Πάνω στο ρητορικό ή πραγματικό ερώτημα βγαίνει ή όχι το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας μας, έχουν στηθεί πολιτικές καριέρες και έχουν αφιερωθεί πολλές εργατοώρες είτε στα τηλεοπτικά πάνελ είτε στο βήμα του κοινοβουλίου είτε στο συνήθως ανώνυμο διαδίκτυο. Προφανώς πέρα από τις πολιτικές σκοπιμότητες που εκφράζουν ανεύθυνα οι καριερίστες, οι πολίτες παίρνουν θέση απέναντι στο ερώτημα ανάλογα με τη σκοπιά που βλέπει ο καθένας τα πράγματα και κυρίως από το βαθμό που έχει επηρεάσει τη ζωή του η οικονομική κρίση.

Όμως πέρα από τις ακραίες αντιφάσεις υπάρχει και η συνισταμένη που κάνοντας συγκερασμό των υπέρ και των κατά, μπορεί να μας οδηγήσει σε νηφάλια συμπεράσματα. Το 2009 το χρέος της χώρας ήταν κοντά στα 300 δις ευρώ, και οι δανειακές ανάγκες του κράτους την ίδια χρονιά για να καλυφθεί η χρηματοδότηση του συστήματος που κυβερνούσε έφθασαν τα 36,5 δις. Μια απλή σύγκριση με το κόστος ενός μόνο έργου που χαρακτηρίστηκε έργο του αιώνα, τη γέφυρα Ρίου Αντιρρίου, η οποία με της καταγγελλόμενες από την τότε αντιπολίτευση υπερβάσεις έφθασε στα 740 εκατομμύρια ευρώ, ας φανταστούμε με το έλλειμμα μόνο μιας χρονιάς πόσες γέφυρες θα κατασκευάζαμε, αλλά κυρίως σε ποια κατάσταση ήταν η χώρα λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση δανεισμού. Τότε ήταν που ζητήσαμε – για πολλοστή φορά από τότε που απελευθερωθήκαμε – βοήθεια από την Ευρώπη, της οποίας μάλιστα τώρα είμαστε και εταίροι. Και εκείνοι τι έκαναν; Δημιούργησαν εκ του μηδενός έναν μηχανισμό στήριξης, αποτρέποντας και τη δική μας χρεοκοπία, και το φαινόμενο ντόμινο της κρίσης στις οικονομίες τους και στις εκτεθειμένες στα ελληνικά τοξικά ομόλογα τράπεζές τους.

Και άρχισε η μεταφορά χρέους από τις διεθνείς ανεξέλεγκτες κερδοσκοπικές αγορές, στον ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας, με ιδιαίτερα χαμηλά επιτόκια. Δηλαδή το εξωτερικό μας χρέος βρίσκεται πλέον σε ευρωπαϊκά χέρια, στο ΕSM, το οποίο έχει αναλάβει τη χρηματοδότηση της χώρας, «όσο χρόνο χρειαστεί», αρκεί να παρουσιάσει πρωτογενές πλεόνασμα, και να μεταρρυθμίσει το κράτος σύμφωνα με τις συμφωνίες που έχει υπογράψει. Βέβαια υπάρχει και ο αντίλογος, όχι των ζαλισμένων από τους ψεκασμούς, αλλά εκείνων που φιλοδοξούν να αποτελέσουν την εναλλακτική πρόταση εξουσίας που μιλούν για καταγγελία των δανειακών συμβάσεων, για κατάργηση μνημονίων και πολλά τέτοια αντιπολιτευτικά που πείθουν ή ντοπάρουν πολλούς απελπισμένους από τη συγκυρία συμπολίτες μας.

Βέβαια η τωρινή αξιωματική αντιπολίτευση είναι πολύ πιο ήπια από εκείνη όταν στη θέση της ήταν ο σημερινός πρωθυπουργός. Ωστόσο και με δεδομένη την εξάρτηση της οικονομίας μας πλέον από το διακρατικό δανεισμό των εταίρων, πόσα περιθώρια υπάρχουν, αν από κάποιο εσωτερικό ατύχημα της διακομματικής κυβέρνησης, βρεθεί ο Α. Τσίπρας στη θέση του πρωθυπουργού; Θα έρθει σε ρήξη με το ευρωπαϊκό μοντέλο λιτότητας, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της διακοπής της οικονομικής αιμοδοσίας, ή θα κάνει και αυτός μια θεαματική, ιδιαίτερα συνηθισμένη στα πολιτικά μας δρώμενα, κωλοτούμπα; Η τωρινή διακυβέρνηση κατόρθωσε και χρηματοδότησε το σύστημα εξουσίας της, έστωμε τα μνημόνια της λιτότητας και «μάντρωσε» τους πολίτες με την απειλή της χρεοκοπίας. Ένα νέο σύστημα εξουσίας, αν δε βρει άμεσα οικονομική στήριξη, είναι μαθηματικά σίγουρο, ότι δε θα’ χει ούτε μέλλον, ούτε αίσιο τέλος.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.