Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017
μπορουν να προβλεφθουν οι κρισεισ;

ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΦΘΟΥΝ ΟΙ ΚΡΙΣΕΙΣ;

του ΒΥΡΩΝ-ΓΙΩΡΓΗ ΔΑΒΟΥ

Ένα από τα αμείλικτα ερωτήματα που έχουν αναδυθεί από την πρωταρχή της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης, και παραμένει ακόμη επίκαιρο δεδομένου ότι το διεθνές πρόβλημα όχι μόνον συρρικνούται, αλλά απεναντίας διογκώνεται και διαφοροποιείται επηρεάζοντας λίγο-λίγο κι άλλους τομείς, και περισσότερες χώρες, αφορά την αδυναμία, ή ακόμη χειρότερο την εθελότυφλη απροθυμία, πρόβλεψής της.

ΜΕΡΟΣ Α’ : ΑΠΟ ΤΟ « ΒΟΟΜ» ΣΤΟ ΜΠΑΜ!

Ιδίως, όπως επισημαίνουν πολλοί κύκλοι, θέτοντας προ των ευθυνών τους οικονομολόγους, τραπεζίτες και κυβερνήσεις, τα υφιστάμενα στοιχεία, οι ανεξέλεγκτες τάσεις στις διάφορες αγορές και στα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους προοιώνιζαν τις στρεβλώσεις και τους κινδύνους, που έμελλαν να επακολουθήσουν. Γιατί όμως οι παράγοντες τούτοι στρουθοκαμήλιζαν όλον αυτόν τον καιρό, λαμβάνοντας επιδερμικά μόνον επικουρικά μέτρα και διαιωνίζοντας τον μύθο της ‘κηρήθρας του Μάντεβιλ’, όπου ενώ στο εσωτερικό της βασιλεύει η ασωτία κι η φαυλότητα, η γαλήνη της, η ευμάρεια και η ύπαρξή της ποσώς απειλούνται κι απεναντίας θάλλουν;

Στην απορία (με τη διττή έννοια του όρου) η πρώτη εύκολη απάντηση, από την πλευρά όσων ήθελαν να αποφύγουν τους μύδρους για την ευθύνη που έφεραν, ήταν πως οι διάφοροι εξωγενείς παράγοντες, οι οποίοι είναι δύσκολο να προβλεφθούν βάσει των μοντέλων που κάθε πρόθεση για πρόβλεψη επεξεργάζεται δημιούργησαν απροσμέτρητες συνθήκες, οι οποίες διεύρυναν τα μετρήσιμα περιθώρια κινδύνου των διαφόρων επενδύσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, διαφοροποιώντας τις τιμές και προξενώντας απρόβλεπτες βραχυπρόθεσμα καταστάσεις. Με αποτέλεσμα, οι αντιδράσεις των τραπεζών, των αγορών, των κυβερνήσεων, να γίνονται σε διορθωτικό και μόνον, και όχι σε διαρθρωτικό πλαίσιο (προσφεύγοντας στον δανεισμό, στη μείωση των επιτοκίων, στην παροχή κινήτρων για επενδύσεις σε διαφορετικούς τομείς και προϊόντα, προκειμένου να υπερφαλαγγισθεί η στόμωση άλλων) με αποτέλεσμα να αυξάνει η αβεβαιότητα κι αιτιακά ο κίνδυνος, με αποτελέσματα τη σπασμωδική αντίδραση των αγορών και την τελική κατάρρευσή τους.

Εν τούτοις, το επιχείρημα των εξωγενών παραγόντων κάθε άλλο παρά πειστικό είναι: δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι κίνδυνοι, το ρίσκο, είναι συστατικό στοιχείο των διαδικασιών της αγοράς και των επενδύσεων, ο καθορισμός του και η πρόβλεψή του, τα μοντέλα εν γένει με βάση την αξιολόγηση της ροής, των περιουσιακών στοιχείων, ή των επιδόσεων, αποτελούν τον προσδιοριστικό παράγοντα της κίνησης (κερδοσκοπικής, ή μη) της αγοράς. Ούτως, ή άλλως, οι εξωγενείς παράγοντες σε μία οικονομική απόφαση έχουν να κάνουν με τα αποτελέσματα, ευεργετικά, ή καταστροφικά, πάνω σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με αυτήν καθαυτήν την οικονομική απόφαση (είναι δυνατόν –και φευ, τούτο παρατηρείται διαρκώς τις τελευταίες δεκαετίες, οι δραστηριότητες ενός παράγοντα καίτοι ευεργετικές για τον ίδιον να αποδεικνύονται ζημιογόνες για τους άλλους και την κοινωνία, οδηγώντας έτσι όλο και συχνότερα σε μία κατάσταση «μηδέν εις το πηλίκον», όπου ό,τι κερδίζει ο ένας πρέπει να το χάνει ο άλλος).

Όμως αγκαλά και τούτο το επιχείρημα—πως οι εξωγενείς παράγοντες στη λήψη μίας απόφασης, που δημιουργεί ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στο ιδιωτικό κόστος, το προσωπικό κέρδος και το κοινωνικό προϊόν, το οποίο οδηγεί τις αγορές στην κατάρρευση—είναι εν μέρει πειστικό, εντούτοις δεν είναι αληθές. Ήδη από το 1960, ο Coarse το είχε καταρρίψει, αντιστρέφοντας τον θεμελιακό συλλογισμό του, καταδεικνύοντας πως δεν είναι επειδή υπάρχουν οι εξωγενείς παράγοντες που καταρρέουν οι αγορές, αλλά οι ίδιοι οι εξωγενείς παράγοντες δημιουργούνται διότι δεν λειτουργεί η διαβούλευση ανάμεσα στα διάφορα μέρη (οι αντισυμβαλλόμενοι στην αγορά) εξαιτίας του κόστους συναλλαγής.

Στο τελευταίο του βιβλίο, ο ειδικός στη μελέτη των κινδύνων στις αγορές Hyung Song Shin, που τιτλοφορείται ακριβώς Risk and Liquidity, αποσυνθέτει τούτες ακριβώς τις αιτιάσεις για την αδυναμία να προβλεφθούν οι κρίσεις επειδή συντρέχουν αστάθμητοι εξωγενείς παράγοντες, επιχειρηματολογώντας πάνω σε στέρεα βάση πως το φαινόμενο των κρίσεων είναι εσωτερικό του συστήματος της αγοράς, και το «ενδογενές σοκ», όπως χαρακτηριστικά τ’ ονομάζει είναι παράγωγο και διογκώνεται από τους ίδιους τους εσωτερικούς μηχανισμούς του συστήματος.

Μέσα από μία μακρά σειρά μοντέλων, που αποδεικνύουν το πόσο αβάσιμο είναι το επιχείρημα των φυγόμαχων εγκαλουμένων, ο Shin υπογραμμίζει πόσο ακριβώς ευθύνονται οι αντιδράσεις και οι άμυνες των μεμονωμένων παραγόντων του χρηματοοικονομικού συστήματος στην αλλαγή των συνθηκών και του περιβάλλοντος στο οποίο δραστηριοποιούνται και πως αυτές οι κινήσεις τους διαφοροποιούν και μεταβάλλουν αυτό καθαυτό το περιβάλλον. Αναλύοντας αυτούς τους ενδογενείς μηχανισμούς, ο συγγραφέας κατορθώνει πειστικά να καταδείξει πως η δράση του συμβάλλει στην διάδοση και διόγκωση των όποιων φαινομένων.

Ευθύς εξαρχής μόνο και μόνο το γεγονός ότι κάποιος διατείνεται πως η κρίση είναι ενδογενής σημαίνει πως για να δωθεί απάντηση στο πως δημιουργούνται οι δυσλειτουργίες της εξαρκεί η διερεύνηση των ίδιων των μηχανισμών της. Ουδεμία χρεία υπάρχει να πιέσει κάποιος τη φαντασία του, ή να γυρέψει σε άλλους χώρους τους λόγους που διεμβολίζουν κάθε φορά τους μηχανισμούς παραγωγής αποφάσεων και εκτέλεσής τους. Για τον Shin αυτό αποτελεί τη συνέπεια της διπλής φύσης και λειτουργίας των τιμών: αφ’ ενός αυτές αντανακλούν την αξία των υπαρχόντων αγαθών, αφ’ ετέρου έλκουν σε δραστηριότητες που—όπως τονίσαμε και προηγουμένως—ενώ σε ατομικό επίπεδο μπορεί να είναι ευεργετικές, τα σωρευτικά τους αποτελέσματα πόρρω απέχουν να διεκδικήσουν δάφνες ωφελιμότητας. Τρανό παράδειγμα η τάση mark to market, που μολονότι καθιστά εμφανή στους ισολογισμούς κάθε διακύμανση των τιμών, εξαναγκάζει συνάμα τις τράπεζες να λάβουν διορθωτικά μέτρα όλες μαζύ ταυτόχρονα—με όλα τα αλγεινά αποτελέσματα που διαπιστώσαμε τον τελευταίο καιρό. (Και τούτο το εύστοχο παράδειγμα, σημειώνουμε, μας υπενθυμίζει την ουσιαστική και γνωστή αγελαία συμπεριφορά των αγορών σε οποιαδήποτε θετική, ή αρνητική συγκυρία και οφείλουμε να το προσθέσουμε στην μακρά σειρά των ενδογενών στοιχείων της δυσλειτουργίας του συστήματος).

Άλλωστε στην ίδια γραμμή εντάσσεται και η θέση του Raghuram Rajan στο πρόσφατό του έργο Fault Lines, στο οποίο επιρρίπτει την ευθύνη της πρόσφατης κρίσης στις συγκλίνουσες ατομικές αποφάσεις που έλαβαν οι τραπεζίτες, οι κυβερνήσεις και οι παράγοντες της αγοράς ακινήτων, τονίζοντας πως αυτές οι αποφάσεις ήσαν στην ουσία λελογισμένες απαντήσεις στις δυσλειτουργίες μίας παγκόσμιας χρηματοοικονομικής τάξης στην οποία η όποια παροχή κινήτρων για την ανάληψη ρίσκου είναι ασύμβατα με τους κινδύνους που αυτά ενέχουν. Η άποψη του Shin έρχεται να προσθέσει και άλλες συνιστώσες, πιο τεχνικές, στις γενικές διαπιστώσεις του συναδέλφου του στο Booth School, ο οποίος επισημαίνει τις αιτίες της κρίσης στις ενδημικές τάσεις της παγκόσμιας οικονομίας: την κατανάλωση μέσω δανεισμού από χώρες με ελλείμματα (όπως η περίπτωση της Ελλάδας) και την υπερβολή στην αποταμίευση από χώρες με πλεόνασμα (ίδε Γερμανία), που εκτός των άλλων πιέζονται σήμερα να κρατήσουν ψηλά την εξαγωγική τους δραστηριότητα για να διατηρηθούν υψηλά τα επίπεδα της διεθνούς ανάπτυξης, την (διαφοροποιό, θα λέγαμε) τάση για την απόκτηση κατοικίας, που διογκώνει την ζήτηση στεγαστικών δανείων σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, που έχουν ωστόσο το αρνητικό ιδίωμα να στερούνται ενός επαρκούς κοινωνικού κράτους, και στην ιδιαίτερη τεχνολογική εξειδίκευση (sophistication) του χρηματοοικονομικού τομέα, που καθιστά δυσχερή τον έλεγχο και τη ρύθμισή του.

Με περισσή ευθυκρισία και τόλμη της γνώμης του, ο Shin διατρανώνει πως οι σαρωτικές κρίσεις δεν ενσκήπτουν απροειδοποίητα, αλλά επακολουθούν απαρέγκλιτα και πίπτουσιν επί των κεφαλών μας έπειτα από κάθε υπέρμετρη ανθοφορία, ύστερα από μία περίοδο ‘μπουμ’. Κι εκεί που αυξάνει περισσότερο ο κίνδυνος είναι στις λεγόμενες «φούσκες», καθώς στις περιστάσεις αυτές των καιροσκοπικών ακροβατισμών δημιουργούνται οι μεγαλύτερες χρηματοοικονομικές ανισορροπίες, που αναπόφευκτα μετατρέπονται σε κρίσεις. Για να επανέλθουμε στο προηγούμενο, τεχνικό, παράδειγμα (που αριστοτεχνικά περιγράφει δίκην επιβεβαίωσης του κανόνα) η διαδικασία του mark to market στη διάρκεια της «ευμάρειας» (boom) παρουσιάζει ένα πλεόνασμα κεφαλαίου: αυτό αντιστοιχεί για τις τράπεζες ό,τι αποτελεί για τη βιομηχανία η αδρανής, ή αχρησιμοποίητη, παραγωγική ικανότητα. Στις περιπτώσεις τούτες (και για τις τράπεζες ισχύει ό,τι και για την παραγωγή) χρειάζεται το πλεόνασμα τούτο να διατεθεί πάση θυσία: αναγκαιοί η εξεύρεση νέων αγορών, νέων διόδων, νέων προϊόντων για τις τράπεζες. Ιδιαίτερα οι τελευταίες, βρίσκονται πλέον στην ανάγκη να διαθέσουν πιστώσεις και προϊόντα ακόμη και σε πελάτες που προηγουμένως θεωρούσαν επισφαλείς και ανεπιθύμητους, ή να επιτρέψουν δανεισμούς για ριψοκίνδυνες επενδύσεις. Ο ίδιος ο συγγραφέας υπογραμμίζει τον εξαιρετικά σημαίνοντα και θεμελιακό ρόλο που κρατεί ο κίνδυνος για τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.

Υπό κανονικές συνθήκες, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διοχετεύουν τις αποταμιεύσεις των επενδυτών στην πραγματική οικονομία, τζιράροντας το διαθέσιμο κεφάλαιο` εν τούτοις σε περιόδους φρενήρους ανάπτυξης ‘μπουμ’ το κεφάλαιο τούτο δημιουργεί ένα πλεόνασμα, που πρέπει να κυκλοφορήσει, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο. Προκειμένου να διατηρηθεί ένα ενιαίο επίπεδο κινδύνου σε όλα τα συναφή ιδρύματα, οι τράπεζες αρχίζουνε ν’ ανταλλάσσουν πιστώσεις και χρέη. Μολονότι αυτά μακρόπνοα αποσβέννυνται, η αλληλουχία που συνδέει τον τελευταίο πιστωτή με τον τελευταίο δανειστή γίνεται όλο και πιο σχοινοτενής και πιο εύθραυστη, με αποτέλεσμα και το σύστημα να επινοεί όλο και πιο σύνθετους μηχανισμούς και δομές, εδραζόμενο πάντοτε στη φτενή τούτη βάση του αρχικού κεφαλαίου που τεχνηέντως διευρύνεται μέσω των αλλεπάλληλων πιστώσεων (μέσω διάφορών παραγώγων προϊόντων, σαν τα MBS, ABS,CDO) και από την άλλη η ισορροπία στην επιμήκυνση της αλυσσίδας τούτης καθίσταται δυνατή μόνον με τη βράχυνση των προθεσμιών αποπληρωμής. Τούτο είναι αυτονόητο: προκειμένου ένα προϊόν να γίνει κερδοφόρο αυτό πρέπει να προσφερθεί με όσο το δυνατόν μικρώτερο επιτόκιο και, εάν κι εφόσον η καμπύλη κερδοφορίας του είναι αυξητική, οι συναλλαγές πρέπει να γίνονται στο βραχύτερο δυνατόν διάστημα. Ο συγγραφέας υπενθυμίζει πως στον κολοφώνα της ‘τραπεζικής φούσκας’ οι επενδυτικές τράπεζες τζιράρανε σχεδόν το ένα τέταρτο του κεφαλαίου τους στην Ουόλ Στριτ.

Στον ίδιον παρανομαστή, και η νομισματική πολιτική που ακολουθείται εάν διατηρήσει χαμηλά τα επιτόκια για μία μακρά περίοδο (όρα την πολιτική της ΕΚΤ στη δεκαετία του 2000 με τα δάνεια και τα επιτόκια δανεισμού) και διασφαλίσει πως τούτα θα παραμείνουν χαμηλά για τούτο το διάστημα, δημιουργούνται οι συνθήκες για την ανάληψη βραχυπρόθεσμου ρίσκου –το ‘μπουμ’ των στεγαστικών δανείων στην Ελλάδα, που προβλήθηκε ως λύση αναδιανομής των απωλειών από το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Εντούτοις, το 2007 η πρώτη κρίση, που αφορά την (δι)ασφάλιση των τίτλων, απέδειξε το πόσο σφαλερή υπήρξε η βασική αρχή για τη διαφοροποίηση των κινδύνων (και κατά συνέπεια για την ενίσχυση του ανθεκτικότητας απέναντι στα ακάλυπτα χρέη των δανειοληπτών. Εξίσου λανθασμένη ήταν και η επιλογή να παραμείνει στις τράπεζες η «καυτή πατάτα» της διαβίβασης των (δι)ασφαλίσεων αυτών, με στόχο να επιμηκυνθεί η αλυσσίδα των τελευταίων πιστωτών με τους τελευταίους δανειστές: η αδυναμία να μην μπορεί κανείς να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στην πώληση μίας πίστωσης με την έκδοση τίτλων με υποθήκη ακριβώς αυτήν την πίστωση, καθώς στην τελευταία τούτη περίπτωση η «καυτή πατάτα» των ‘κακών’ πιστώσεων παραμένει εγγεγραμμένη στον ισολογισμό της τράπεζας, ακριβώς όπως και η υπέρβαση των ισολογισμών που προκύπτουν από τη μείωση του κινδύνου. Είναι πέρα για πέρα εμφανές πως η κρίση δεν προέκυψε από εξωγενείς παράγοντες, αλλά κυρίως από τις δράσεις και αντιδράσεις (στα ριψοκίνδυνα και τυχοδιωκτικά αποτελέσματα που προκάλεσαν οι παραπάνω δράσεις) των παραγόντων αυτού του ιδίου του συστήματος.

Όμως οι διάφοροι κανόνες (που κάποτε προφητικά ζητούσε, πολύ πριν την κρίση, να εφαρμοσθούν ο Raghuram Rajan στο έτερο περίφημο βιβλίο του Saving Capitalism from the Capitalists του 2003) που πασχίζουν οι θεσμοί της αγοράς και οι κυβερνήσεις να εφαρμόσουν σήμερα, είναι ικανοί να αποτρέψουν τέτοιες κρίσεις, δεδομένου ότι αυτές προέρχονται από τα ίδια τα σπλάχνα του συστήματος και βασίζονται ακριβώς στη ρευστότητα των τιμών κινδύνου; Ο Shin τονίζει πως μ’όλο που θα μπορούσαν να τις έχουν προβλέψει και περιορίσει, ιδίως μέσα από μία ισομερή νομισματική πολιτική, οι ρυθμιστικοί κανονισμοί αυτοί δεν θα ήσαν πλήρως επαρκείς.

Ωστόσο, παραμένει μία δυνατότητα: να διατηρηθεί η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών από τα ιδιωτικά συμφέροντα στην χάραξη μίας πολιτικής που θα αποσκοπεί στην εξασφάλιση της σταθερότητας των τιμών, στην διατήρηση των χαμηλών επιτοκίων—όποτε συντρέχουν λόγοι πληθωριστικών πιέσεων και το επιτρέπουν οι γενικώτερες πιστοδοτικές συνθήκες—και θα παρακολουθεί πάντοτε άγρυπνα την αξία της ρευστότητας. Στην παρούσα κρίση ο Shin βλέπει μία πραγματική δυνατότητα: την ευκαιρία να επιβληθεί μία νομισματική πολιτική και μία ρυθμιστική διαδικασία της αγοράς πάνω σε πιο σταθερές βάσεις.

Δεν είναι τυχαίο που κι ο Rajan (Saving Capitalism), στις προτάσεις του για έναν «υγιή καπιταλισμό» με την απεμπλοκή των αγορών από τα ασύμβατα προς την επωφελή λειτουργία τους για το κοινό καλό συμφέροντα προτείνει α) τη μείωση της υπάρχουσας μορφής των καπιταλιστικών κινήτρων που έρχονται σε σύγκρουση με την ομαλή λειτουργία της αγοράς (ιδιαίτερα μειώνοντας τη συγκέντρωση της κατοχής παραγωγικών τίτλων), β) να δημιουργηθεί ένα (Rawlsιανά επιτρέψτε μας να τονίσουμε) ασφαλές κοινωνικό δίκτυ προστασίας για τους πιο αδύναμους, γ) να κρατηθούν, ουσιαστικά, ελεύθερα τα σύνορα της αγοράς, απεξαρτημένα από τον παθολογικό ανταγωνισμό των μεγάλων εταιρειών και δ) να εκπαιδευθεί το κοινό στα πραγματικά οφέλη της ελεύθερης αγοράς, ώστε να δύναται να υποστηρίξει τις ευεργετικές πολιτικές και να αντιτίθεται στις μονομερείς και, κυρίως επιζήμιες στις γενικές οικονομικές ευκαιρίες, εύνοιες της όποιας κυβέρνησης προς τις μεγάλες εταιρείες.

Όπως βλέπουμε, τόσο o Rajan, όσο και, περισσότερο μάλιστα, ο Shin, τάσσονται υπέρ ενός λελογισμένου παρεμβατισμού στην γενικώτερη δομή και λειτουργία της οικονομίας, ενός είδους bounded rationality, που θα ευνοεί την κοινωνική διάδραση, που ευνοεί την ύπαρξη μηχανισμών μέσω των οποίων η γνώση και η πληροφόρηση των πολλών θα συνδέεται με μία απρόσωπη κοινωνική γνώση, που δεν μπορούν από μόνα τους να ελέγξουν τα απλά υποκείμενα, υπό τη μορφή μίας σαφούς πρόβλεψης.

Εάν οι προβλέψεις, εάν θυμηθούμε στη φιλοσοφική τους διάσταση τις διαπιστώσεις του Alastair Mc Intyre, είναι αδύνατες λόγω α) της αδυναμίας να προβλεφθούν οι ριζικές καινοτομίες, β) της άγνοιας του ίδιου του ατόμου για το ποια πρόκειται να είναι η μελλοντική του αντίδραση, γ) η γενικώτερη ισχύ της Θεωρίας των Παιγνίων—ιδίως του γνωστού ‘διλήμματος του κρατουμένου’ που τόσο μεγάλη σημασία έχει στις συναλλαγές και γενικώτερα στην οικονομική πρόβλεψη, και δ) αυτού καθαυτού του χαρακτήρα της τυχαιότητας, η ανάγκη μίας ρυθμισμένης πάνω σε ελάχιστες συμβάσεις αγορά είναι πέραν κάθε αμφιβολίας επιβεβλημένη στις ημέρες μας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ