Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΕΣΤΡΟΒΑΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΕΣΤΡΟΒΑΣ

Ο Παναγιώτης Σ. Πέστροβας είναι ερευνητής λαογραφίας.Γεννήθηκε το 1972 από Ασπροπύργιους γονείς και διαμένει μόνιμα στη γενέθλια πόλη. Τα ενδιαφέροντά του, από νεαρή ηλικία, αφορούν θέματα πολιτισμού και λαογραφίας. Επιμελήθηκε και παρουσίαζε την εκπομπή «Πόσα έχει δει αυτός ο τόπος» στο Attica tv έχοντας σκοπό την προβολή του Ασπρόπυργου της Δυτικής Αττικής και ευρύτερα της Αττικής, μέσα από την ιστορία και τις παραδόσεις των ανθρώπων.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΕΣΤΡΟΒΑΣ
με λαδι κι αλευρι κανε το σταυρο σου!

ΜΕ ΛΑΔΙ ΚΙ ΑΛΕΥΡΙ ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΟΥ!

Η ζωή είναι γεμάτη μικρά και μεγάλα κατορθώματα.

Όπως τώρα η κοινωνία που εδώ και πέντε χρόνια προσπαθεί να σταθεί όρθια απέναντι σε οικονομικές δυσχέρειες, σε πολιτικές ακατανόητες. Σκέφτομαι, πιέζομαι να βρω λύση, να γαντζωθώ από κάπου για να σταθώ σε αυτόν τον σαρωτικό αέρα. Ανατρέχω στο πρόσφατο παρελθόν. Τι μου είπε σχετικά πρόσφατα μια Ασπροπύργια  που διανύει τα 105 έτη, ίσως και παραπάνω;  «Έχουμε περάσει χειρότερα εμείς, αυτά που περνάτε τώρα δεν είναι τίποτα». Σκέφτομαι τις γενιές που έζησαν την κατοχή. Μια άλλη φωνή έρχεται πάλι να μου υπενθυμίσει  «εάν χάσετε το αλεύρι και το λάδι, τότε θα γνωρίσετε κατοχή, εάν τα έχετε αυτά, κάντε το σταυρό σας».

Κατοχή, πείνα, δυστυχία, θάνατος.

Δύσκολα χρόνια, σκοτεινά, πέτρινα.

Η χιτλερική ναζιστική κατοχή είχε απλωθεί σε όλη την Ελλάδα.

Η αντίσταση των Ελλήνων κατά της γερμανικής ναζιστικής μπότας στεκόταν ορθή. Στο βουνό μα και στις πόλεις και τα χωριά.

Ασπρόπυργος 1942.

Κοινότητα ήταν τότε ο Ασπρόπυργος, με κοινοτάρχη τον Μιχάλη Αδάμ.

Η εθνική συνείδηση που τον διακατείχε  και ο θερμός πατριωτισμός του  έδωσαν  στον Ασπρόπυργο έναν πραγματικό αντιστασιακό κατά της ναζιστικής μπότας.

Αυτή η μορφή, μου είχε εξάψει το ενδιαφέρον. Ήθελα να μάθω περισσότερα. Ένα απόγευμα, κατόπιν  συνεννόησης με την εγγονή  του τη Μαριάνθη, βρίσκομαι στο σπίτι της μητέρας της Βασιλικής, κόρης του Μιχάλη Αδάμ.

Αφού με υποδέχθηκε,  άρχισε να διηγείται   για τον πατέρας της, τον Μιχάλ-Αδάμη όπως τον  έλεγαν στο χωριό.

– Ο μπαμπάς έμεινε ορφανός στα οκτώ του χρόνια. Τον πήρε ο Χρήστος Τσίγκος, τον υιοθέτησε και τον μεγάλωσε, κρατώντας του όμως το επώνυμο του. Είχε κάνει στρατιώτης στο Τατόι και είχε πολεμήσει στη Μικρά Ασία.

Ανυπόμονος εγώ   την ρώτησα αμέσως να μου πει για τη δράση του κατά την γερμανική κατοχή  σαν κοινοτάρχης στο χωριό.

Άρχισε να μου λέει για τα συσσίτια που διοργάνωνε μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό,  για τις σφραγίδες  που έβαζε στους  αριστερούς, για να κυκλοφορούν ελεύθερα, γιατί όποιος είχε σφραγίδα, δεν ήταν αριστερός κτλ.

Επίσης ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να κυκλοφορεί μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας το βράδυ, σε περίπτωση που υπήρχε άρρωστος στο χωριό.

Η ώρα περνούσε ευχάριστα και με ενδιαφέρον .Όμως περίμενα να ακούσω, από το στόμα της, για δύο γεγονότα που είχα ακούσει από μικρός και με συνάρπαζαν.

Τα γνώριζα από τους παλιότερους. Τώρα τα άκουγα από πρώτο χέρι.

Άρχισε να μου εξιστορεί  το περιστατικό όταν τον ειδοποίησαν οι γερμανοί να πάει στη λίμνη Κουμουνδούρου.

– Τον ειδοποίησαν να πάει στην λίμνη.

« Έχουμε σκοτώσει πέντε Έλληνες, να πας να τους θάψεις».

– Πήγε ο πατέρας μου εκεί .Αυτοί του είπανε πέντε κι εκεί βρεθήκανε τέσσερις.

– Λέει, τι έγινε, που πήγε ο πέμπτος, ποιος τον πήρε;

Αυτός είχε σβαρνιστεί, τραυματίας ενώ οι γερμανοί τον θεώρησαν νεκρό, και είχε φύγει και είχε πάει μέσα στο τσιμεντάδικο στο Χάλυψ.

Δεν ήταν με γράμματα πολλά, αλλά ήτανε ξύπνιος, λέει για τον πατέρα της.

Πήγε εκεί, άκουγε και βογγάγανε.  Χτύπαγε, αλλά δεν του ανοίγανε. Μετά  τους είπε «είμαι ο πρόεδρος, ανοίχτε, να δω τι γίνετε εδώ πέρα, γιατί βογγάει ο άνθρωπος έτσι»ι; Του ανοίξανε, χαροπάλευε ο άνθρωπος, τον είχανε πυροβολήσει, του είχανε δώσει και τη χαριστική βολή.

– Και τι καθόσαστε και τον κοιτάτε που βογγάει, δεν κάνετε τίποτα;

– Τι να κάνουμε;

– Φέρτε μια βάρκα.

Και τον επέρασε στην Κούλουρη.

Από εκεί τον φυγαδεύσανε, τον πήγανε σε νοσοκομείο και σώθηκε.

Μετά την απελευθέρωση, ήρθε και τον βρήκε και του είπε, εγώ όσο ζω, αυτό δεν θα το ξεχάσω και θα το δημοσιεύω στην εφημερίδα.

Το όνομα του Γαλανάκης ή Γαλανόπουλος.  Μέχρι πριν δέκα δεκαπέντε χρόνια δημοσίευε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ κάθε 28η Οκτωβρίου στο όνομα του Μιχάλη Αδάμ ευχαριστήρια επιστολή.

Το περιστατικό όμως, που πραγματικά και τώρα που  γράφω μου προκαλεί  ρίγη συγκίνησης, είναι τη μια και μοναδική φορά που τον συνέλαβαν  οι Ναζί.

– Μια νύχτα ήρθαν και πιάσανε τον πατέρα μου στο σπίτι και του είπανε.

– Τώρα θα μας πεις, ποιοι είναι  οι κομμουνιστές στον Ασπρόπυργο.

– Δεν υπάρχουνε, απάντησε.

Του έδωσαν μια νύχτα περιθώριο για να σκεφτεί τι θα έλεγε, ο οποίος επέμενε ότι δεν υπάρχουνε.

Από τα πολλά αγανάκτησε που τον βασανίζανε μια νύχτα και τους είπε «ρε παιδιά, θέλετε να σας πω ποιοι είναι οι κομμουνιστές εδώ;

Εγώ ο πρώτος, η γυναίκα μου και τα τέσσερά  μου παιδιά».

Είχε έξι παιδιά, δεν είχε τέσσερα, αυτά που ήταν παντρεμένα δεν τα έβαζε, έβαλε αυτά που είχε στο σπίτι, τα μικρά, ανάμεσα σε αυτά και η Βασιλική.

Ο Γερμανός φρούραρχος  τα ‘χασε καθώς ο διερμηνέας του εξηγούσε τα λεγόμενα.

– Κατάλαβες τι έκανες; Το πρωί  θα μπεις στο απόσπασμα.

– Ε και, που θα μπω στο απόσπασμα, τι;

– Μα δεν καταλαβαίνεις τι είπες;

Δώσανε δώσανε,  με τίποτα δεν έβγαλε μηλιά.

Ο γερμανός φρούραρχος, τελειώνοντας την ανάκριση  τον χτύπησε στην πλάτη, τον χαιρέτισε στρατιωτικά  και του είπε  δείχνοντάς του σε μια ναζιστική σημαία,  τα κράτη που είχε η Γερμανία υπό τη κατοχή της. «Τόσα κράτη έχουμε στην κυριαρχία μας, αυτό το πράγμα δεν το έχουμε ακούσει».

Αυτό όμως που με συγκίνησε ιδιαίτερα ήταν, όταν της έκανα την εξής ερώτηση. «Τον ρωτήσατε ποτέ, εάν σας σκότωναν, τι θα έλεγε»;

Ναι. Ζήτω η Ελλάς!

Εκείνη τη στιγμή ανατρίχιασα σύγκορμος, η κάμερα έγραφε. Εντελώς αυθόρμητα την ρωτάω πάλι. Τι θα έλεγε;

Ζήτω η Ελλάς!

Ο διάλογος με την κόρη του Μιχάλη Αδάμ, τη Βασιλική Αδάμ, μεταφέρθηκε όπως ακριβώς έγινε. Τιμώ την μνήμη του Μιχάλη Αδάμ που ήταν Πρόεδρος της Κοινότητας Ασπροπύργου  το 1942 έως το 1944 και αφιερώνω το κείμενο  αυτό στην κόρη του Βασιλική Αδάμ που έφυγε από τη ζωή πριν λίγες ημέρες . Ελαφρύ το χώμα τους.