Όπως κάθε χρόνια, έτσι και φέτος, η ιστορική πόλη της Βενετίας βρίσκεται στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, όχι μόνον χάρις στις αναντίρρητες και ασύγκριτες ομορφιές της, αλλά χάρις στη δυναμική της Μπιεννάλε εικαστικών, που φιλοξενεί για πάνω από έναν αιώνα, και φέτος συμπλήρωσε την 55η έκδοσή της.

Μέσα στον χώρο των κήπων των Τζαρντίνι, αλλά και εδώ και μία δεκαετία στα αχανή Αρσενάλε, τα παλιά ναυπηγεία, πάνω από 90 χώρες απ’ όλον τον κόσμο εκθέτουν την καλλιτεχνική παραγωγή τους, ενώ πλήθος άλλοι καλλιτέχνες, μεγάλοι συλλέκτες, μουσεία και θεσμοί, παρουσιάζουν τη δική τους παραγωγή και συλλογή, σε παράλληλες εκθέσεις σε όλο το μήκος και πλάτος της Γαληνοτάτης.
Αν και τα τελευταία χρόνια, με τα κέντρα παραγωγής, προβολής και διάδοσης της τέχνης, η Μπιεννάλε έχει απωλέσει την παραδοσιακή αίγλη της, δεν διαθέτει το κύρος του παρελθόντος, ως θεσμός αιχμής της εμφάνισης της πρωτοπορίας και των σημαντικών γεγονότων, η κάθε έκδοσή της αποτελεί μία επίζηλη ευκαιρία για τα μεγάλα κέντρα παραγωγής της σύγχρονης τέχνης να επιβεβαιώσουν την πρωτοκαθεδρία τους, και στις περιφερειακές σκηνές να δηλώσουν πως δεν υπολείπονται στην παρακολούθηση και αναπαραγωγή των διεθνών προτύπων.
Η φετινή 55η Μπιενάλε, υπό την διεύθυνση του 40χρονου Μασιμιλιάνο Τζόνι—του νεώτερου διευθυντή στην ιστορία του θεσμού—με τίτλο «Το Εγκυκλοπαιδικό Παλάτι», πραγματοποιεί μία ενδεικτική στροφή με γνώμονα τις σημερινές δυσχερείς οικονομικές συνθήκες, που ως τμήμα τους έχουν επηρεάσει βαθιά την αγορά της τέχνης.
Η επιστροφή του Τζόνι, τουλάχιστον στις εκθέσεις που υπογράφει ο ίδιος στο Αρσενάλε και στο ιταλικό Περίπτερο, σε εγνωσμένους κι ιστορικούς καλλιτέχνες, υπογραμμίζει την ανάγκη της παγκόσμιας καλλιτεχνικής σκηνής και προπαντός της αγοράς να διατηρήσει τη σημασία και το επίπεδό της, όχι πλέον χάρις σε σκανδαλοθηρικά τολμήματα, αλλά πιότερο μέσα από έργα σταθερά στον χρόνο και ουσιώδη στην τεχνική τους.
Εάν σε παλαιώτερες Μπιενάλε, μετά τον Χάραλντ Ζέμαν κυριαρχούσε η τάση να αναδειχθεί το διαφορετικό, το εντυπωσιακό, να παρουσιασθεί η περιφερειακή, ή αναδυόμενη, σκηνή της τέχνης (με άξονα την Άπω Ανατολή) χωρίς μεγάλη προσφυγή στη θεωρία, οι διοργανώσεις από τη διεύθυνση του Ντέιβιντ Μπίρνμπαουμ και δώθε επιστρέφουν στη θεματική συγκρότησή τους, ανταποκρινόμενες στις ανάγκες της συρρικνούμενης αγοράς, επαναδιατυπώνοντας και επαναπροσδιορίζοντας με την ένταξή τους σε ένα ‘αξιακό και θεωρητικό πλαίσιο’ το ειδικό βάρος των έργων και των καλλιτεχνών.
Η τάση τούτη στερεώνεται και στην επιλογή των έργων, τόσο σε μορφολογικό, όσο και σε επίπεδο περιεχομένου: σε περιόδους κρίσης, η τέχνη, προκειμένου να διατηρήσει τον χώρο της, τείνει είτε προς την τερπνότητα της μορφής, είτε προς το πολιτικό μήνυμα. Τα περιεχόμενα της Μπιενάλε επιβεβαιώνουν τον κανόνα, παρουσιάζοντας την ομολογία στις θεματικές της έμπνευσης και τις τεχνικές δημιουργίας των καλλιτεχνών. Όπως επίσης και τη φιλοτιμία που εμποιεί η ανάγκη στο δημιουργικό επίπεδο, με τη στροφή των καλλιτεχνών προς ‘ταπεινότερα’ και πιό φθηνά υλικά—όπως αποδεικνύουν πολλά περίπτερα.
Η ελληνική συμμετοχή στη φετινή Μπιενάλε ήταν ένα από τα πολυαναμενόμενα θέματα της διοργάνωσης. Με τη χώρα μας σε κρίση όλα τα μάτια ήσαν στραμμένα στο ελληνικό περίπτερο, καθώς η παγκόσμια σκηνή περίμενε εάν θα αποτυπωθεί η βαθιά κρίση της Ελλάδας σε ένα εικαστικό έργο.
Το έργο που δημιούργησε με τη σύμπραξη ολλανδικών και γερμανικών συνεργείων και τεχνικών, ο Στέφανος Τσιβόπουλος, φρόντισε να μην απογοητεύσει το διεθνές κοινό, προσφέροντάς του ένα τρίπτυχο με εικόνες, που καταγράφουν ακριβώς αυτό το σοκ της κρίσης, όχι μόνον  πάνω στην οικονομία, αλλά και στην αισθητική ματιά: αναπαράγει το σοκ, τα παράγωγα και τις παραμέτρους, αλλά όχι και τον βαθύτερο αντίκτυπό του, ή τις αιτίες και την έντασή του.
Παρά ταύτα, το πνεύμα που κυριαρχεί στη Μπιενάλε είναι ένα πνεύμα αισιοδοξίας: πως και σε εποχές κρίσης η τέχνη μπορεί να αποτελέσει μία πηγή ανακούφισης, αρκεί να στηριχθεί και ουσιαστικά. Για την ελληνική σκηνή ισχύει το ίδιο; Οψόμεθα.
Τα γεγονότα στην ΕΡΤ δεν μου επέτρεψαν να τελειώσω το βίντεο που είχα ετοιμάσει για την παρουσίαση των εγκαινίων στη Μπιεννάλε της Βενετίας. Ίσως το κείμενο του voice over που είχα ετοιμάσει να έχει πλέον ιστορική αξία, αλλά ελπίζω να έχει και αυτοτελή επάρκεια ως αυτόνομο άρθρο. Περισσότερο δε, επισημαίνει την έλλειψη που δημιουργήθηκε μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ στην κάλυψη των σημαντικών πολιτιστικών γεγονότων, και φυσικά υπογραμμίζει το πλήγμα στην ποιότητα της ουσιαστικής ενημέρωσης και της “εκπαίδευσης” του κοινού στην πραγματική κουλτούρα που δεν έχει σχέσει με το κιτς των ιδιωτικών καναλιών……Ελπίζω καποια στιγμή να παίξει και το βίντεο (ίσως μέσα από το Αθηναϊκό Πρακτορείο).

 

Previous articleΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΕΣ
Next articleΑΝ…….!!
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ
Ο Γιώργης είναι ποιητής και κριτικός τέχνης. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Μετά τις σπουδές Πολιτικού Μηχανικού, Φιλοσοφίας, Κοινωνιογλωσσολογίας, Ελληνικού Πολιτισμού, δίδαξε Αισθητική, Πολιτική Φιλοσοφία και Μεθόδους Κριτικής στην Ιταλία (Σχολή Καλών Τεχνών Μιλάνου, Παν/μιο Βίγο Ισπανία, Πάντειο). Έχει δημοσιεύσει τρεις ποιητικές συλλογές στην Ελλάδα, και δύο στην Ιταλία (όπου βραβεύθηκε το 2006 με το εθνικό βραβείο Ποίησης Astrolabio στην Πίζα) και συμμετάσχει με κείμενα σε πολλά περιοδικά και διεθνή συνέδρια. Ως θεωρητικός έχει διοργανώσει λίγες, πλην όμως σημαντικές, μεγάλες εικαστικές εκθέσεις σε Ελλάδα και Εξωτερικό. Συγγραφέας βασικών κειμένων σε πλείστους καταλόγους τέχνης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, μεταφραστής πολλών βιβλίων από 9 γλώσσες (τελευταίο "Η Γραμματική του Πλήθους" του Πάολο Βίρνο, εκδόσεις Αλεξάνδρεια).

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.