Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017
με ή χωρισ ξηλωμενουσ διακοπτεσ

ΜΕ Ή ΧΩΡΙΣ ΞΗΛΩΜΕΝΟΥΣ ΔΙΑΚΟΠΤΕΣ

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΥΡΙΔΗ

“Τους διακόπτες αυτή τη φορά δεν θα τους κατεβάσουμε. Θα τους ξηλώσουμε!”. Η οργισμένη δήλωση αρχισυνδικαλιστή της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ ηχεί ανατριχιαστική στα αυτιά των πολιτών.

Τίνος ιδιοκτησία είναι άραγε οι διακόπτες της Δημόσιας Επιχείρησης Κοινής Ωφέλειας για να έχει το δικαίωμα ο οιοσδήποτε να τους ξηλώσει; Η απάντηση είναι προφανής. Είναι δημόσια περιουσία. Και ως εκ τούτου, ουδείς νομιμοποιείται αυθαίρετα να τους ξηλώσει.

Πλην όμως οι συνδικαλιστές της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ έχουν διαφορετική αντίληψη. Θεωρούν πως η ΔΕΗ τους ανήκει. Και δεν έχουν άδικο να το υποστηρίζουν, καθώς επί χρόνια εξοικειώθηκαν με την ιδέα της συνιδιοκτησίας και της συνδιοίκησης μιας νευραλγικής σημασίας για την χώρα, δημόσιας επιχείρησης. Δεν έχουν άδικο, διότι επί χρόνια, οι πολιτικές ηγεσίες του τόπου, μεριμνούσαν για την ικανοποίηση των “δίκαιων αιτημάτων” τους, φροντίζοντας επιπλέον να εξαγοράζουν τη συνδικαλιστική ανοχή με μετρητά!

Έγγραφο που έστειλε τον περασμένο Νοέμβριο η διοίκηση της ΔΕΗ προς την Τίνα Μπιρμπίλη και είδε τις προηγούμενες μέρες το φως της δημοσιότητας αποκαλύπτει ότι από το 1999 έως σήμερα το συνδικάτο εισέπραξε αθροιστικά 25,2 εκ. €! Το νούμερο ηχεί εξίσου ανατριχιαστικό με την οργισμένη δήλωση του αρχισυνδικαλιστή…

Ωστόσο, μετά το σοκ ακολουθεί η στιγμή της συνειδητοποίησης. Οι πολίτες πλέον αντιλαμβάνονται το θέατρο που επί χρόνια παίζεται εις βάρος του. Ίσως να το αντιληφθούν και οι εργαζόμενοι της ΔΕΗ… Η συναλλαγή πολιτικής και συνδικαλιστικής ηγεσίας του τόπου δεν είναι απλά μια υπόθεση εργασίας. Είναι άλλη μια σκληρή πραγματικότητα που αποκαλύπτεται εν μέσω οικονομικής κρίσης και εξηγεί εν πολλοίς τα αντανακλαστικά της αντίδρασης που ενεργοποιούνται κάθε φορά που επιχειρείται να αλλάξει κάτι.

Εξηγεί όμως και την απόπειρα ενοχοποίησης της έννοιας, “πουλώ δημόσια περιουσία”. Είναι προφανές, πως στην περίπτωση της ΔΕΗ ο ιδιώτης δεν θα είναι τόσο γαλαντόμος με τους συνδικαλιστές. Τι πιο λογικό για αυτούς λοιπόν να επιχειρούν να τον δαιμονοποιήσουν.

Όμως, οι εποχές άλλαξαν. Οι πολίτες βλέπουν, ακούν και κρίνουν. Δεν θα αργήσει ο καιρός που θα κατανοήσουν πως η επιχειρηματικότητα δεν πρέπει ούτε να δαιμονοποιείται, ούτε να τρομοκρατείται. Το αντίθετο. Είναι, πλέον, υποχρέωση του κράτους να την παρακινήσει και να την παροτρύνει.

Είναι ίσως ο μόνος τρόπος για να υπάρξουν επενδύσεις, για να πέσει χρήμα στην αγορά, για να διασφαλιστούν ή/και να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, για να κινηθεί η κατανάλωση, για να ξαναπάρει μπροστά η οικονομία, για να βγει η χώρα απ” την κρίση. Διαφορετικά, θα παραμείνει εγκλωβισμένη στο σκοτεινό τούνελ, με ή χωρίς του διακόπτες ξηλωμένους…