά στο ότι σαν τελικό αποτέλεσμα δεν είχαμε επιστροφή σε μια τάση επανεθνικοποίησης, εντούτοις υπήρξε εμφανής η αδυναμία να κινηθούμε σε ποιό ενοποιητικούς ρυθμούς.

Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του Μαΐου του 2014 και όσα ακολούθησαν, διαμόρφωσαν έναν άξονα πολιτικής ταύτισης διαφορετικών και διακριτών φιλοενοποιητικών δυνάμεων, ο οποίος με την σειρά του μπορεί να μετεξελιχθεί και να αποτελέσει ένα εν δυνάμει πρόπλασμα που μπορεί να προσδώσει στην ενοποιητική προσπάθεια απτά και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, προσδιορίζοντας την αναγκαία αλλαγή στην κατεύθυνση της Ένωσης.

Τα προβλήματα της Ευρώπης των κρατών-μελών, των Πολιτών, δίνουν το στίγμα ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να είναι μόνον μια υπόθεση εμπορικού χαρακτήρα, κάτι που οριοθετήθηκε από την εποχή της Επιτροπής Delors. Η  Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και η Εσωτερική Αγορά, οι θεμελιώδεις ελευθερίες διακίνησης προσώπων, κεφαλαίων, υπηρεσιών, ήταν το αποτέλεσμα μιας ενεργητικής πρωτοβουλίας για την εμβάθυνση και την συνοχή του ενοποιητικού σχεδίου ως προς την οικονομική του κατεύθυνση.

Παρά το ότι στην 10ετία του ’80 εκδηλώθηκαν σημαντικές πρωτοβουλίες στην κατεύθυνση της εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, οι πρωτοβουλίες Γκένσερ-Κολόμπο, η βούληση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να πρωτοστατήσει στην πολιτική ενοποίηση με το Σχέδιο Σπινέλι, παρά το γεγονός ότι η Συνθήκη του Μάαστριχτ συνέβαλε στο να περιγράψει την διάσταση της πολιτικής ενοποίησης και να θέσει συγκεκριμένες βάσεις, η κατεύθυνση υπήρξε σαφώς χαμηλότερη των προσδοκιών, καθώς οι εθνικές αρχές διατήρησαν έναν κοινό χαμηλό παρονομαστή.

Τα προβλήματα με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπη η ΕΕ, δείχνουν την κατεύθυνση που πρέπει να αναζητήσει και να ακολουθήσει, δείχνοντας ότι δεν αρκεί να στοχοθετείται μόνον ως ένα σύνολο ενισχυόμενης εμπορικής μορφής, ότι δεν είναι μόνον ένα τεχνοκρατικό εγχείρημα.

Η διαδικασία της ενοποίησης δεν μπορεί να σταματά στην αντίληψη μιας τεχνοκρατικής, γραφειοκρατικής σύνθεσης, δεν οριοθετείται από πειράματα υποτιθέμενων αλλαγών που δεν αντιλαμβάνονται το ενοποιητικό αφήγημα, αλλά χρειάζεται να ανανεωθεί στα πλαίσια της μετεξέλιξης της σε πολιτικό επίπεδο, με καθορισμό προτεραιοτήτων, δράσεων και πολιτικών που να προάγουν την Κοινοτική-Ενωσιακή αντίληψη, μέσα από μια διαρκή ενδυνάμωση της δημοκρατικής νομιμοποίησης.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.