Ο Αθανάσιος Παπανδρόπουλος θεωρεί πως από τη στιγμή που τα δίδυμα ελλείμματα στο δημόσιο ταμείο και το εμπορικό ισοζύγιο έχουν περιοριστεί, υπάρχει περιθώριο για αισιοδοξία. Από την άλλη όμως, οι παλιές συνήθειες είναι ακόμα παρούσες. Και αν συνεχιστούν αυτή τη φορά θα είναι μοιραίες.


Αν η Ελλάδα μπήκε στη μνημονιακή επιτήρηση, με αφορμή την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, αυτό οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που είχαν να κάνουν με τη δομή της οικονομίας της, τις καταναλωτικές συμπεριφορές και βέβαια τις παραγωγικές στρεβλώσεις της. Έτσι, η συνολική ανταγωνιστικότητα στην Ελλάδα ήταν αδύναμη για τουλάχιστον δυο δεκαετίες πριν, λόγω στρεβλών δομών και εσωστρεφούς επιχειρηματικής δραστηριότητας που αντικατόπτριζε υπερβολικά κρατικό έλεγχο σε συνδυασμό με ανεύθυνες δημοσιονομικές πολιτικές. Ήτοι, τα υψηλά δίδυμα ελλείμματα στο δημόσιο ταμείο και το εμπορικό ισοζύγιο, που καθιστούσαν αδύνατη την περαιτέρω ανάπτυξη. Ακόμα χειρότερα δε, η χώρα ήταν ελάχιστα ελκυστική και από επενδυτικής πλευράς. Γεγονός ορατό και σήμερα.

Την Ελλάδα έσωσαν κράτη και διεθνείς οργανισμοί

Συνεπώς όταν τα προβλήματα δεν μπορούσαν να καλυφθούν πλέον από την παγκόσμια ευφορία και τον αυξημένο δανεισμό που κυριάρχησε διεθνώς τα πρώτα χρόνια του 21ου αιωνα, η Ελλάδα μετατράπηκε στο κέντρο της προσοχής, παρά το μικρό μέγεθος της οικονομίας της, ακριβώς λόγω των παγκόσμιων επιπτώσεων που θα είχε μία ανεξέλεγκτη χρεοκοπία, χώρας – μέλους της ευρωζωνης. Έτσι, στο πλαίσιο τριών διαδοχικών προγραμμάτων, η Ελλάδα διασώθηκε μέσω πρωτοφανούς για τα παγκόσμια δεδομένα δανεισμού από τον “επίσημο τομέα”. Δηλαδή από κράτη και διεθνείς οργανισμούς.

Σχεδόν δέκα χρόνια ύφεσης και οκτώ χρόνια διαδοχικών προγραμμάτων διάσωσης και προσαρμογής, με πρωτοφανές μέγεθος και χαρακτήρα, είναι όμως ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Στο πλαίσιο του οποίου, το εξωτερικό περιβάλλον άλλαξε. Κατά κύριο λόγο δε, η  ευρωζώνη δημιούργησε ικανοποιητικούς μηχανισμούς για να ελαχιστοποιήσει την επίπτωση των κρίσεων που προκύπτουν από οικονομικές και χρηματοπιστωτικές ανισορροπίες. Η δε Ευρώπη εμφανίζεται αποφασισμένη, μετά το Brexit, να εμβαθύνει την ολοκλήρωσή της, συμπεριλαμβανομένης της τραπεζικής και δημοσιονομικής ένωσης. Ενώ η οικονομία της προχωράει σχετικά καλά. Η δε παγκόσμια ανάπτυξη είναι καλή, επιδεικνύοντας ίσως και υπερβολική διάθεση για ρίσκο και νέο δανεισμό.

Τα στοιχεία για το 2017 και η μέχρι τώρα πορεία για το 2018 δείχνουν ότι η οικονομία βρίσκεται σε τροχιά ανάκαμψης. Πλην όμως η τελευταία δεν είναι αυτή που πρέπει για να αποκτήσει η χώρα μας ειδικά, τον απαραίτητο “οικονομικό δυναμισμό” που θα την βγάλει από τις αμαρτίες του παρελθόντος.

Τα Δίδυμα ελλείμματα περιορίστηκαν

Όντως, τα δίδυμα ελλείμματα διορθώθηκαν. Ο κίνδυνος εξόδου από την ευρωζώνη, που αποτέλεσε αποτρεπτικό παράγοντα για επενδύσεις, είναι σήμερα εξαιρετικά χαμηλός. Έχουμε όμως ευάλωτο τραπεζικό σύστημα, υπό σχετικό καθεστώς κεφαλαιακών περιορισμών και μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ακόμα πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι πως ο δημόσιος τομέας δεν περιορίστηκε σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας. Ο άμεσος και έμμεσος έλεγχος του κράτους μάλλον αυξήθηκε. Όσοι σήμερα ελέγχουν την οικονομική πολιτική, κυβερνώντες και πιστωτές, εμφανίζονται ευχαριστημένοι που η οικονομία επιστρέφει προς μία κανονικότητα. Όμως, αν οι προ κρίσης συνήθειες παραμείνουν, οι ρυθμοί ανάπτυξης θα είναι συστηματικά χαμηλοί.

Κάποιες πλευρές καλλιεργούν την ιδέα ότι, τώρα με το τέλος του προγράμματος, η Ελλάδα θα απελευθερωθεί από τους περιορισμούς που τής επέβαλε το πρόγραμμα. Και θα συνεχίσει την φυσική της πορεία από όπου σταμάτησε πριν από δέκα χρόνια. Αυτό αφορά πολιτικούς που μπορεί να μην επιθυμούν να αφήσουν τον υπερβολικό έλεγχο της οικονομίας. Επιχειρήσεις που επιδιώκουν οφέλη από ειδική μεταχείριση. Καθώς και ομάδες ειδικών συμφερόντων που είναι πρόθυμες να συμμετέχουν σε παιχνίδια αποκόμισης προσόδων. Με πιο απλά λόγια το πελατειακό σύστημα δεν πρόκειται να παραδώσει αμαχητί τα όπλα.

Τραγικές οι παλιές συνήθειες

Το τέλος του προγράμματος ξεκάθαρα σημαίνει λιγότερη προστασία. Η ελληνική οικονομία θα χρειαστεί να κερδίσει την εμπιστοσύνη όλων με το να γίνει περισσότερο ανοιχτή και λιγότερο ελεγχόμενη κεντρικά. Εάν δεν ακολουθήσει αυτή την τροχιά, η τρέχουσα ανάκαμψη θα αποδειχθεί μόνον προσωρινή και οι κίνδυνοι θα γινουν μεγάλοι.

Πρόσφατες δε εξελίξεις στο ΧΑΑ και στον ευρύτερο χώρα των επιχειρήσεων επιβεβαιώνουν του λόγου το ασφαλές. Η τελευταία κρίση που εκδηλώθηκε στις τράπεζες, για όσους διαθέτουν λίγο μυαλό και ελάχιστη κρίση, σημαίνει ότι η εμπιστοσύνη στην Ελλάδα και τις προοπτικές της βρίσκεται κοντά στο ναδίρ. Και χωρίς την έξωθεν καλή μαρτυρία, ας μην περιμένουμε θαύματα.Η μπογιά τους έχει περάσει πλέον και ας λένε οι λαϊκιστές ό,τι θέλουν. Προσοχή λοιπόν. Οι παλιές συνήθειες είναι πάντα παρούσες και αυτή τη φορά οι όποιες ζημιές προκληθούν από αυτές θα αποδειχθούν και μοιραίες. Διότι πολύ απλά, κανείς δεν θα βάλει ξανά το χέρι στην τσέπη για να σώσει κάποιους που δεν θέλουν να σωθούν λόγω σοβαρής εγκεφαλικής βλάβης. Ας το έχουμε υπόψη μας.

* Το σκίτσο είναι του Θοδωρή Μακρή

Previous articleΟι τράπεζες προεξοφλούν 2ο Μνημόνιο Τσίπρα
Next articleΚυριάκος Παπαδόπουλος: ο άλλος ήρωας
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας. Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc. Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.