Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017
ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

O Πάσχος Mανδραβέλης γεννήθηκε το 1963 στην Kοζάνη. Σπούδασε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Aθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο της Nέας Yόρκης "New School for Social Research". Από 1982 εργάζεται σε αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Καθημερινή».

Eίναι μέλος της "΄Eνωσης Συντακτών Hμερησίων Eφημερίδων Aθηνών" (EΣHEA), του Oικονομικού Eπιμελητήρίου Eλλάδος, της Eλληνικής Eταιρείας Oικονομολόγων, του Electronic Frontier Foundation (EFF), και της "American Association for the Advancement of Science".

Εχει γράψει τέσσερα βιβλία

O πρώτος μου υπολογιστής (Εκδόσεις Καστανιώτη)

H ιστορία των υπολογιστών (Εκδόσεις Καστανιώτη)

Είπαν. Το λεξικό του έξυπνου λόγου (Εκδόσεις Καστανιώτη)

Ασκήσεις φιλελευθερισμού (Εκδόσεις Δαρδανού)

και έχει μεταφράσει στα ελληνικά το βιβλίο του David Brown, Δικτατορία στον κυβερνοχώρο (Εκδόσεις Καστανιώτη)
ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ
μυθοι και εμποδια του μνημονιου

ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

Τα ελληνικά Μέσα Ενημέρωσης χρόνια τώρα λειτουργούν με το δόγμα «ακόμη δεν τον είδαμε, Ερντογάν τον είπαμε». Δεν αναφερόμαστε στην ανύπαρκτη συνάντηση Καραμανλή-Ερντογάν που δημοσιεύτηκε ως γεγονός σε έγκυρες κυριακάτικες εφημερίδες.

Ούτε στο γεγονός ότι ο καπιταλισμός καταρρέει κάθε βδομάδα στις σελίδες τους και η επανάσταση έρχεται με κάθε διαδήλωση.

Τα ελληνικά ΜΜΕ έχουν χειρότερο ρεκόρ προβλέψεων από τις καφετζούδες που εμφανίζονται μεταμεσονυκτίως σε κανάλια της επαρχίας υπό το κρόουλ «090… /1,7 ευρώ το λεπτό». Ετσι οι Ελληνες πολίτες το 2003 «μάθαιναν» επί 22 μέρες ότι «οι Αμερικανοί κόλλησαν στην άμμο του Ιράκ», ότι η «Βαγδάτη θα γίνει Στάλινγκραντ» (περικυκλωμένη από πύρινες τάφρους) και ξαφνικά είδαν το άγαλμα του Σαντάμ να πέφτει. Κατά τον ίδιο τρόπο το Αφγανιστάν θα γινόταν ο τάφος μιας ακόμη αυτοκρατορίας. Μην μιλήσουμε για τις προφητείες περί μουσουλμανικών τόξων που θα δημιουργούνταν στα Βαλκάνια και θα έπνιγαν τη χώρα και άλλα τελεολογικά.

Η τελευταία «προφητεία» από τις καφετζούδες των οκτώ αφορούσε την τύχη του Μνημονίου. Πριν καν ψηφιστεί ήταν «σίγουρο ότι θα αποτύχει». Και όταν εφαρμόστηκε είναι «σίγουρο ότι απέτυχε». Η προφητεία βασίστηκε σε ένα μείγμα βουντού οικονομικών της ανάπτυξης• η διαπίστωση περί αποτυχίας στηρίχθηκε σε αποσπασματικές αποκλίσεις των στόχων, και η προτεινόμενη θεραπεία ήταν ο ελαφρολαϊκός κεϊνσιανισμός: «ρίχτε λεφτά να κυκλοφορούν. Κάτι περισσότερο θα καταναλώσουμε, κάτι θα πάρει πίσω το κράτος και όλοι θα είμαστε ευτυχισμένοι και ανεπτυγμένοι».

Διαταξική συμφωνία

Για το τελευταίο δεν υπήρχε μόνο διακομματική συμφωνία, από την Αριστερά μέχρι τη Δεξιά (συμπεριλαμβανομένου κι ενός μεγάλου μέρους του ΠΑΣΟΚ και δη του πάλαι ποτέ «εκσυγχρονιστικού»), αλλά και διαταξική. Απλώς διέφεραν τα μέσα. Ο ΣΥΡΙΖΑ επέμενε να πέσουν λεφτά στην οικονομία διά 100.000 προσλήψεων στο Δημόσιο ετησίως, ο δε επιχειρηματικός κόσμος επέμενε στην ενίσχυση της ζήτησης με άλλα μέσα. Και οι μεν και οι δε ξεχνούσαν δύο βασικά στοιχεία. Οτι, πρώτον, λεφτά δεν υπάρχουν και ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της χώρας είχε φτάσει το περίπου το 16%. Δηλαδή, ακόμη κι αν υπήρχαν λεφτά κι έπεφταν στην οικονομία, αυτά ίσα που θα προλάβαιναν να κάνουν δύο με τρεις κύκλους. Σιγά σιγά θα διέρρεαν στο εξωτερικό για τις εισαγωγές των πολλών προϊόντων που δεν παράγουμε. Το 2009 η Ελλάδα είχε την υψηλότερη ιδιωτική κατανάλωση της Ε.Ε. ως ποσοστό του ΑΕΠ (με μόνη εξαίρεση την Κύπρο). Εδώ η κατανάλωση των νοικοκυριών ήταν 76,8% του ΑΕΠ, όταν στο Βέλγιο για παράδειγμα ήταν 50,3% ή στην Πορτογαλία 63,9%. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό, αν η οικονομία μας ήταν εξαγωγική δύναμη, αν δηλαδή η υψηλή κατανάλωση βασιζόταν σε λεφτά που αναπληρωνόταν από το εξωτερικό εκτός δανεισμού. Στην Ελλάδα, κατά μέσο όρο την δεκαετία 2000-2010 η διαφορά εισαγωγών, εξαγωγών ήταν μείον 11% του ΑΕΠ. Την ίδια περίοδο στην Ευρωζώνη των «17» ήταν συν 1,5% του ΑΕΠ.

Ετσι λοιπόν υπήρχε ομοθυμία για να αποτύχει το Μνημόνιο (ειδικά των ΜΜΕ που είναι ένας από τους πλέον κρατικοδίαιτους τομείς), και όλοι ομονόησαν έναν χρόνο μετά την εφαρμογή του ότι «απέτυχε». Η αλήθεια είναι ότι μετά τον Φεβρουάριο του 2011 παρατηρήθηκε αυτό που ονομάστηκε «μεταρρυθμιστική κόπωση» της κυβέρνησης και τα αποτελέσματα απέκλιναν -όχι δραματικά, αλλά πάντως απέκλιναν- των στόχων. Το 2010 όμως οι στόχοι επιτεύχθηκαν. Υπήρξε υστέρηση στον τομέα των εσόδων του Δημοσίου, που όμως αναπληρώθηκε από τη μείωση των δαπανών. Τα έσοδα αυξήθηκαν μεν σε απόλυτους αριθμούς, αλλά υπολείπονταν σε σχέση με τους στόχους.

Προϋπολογίσθηκε αύξηση 13,7% και επιτεύχθηκε αύξηση 5,5%. Αυτό οφείλεται βασικά σε δύο παράγοντες. Πρώτον: υπάρχει η πεπατημένη της ελληνικής πολιτικής, που είναι η υπερεκτίμηση των στόχων στα έσοδα. Σε όλα τα προεκλογικά, αλλά και σε όλα τα σταθεροποιητικά προγράμματα, η Ελλάδα φουσκώνει τους στόχους για την καταπολέμηση της «φοροδιαφυγής» και της «εισφοροδιαφυγής», προκειμένου να μην λάβει σκληρότερα μέτρα στον τομέα των δαπανών. Δεύτερον: αυτό που θέλουμε πάντα να ξεχνάμε είναι πως στην Ελλάδα η μεγάλη φοροδιαφυγή δεν γίνεται από τις μεγάλες επιχειρήσεις, διότι: α) δεν έχουμε και πολλές και β) έχουν οργανωμένα λογιστήρια. Αυτές συνήθως φοροαποφεύγουν με τριγωνικές συναλλαγές ή κανονίζουν νομότυπα να πληρώνουν λιγότερους φόρους, εκβιάζοντας το πολιτικό σύστημα ότι θα πάνε… Βουλγαρία ή άλλους φορολογικούς παράδεισους. Η μεγάλη πλημμύρα της ελληνικής φοροδιαφυγής σχηματίζεται από τις σταγόνες εκατοντάδων χιλιάδων μικρομεσαίων. Συνεπώς, η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είναι εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία και δεν αφορά μόνο την ανασυγκρότηση των μηχανισμών. Και άριστα να δούλευαν αυτοί, δεν θα μπορούσαν να βρίσκονται σε κάθε μαγαζάκι ή δίπλα σε κάθε υδραυλικό που δεν κόβει απόδειξη.

Υπερεκτίμηση εσόδων

Συνεπώς, το μέγα λάθος στον σχεδιασμό του Μνημονίου ήταν η υπερεκτίμηση των εσόδων. Αυτά δεν αυξήθηκαν κατά τις προσδοκίες, όχι λόγω της ύφεσης, όπως υποστηρίζεται, αλλά λόγω της διάλυσης των μηχανισμών στην οποία προστέθηκε η λευκή απεργία, λόγω περικοπών στους μισθούς. Το 2004, χρονιά απογείωσης της οικονομίας, τα φορολογικά έσοδα ήταν 38,1% του ΑΕΠ, όταν το 2000 ήταν 43% του ΑΕΠ. Το 2009 έπεσαν 37,3%. Το 2010 τα φορολογικά έσοδα έφτασαν το 39,1%, όσο περίπου ήταν και το 2006 (39,2%). Αυτό όμως καταρρίπτει έναν άλλο μύθο, περί Μνημονίου, που θέλει τη βαριά φορολογία να δημιουργεί την περυσινή ύφεση. Το κράτος αφαίρεσε πέρυσι από την οικονομία διά της φορολογίας το ίδιο ποσοστό του ΑΕΠ που αφαίρεσε και το 2003 (39%).

Η ύφεση ξεκίνησε από το 2009 (-2%) πριν καν εφαρμοστούν τα μέτρα και επιταχύνθηκε το 2010 από τη μεγάλη μείωση των κρατικών δαπανών κατά 9,1%, (όταν ο στόχος ήταν 5,5%), επειδή ακριβώς έκλεισαν οι αγορές και δεν μπορούσε να χρηματοδοτηθεί το προηγούμενο σπάταλο μοντέλο. Να σημειώσουμε εδώ, ότι παρά τη μείωση του 2010, οι δαπάνες παρέμειναν εξαιρετικά υψηλές. Εφτασαν το 49,6% του ΑΕΠ, όταν από το 1998 μέχρι το 2007 κυμαινόταν 44-46% (το 2000 και το 2004 ήταν εκλογικές χρονιές και σ’ αυτές οι δαπάνες πάντα και… μυστηριωδώς αυξάνονται). Ο έτερος μύθος λοιπόν περί Μνημονίου είναι ότι έχουμε ύφεση, επειδή το κράτος ξοδεύει λίγα. Λάθος: ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα όταν είχαμε ανάπτυξη. Απλώς το σοκ της μείωσης επιτάχυνε την ύφεση που έτσι κι αλλιώς είχε αρχίσει να καλπάζει.

Πυροπροστασία και πυρόσβεση

Η μεγάλη μείωση των δαπανών το 2010 επιτεύχθηκε κυρίως από την οριζόντια περικοπή των μισθών και επιδομάτων (-11,6%), λιγότερο των συντάξεων (-3,7%) αλλά και των καταναλωτικών δαπανών του Δημοσίου (-18,8%). Φυσικά η οριζόντια μείωση μισθών και συντάξεων δεν είναι ό,τι πιο δίκαιο. Αποτελεί κατά κάποιον τρόπο μέτρο πυρόσβεσης του δημόσιου κορβανά που φλεγόταν από τα ελλείμματα. Οι δομικές αλλαγές που προωθεί το Μνημόνιο σε δεύτερη φάση (π.χ. ενιαίο μισθολόγιο ή ηλεκτρονική συνταγογράφηση) μπορεί να θεωρηθεί μέτρο πυροπροστασίας, που δυστυχώς δεν ελήφθη νωρίτερα.

Η κόπωση και το τείχος

Αυτό που ζούμε δεν είναι το πρώτο σταθεροποιητικό πρόγραμμα της ελληνικής οικονομίας. Το πολιτικό σύστημα έδειξε μια αξιοσημείωτη περιοδικότητα στη μεταπολίτευση. Ξόδευε, συμμάζευε. Ξαναξόδευε και ξανασυμμάζευε. Ετσι είχαμε σταθεροποιητικά προγράμματα το 1974-77, το 1985-87, το 1990-93, το 1994-2000. Αυτός ο κύκλος έσπασε το 2007, όταν η κυβέρνηση της Ν.Δ. αντί να συμμαζέψει τις δαπάνες (αφού οι δείκτες ήδη κοκκίνιζαν) τις επέκτεινε μέχρι να φτάσουν στο κραχ.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι κάθε ένα από αυτά τα σταθεροποιητικά προγράμματα δεν άγγιξε τις βαθιές ρίζες της κακοδαιμονίας της οικονομίας. Περισσότερο διόρθωνε τα νούμερα, παρά τις δομές. Οπως έγραφε ο Γιάννης Βούλγαρης για το σταθεροποιητικό πρόγραμμα 1994-2000 «Η Ελλάδα πέτυχε τον στόχο της ΟΝΕ… χωρίς τις ουσιαστικές ρυθμίσεις στους τομείς εκείνους που θα ενίσχυαν την συνολική αποδοτικότητα του παραγωγικού συστήματος… Ο στόχος λοιπόν επιτεύχθηκε, έμεινε όμως ένα σημαντικό αναπτυξιακό και μεταρρυθμιστικό έλλειμμα». Αντίστοιχη ήταν και η κριτική του Γ. Σπράου για το σταθεροποιητικό πρόγραμμα 1985-87 ο οποίος έγραψε ότι η «σπατάλη είναι δομημένη μέσα στο σύστημα» και ότι «τη μόνη εντυπωσιακή μείωση δαπανών μεταξύ 1985 και 1987 την περίοδο 1985-87 παρουσίασαν οι επενδύσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα… που συναντά μικρότερη αντίσταση από οχυρωμένα συμφέροντα, τόσο εντός, όσο κι εκτός του Δημοσίου».

Το πρόβλημα όλων των σταθεροποιητικών προγραμμάτων ήταν σαν έμπαιναν στον σκληρό πυρήνα των στρεβλώσεων της οικονομίας διακοπτόταν βίαια, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Είναι σαν να δημιουργείται ένα αόρατο τείχος συμφερόντων που δεν επιτρέπει την αλλαγή των δομών. Αυτό ίσως να εξηγεί τη «μεταρρυθμιστική κόπωση» της κυβέρνησης και τη λυσσαλέα επίθεση κατά του Μνημονίου εντός κι εκτός του κράτους, εντός κι εκτός ΠΑΣΟΚ. Τα επενδεδυμένα συμφέροντα στο υπάρχον σύστημα δεν είναι μόνο των συντεχνιών των ΔΕΚΟ, αλλά κι ενός ευρύτερου πλέγματος πέριξ του κράτους, που όμως είχαν ισχυρή πολιτική εκπροσώπηση. Τόση, όση χρειαζόταν για να υπονομεύουν τις πραγματικές και σε βάθος μεταρρυθμίσεις. Πιθανότατα εκεί να βρισκόμασταν την προπερασμένη εβδομάδα της μεγάλης πολιτικής ταραχής που κατέληξε στον ανασχηματισμό.

Διαβάστε

– Νίκος Γκαργκάνας, Τάκης Θωμόπουλος, Κώστας Σημίτης, Γιάννης Σπράος, «Η πολιτική της οικονομικής σταθεροποίησης», εκδ. «Γνώση», 1989
– Γιάννης Βούλγαρης, «Η μοιραία πενταετία», εκδ. Πόλις, 2011

Το άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη δημοσιεύεται στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ».