Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ

Ο Ανδρέας, μετά από ένα σύντομο "πέρασμα" στην δημοσιογραφία (μόλις... 25 χρόνων!), συνεχίζει πεισματικά να δηλώνει αμετανόητος οπαδός της "κίνησης", της καθαρής ματιάς, εχθρός του "δήθεν" και των ξεθωριασμένων αποχρώσεων. Διετέλεσε πολιτικός και διπλωματικός συντάκτης στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο, ταξίδεψε αρκετά, μάζεψε τις "εικόνες" του και σήμερα ζει μερικά βουνά μακρύτερα από την πόλη που μεγάλωσε, έζησε κι αγάπησε πολύ.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ
με σκυμμενο το κεφαλι

ΜΕ ΣΚΥΜΜΕΝΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ

Από άμυνα ή έμφυτη αντίδραση, ό,τι μπορεί ν’ απέμεινε και προσπαθούν να κατακρεουργήσουν με το επόμενο «δίλημμα», μπορώ ή έτσι λέω, να το αντιμετωπίσω. Η δράση γεννά την αντίδραση σκέφτομαι. Κορδώνομαι και προχωρώ μπροστά.

Το κάνω όμως σερνάμενος και με σκυφτό το κεφάλι κι αυτό είναι που με ενοχλεί πιο πολύ… Το προδίδει η απέναντι προθήκη, οι δεκάδες όμοιοί μου στο μετρό, στα σοκάκια, στην ανθρώπινη συναναστροφή.

Θυμάμαι χρόνια πριν που σαν εκκολαπτόμενο αμερικανάκι περιδιάβαινα στους δρόμους των Βαλκανικών πρωτευουσών ή εκείνων της Μέσης Ανατολής. Υπερφίαλος και ψεύτης, αλλά με μετρήσιμη κι αναγνωρίσιμη αξία έχοντας για διαβατήριο το ευρώ. Πρόσφορο για συναλλαγή στη «μαύρη αγορά», αλλά και στα καθώς πρέπει εναλλακτήρια, αφού εφάμιλλο του δολαρίου, περισπούδαστος και φουσκωμένος σαν παγώνι κι εγώ να προσπαθώ να δείξω την αμετροέπεια μου με φτωχές δόσεις… κατανόησης, που δεν τα κατάφεραν. Θυμάμαι ακόμη εκείνα τα βλέμματα στο κενό όταν από τύχη ή ανάγκη κάποιο κεφάλι αποφάσιζε να ορθώσει ο σβέρκος. Ιδια κι απαράλλακτα, είτε με, είτε χωρίς το φέσι… Ντρέπομαι.

Με τα χρόνια και τις ξεχωριστές προσλαμβάνουσες, συνήθισα ή έμαθα να μην φοβάμαι για το αύριο. Με αφορά, αλλά δεν με φοβίζει. Θυμωμένος, αλλά πεπεισμένος για το αποτέλεσμα, έπαψα ή συνήθισα στην ιδέα. Και ξανάμαθα να προχωράω. Στην αρχή δειλά, ίσως να ντράπηκα κιόλας. Ομως σε λίγο όλα δίπλα μου μπροστά μου άρχισαν να ‘ναι πιο καθαρά. Πρωτόγονα, αλλά καθαρά. Η ανάγκη να σταθείς όρθιος, είναι που παίρνει τη σκυτάλη, γιατί αν δεν το κάνει, κύλησες. Σε πήρε και σε σήκωσε. Και τότε…

Δεν υπήρξα και δεν θέλησα ποτέ στη συμπαθητική, αλλά γεμάτη σκαμπανεβάσματα και πολύ κουπί διαδρομή μου, να βάλω ταμπέλες. Τις δόκιμες, τις must, των άλλων. Επέλεξα εκείνες που χάραξα ο ίδιος. Εκανα φαντάζομαι εκείνο που μπόρεσα και… μ’ έπαιρνε. Χωρίς έπαρση, ελπίζω με αξιοπρέπεια, αλλά με δανεικά. Πιστωτές μου, νόμισα εκείνους με τ’ ακριβά κοστούμια και τα κρεμασμένα πτυχία στους προθαλάμους των γραφείων τους που ξεροστάλιαζε τ’ απογεύματα κόσμος. Κόσμος πολύς, αμετροεπής, ανειλικρινής, βολεψάκιας, διατεθειμένος να χορέψει στο χορό του καλοπληρωμένου, του εξασφαλισμένου αρκουδιάρη με το σηκωμένο φρύδι… Ημουν κι εγώ εκεί. Οπως ήταν κι όλοι τους. Για το «δάνειο». Το «διαβατήριο». Την «ευκαιρία».

Τελικώς έκλεισα την πόρτα πίσω μου, χωρίς κανένα διαβατήριο, χωρίς κανένα δάνειο, χωρίς την παραμικρή ιδέα για εκείνο που με περίμενε. Γκρίνιαξα χρόνια, για την χαμένη μου «ευκαιρία». Για την μειωμένη πιστοληπτική μου ικανότητα. Και πάλεψα χωρίς αυτήν, ίσως τελικά και χωρίς λόγο. Γιατί είμαι ξανά μαζί τους, απέναντι απ’ το παχύδερμο τον αρκουδιάρη, ν’ ακούω υποδείξεις για το καλό μου… Ελεος.