Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017
μαρω βαμβουνακη: «μια μεγαλη καρδια γεμιζει με ελαχιστα»

ΜΑΡΩ ΒΑΜΒΟΥΝΑΚΗ: «ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΡΔΙΑ ΓΕΜΙΖΕΙ ΜΕ ΕΛΑΧΙΣΤΑ»

 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΠΟΜΠΟΥΛΑ 

Η Μάρω Βαμβουνάκη δεν χρειάζεται συστάσεις. Πετυχημένη συγγραφέας πολλών μυθιστορημάτων που αγκαλιάστηκαν από το κοινό, τα τελευταία χρόνια με την ιδιότητα και της ψυχολόγου, μας προσφέρει άλλου είδους βιβλία προς την κατεύθυνση της προσωπικής ανάπτυξης και αυτογνωσίας. Το τελευταίο της βιβλίο «Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστά» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ψυχογιός», αποτελεί έναν καθρέφτη όπου αντανακλάται το εσωτερικό ατομικό και συλλογικό μας τοπίο. Με αφορμή το βιβλίο, η συγγραφέας μιλάει στον «ΕΤ» για όλα όσα- συνειδητά ή ασυνείδητα- απασχολούν σήμερα τον άνθρωπο.     

 
ΕΡ.Στο νέο σας βιβλίο γράφετε πως  από τους σοβαρότερους λόγους της αόριστης μελαγχολίας που νοιώθει ένας άνθρωπος είναι το να μην είναι ο εαυτός του. Ποιες είναι οι κυριότερες συγκρούσεις που μας ταλαιπωρούν;

ΑΠ. Νομίζω πως η πιο μεγάλη μας σύγκρουση είναι ανάμεσα σʼ αυτό που »όντως είμαι» και σʼ αυτό που »οι άλλοι θέλουν να είμαι». Η ανάγκη να αρέσουμε, να εντυπωσιάζουμε, να γινόμαστε αποδεκτοί κατά τους όρους των άλλων μας βάζει να προδίδουμε την ψυχή μας κι αυτό φέρνει μεγάλη μελαγχολία, με τα χρόνια όλο και μεγαλύτερη. Κάτι εντός μας θυμώνει άσχημα. Λέγεται πως απʼ τη στιγμή που παρεκκλίνεις απʼ το δρόμο της αυθεντικής, δικής σου πορείας αρχίζει και η νεύρωση.

ΕΡ.  Γιατί σήμερα οι άνθρωποι υποτάσσονται στη σειρήνα του «φαίνεσθαι», οι ερωτικές σχέσεις μοιάζουν «στεγνές» και οι ειδικοί μιλάνε για την «κρίση νοήματος» στον σύγχρονο κόσμο;

ΑΠ.Ο έρωτας μάς απαιτεί φυσικούς και γνήσιους. Μονάχα οι ελεύθερες ψυχές είναι ερωτεύσιμες. Σε μια εποχή που επικρατούν η δειλία και οι φοβίες είναι δύσκολο να αφήνεται κανείς στη φυσικότητά του και αρπάζεται από μια μεταμφίεση που στην  αρχή ερεθίζει, μαγνητίζει τον άλλον, αλλά δεν τον κρατάει κοντά για πολύ.
Ο εξαρτημένος και ο δειλός έχει ανάγκες εξάρτησης, δε μπορεί να αγαπάει ούτε να αγαπιέται. Ναι, όπως λέτε, το νόημα, το ωραίο ουσιώδες νόημα γεμίζει τη ζωή και μας καθιστά ενδιαφέροντες. Αλλιώς, όλα ταʼ άλλα, τα ανόητα, τα δίχως νόημα δηλαδή, όσο γοητευτικά κι αν δείχνουν, οδηγούν σε πλήξη και κατάθλιψη.
 
ΕΡ. Για τον Έλληνα-λέτε- ζωή χωρίς παρέα, φλυαρία, κοινότυπες κουβέντες, εξόδους με δυνατή μουσική και ποτό μοιάζει ζωή παράξενη, νοσηρή. Ποια είναι η αξία της εσωτερικής ζωής;

ΑΠ.Όσο και να ακούγεται απίθανο, εγώ πιστεύω πως οι Έλληνες είναι λαός μελαγχολικός έως καταθλιπτικός. Δε μπορούν εύκολα να ζήσουν εσωτερική ζωή. Δεν είναι ότι είναι κοινωνικοί και κεφάτοι και αποζητούν παρέες συνεχώς. Είναι που δεν αντέχουν να μένουν μόνοι με τον εαυτό τους γιατί δεν έχουν χτίσει σοβαρή σχέση εμπιστοσύνης μαζί του, τον νιώθουν ξένο και απειλητικό. Ζητούν διαρκώς περισπασμούς για να μην τον αντιμετωπίζουν και το μέσα κενό μεγαλώνει, με τα χρόνια γίνεται χάος που πονάει υπερβολικά. Μοναξιά είναι να μην έχω σχέση με τον εαυτό μου, να μην τον ανέχομαι. Μονάχα όμως όσοι μπορούν να μένουν μόνοι μπορούν και να φτιάχνουν αληθινές σχέσεις με άλλους.
 
ΕΡ. Και σε αυτό το βιβλίο, επισημαίνετε πως παρά τα οφέλη της και η πιο επιτυχημένη ψυχοθεραπεία δεν απελευθερώνει ουσιαστικά το άτομο αν αυτό δεν προχωρήσει προς έναν πνευματικό δρόμο. Γιατί συμβαίνει αυτό;
 
ΑΠ. Μια καλή ψυχοθεραπεία είναι μόνο μια ευκαιρία να διαλέξεις το τι αξίζει να γυρέψεις. Αφού ξαναδιαβάσεις  γενναία το αναστατωμένο, επώδυνο παρελθόν σου και βάλεις κάποια τάξη, αφού κερδίσεις κάποια ωριμότητα και ξεφύγεις από το παιδάκι μέσα σου που σε έχει καθηλώσει, καλείσαι να επιλέξεις το τώρα και το μέλλον σου, την προοπτική σου που δε μπορεί παρά να είναι πνευματική για να λυτρωθείς. Ο ψυχοθεραπευτής θα σου φτιάξει ίσως το κάταγμα στο σπασμένο πόδι για να περπατάς, δεν θα σου μάθει το πού θα πας όμως, είναι της δικής σου εκλογής, της απόλυτης ελευθερίας σου ο προορισμός.
 
ΕΡ. Γράφετε: «Δίχως προσωπική απελευθέρωση, ούτε σε ομαδική, ούτε σε κοινωνική μπορεί ο κόσμος να ελπίσει». Σήμερα έχει γίνει συνείδηση πως η αλλαγή του κόσμου περνάει μέσα από την αλλαγή της «μονάδας»;  

ΑΠ.Μα γίνεται να φτιάξεις ένα καλό φαγητό με μπαγιάτικα, σκουλικιασμένα υλικά; Να φτιάξεις ένα κολιέ μαργαριτάρια με πλαστικές χάντρες; Είναι αυτονόητο πως ο Ένας και ο άλλος Ένας, θα συνθέσουν την ποιότητα και την αξία του Όλου. Μου φαίνεται ακατανόητο το πώς απορούμε γενικά για μια τόσο απλή πραγματικότητα και απευθυνόμαστε σε λαούς και μάζες σα να είναι πολυκέφαλα τέρατα.
 
ΕΡ. Σε τι συνίσταται η δύναμη της γραφής;

ΑΠ. Το να διαβάζεις ένα βιβλίο θα μείνει στους αιώνες μια σχέση μυστική, σαγηνευτική και αναντικατάσταση. Γιατί πρόκειται για μια σπάνια διαδικασία όπου εσύ, ως μόνος, συναντιέσαι θαυμαστά με τον συγγραφέα, ως μόνο, και ανταλλάσσετε τα πιο ευάλωτα μυστικά σας. Τέτοια διαδικασία μαγείας, αυτογνωσίας, ομολογίας δεν βρίσκεις εύκολα. Ποτέ δεν θα εγκαταλείψουν τη σαγήνη της όσοι την έχουν ποτέ γευθεί.
 
ΕΡ. Στα βιβλία σας συναντάμε πάντα την αγάπη, ως προϋπόθεση της ελευθερίας. Γιατί είναι τόσο αναγκαία για τη ζωή μας;

ΑΠ. Γιατί είναι στη φύση μας. Ο άνθρωπος γεννιέται ζει και διαιωνίζεται από αγάπη. Δεν εξηγείται λογικά αυτό. Ο Φρόιντ έλεγε πως: «Όλες οι ψυχοπάθειες προέρχονται σε τελευταία ανάλυση από στέρηση αγάπης ή από νοσηρές αγάπες». Το να μπορώ να αγαπώ όμως είναι διαρκές σοβαρό άθλημα, δεν είναι σκέτη δήλωση ή ευχή. Μπορώ να αγαπώ κι ας είμαι απομονωμένος σε μια σπηλιά, ή μπορώ να συμβιώνω με δεκάδες παρέες και να είναι στεγνή και δύσπιστη η καρδιά μου, να κυκλοφορώ μαζί τους για να τους κατακρίνω και να τους φθονώ, να τους επιζητώ για επιβεβαίωση ότι με αποδέχονται, με θαυμάζουν ή με ζηλεύουν. Να ξεφεύγω από τον εαυτό μου που ούτε αυτόν αγαπώ.

 

Η συνέντευξη της Μάρως Βαμβουνάκη στην Αγγελική Μπομπούλα δημοσιεύεται στον «ΤΥΠΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ»