Η Μελίνα Κριτσωτάκη μας παρουσιάζει τα λούπινα. Πρόκειται για καρπούς πλούσιους σε πρωτεΐνη, που μπορούν επάξια να αντικαταστήσουν τη σόγια. Στην Ευρώπη, τα τελευταία χρόνια, οι εκτάσεις τους αυξάνονται καθώς προτιμώνται από χορτοφάγους ή άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη.


Καρπός στρογγυλός, πλατύς και ωχροκίτρινος. Πλούσιος σε πρωτεϊνη (περίπου 40%). Θεωρούνταν “το κρέας των φτωχών”. Στην Κρήτη τρώγεται, κατά κόρον, την περίοδο της νηστείας του Πάσχα και την Καθαρά Δευτέρα. Κατά τους Παγκόσμιους πολέμους, τον καβούρδιζαν με σιτάρι ή κριθάρι και τον κατανάλωναν ως αντικατάστατο του καφέ. Ο λόγος για το λούπινο (Lupinus sp) ή αλλιώς … λουμπούνια.     

 

Πως καλλιεργούνται τα λουπίνια

Τα λούπινα είναι ετήσια, ποώδη φυτά. Ανήκουν στην οικογένεια των Ψυχανθών (όσπρια). Οι κυριότερες ποικιλίες τους έχουν καρπούς χρώματος λευκού (Lupinus albus), κυανού (Lupinus angustifolius) και κίτρινου (Lupinus luteus). Απαιτούν, αυστηρά, όξινο έδαφος (pH 5 – 6). Σε πολύ ασβεστούχα εδάφη, η ανάπτυξη των φυτών δεν ολοκληρώνεται. Σπέρνονται φθινόπωρο σε περιοχές πεδινές ή θερμές ενώ σε ορεινές αρχές της άνοιξης. Από θρεπτικά στοιχεία χρειάζονται φώσφορο και κάλιο ιδίως αν πρόκειται να καλλιεργηθούν σε εδάφη άγονα ή αμμώδη. 

Τα λούπινα είναι, επί το πλείστον, κτηνοτροφικό φυτό αλλά σταδιακά, στη χώρα μας, από τη δεκαετία του 1970 και μετά οι εκτάσεις τους εγκαταλήφθηκαν. Καλλιεργούνταν (κυρίως) η λευκή ποικιλία σε περιοχές της Κρήτης, της Πελοποννήσου (Μάνη), των Δωδεκανήσων και της Αιτωλοακαρνανίας για την παραγωγή σπερμάτων. Ένας λόγος αντικατάστασης της καλλιέργειας ήταν οι αυξανόμενες εισαγωγές σόγιας και ένας άλλος η χρονοβόρα επεξεργασία ξεπικρίσματος στην οποία υποβάλονταν τα σπέρματα για μην είναι τοξικά και να μπορέσουν να καταναλωθούν. Είτε τα έβραζαν και τα άφηναν για μέρες σε θαλασσινό νερό ώστε να αποβάλλουν τις αλκαλοειδείς ουσίες τους είτε τα καβούρδιζαν. Σήμερα, κυκλοφορούν στο εμπόριο σπόροι χωρίς αλκαλοειδή με αποτέλεσμα η καλλιέργεια του λούπινου να αρχίζει σιγά – σιγά να επανακάμπτει σε περιοχές, κυρίως, της Βόρειας Ελλάδας (Έβρος).

Στο εξωτερικό, καλλιεργούνται περισσότερο σε Αυστραλία, Ασία και Χιλή σαν βασική πηγή πρωτεΐνης (μέχρι 44%) σε ζωοτροφές. Από στοιχεία του ΟΗΕ προκύπτει πως καλλιεργούνται παγκοσμίως, περίπου, 20 εκατομμύρια στρέμματα με λούπινα. Το μεγαλύτερο ποσοστό (γύρω στο 60%) προορίζεται για παραγωγή σπερμάτων και το υπόλοιπο για βόσκηση από ζώα, χλωρή λίπανση, κλπ. Πρώτη παραγωγός χώρα η Αυστραλία (περίπου 1 εκατομμύριο τόνοι). Μεταποιητικά προϊόντα από λούπινο συναντάμε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης καθώς προτιμώνται από χορτοφάγους. Χώρες με καλλιέργειες λούπινων στην Ευρώπη είναι η Γερμανία, η Ολλανδία, η Γαλλία, η Ιταλία και το Βέλγιο με την ζήτηση για αυτά, τα τελευταία χρόνια, να αυξάνεται συνεχώς.

Εισόδημα και αποδόσεις

Σαν καλλιέργεια μπορεί να αποδώσει εισόδημα, περίπου, 200 – 400 Ευρώ/στρέμμα. Έχει χαμηλό κόστος παραγωγής. Οι αποδόσεις της εξαρτώνται από την ποικιλία, τις εδαφοκλιματικές συνθήκες, την εποχή σποράς, την πυκνότητα φύτευσης κ.λπ. Οι ποικιλίες του λευκού λούπινου, που καλλιεργούνται κυρίως στη χώρα μας, παράγουν 150 έως και 300 Kg/στρέμμα, ανάλογα με τις καλλιεργητικές τεχνικές.

Χρήση

Τα λούπινα είναι τροφή που μπορούν να αντικαταστήσουν τη σόγια καθώς έχουν ίση διατροφική αξία με αυτή. Μετά από επεξεργασία γίνονται αλεύρι (λουπινάλευρο) το οποίο είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες. Αν αυτό αναμιχθεί με αλεύρι σίτου του προσδίδει ένα, ελαφρώς, κίτρινο χρώμα, γεύση καρυδιού και υψηλή θρεπτική αξία. Επίσης, από λουπινάλευρο είναι δυνατό να παρασκευαστούν ζυμαρικά (λαζάνια), ζύμη για πίτσα αλλά και μπισκότα. Ακόμη, σε λουκάνικα μπορούν να αντικαταστήσουν επάξια το κρέας αλλά και τα αυγά σε κέϊκ ή μαγιονέζα. Μετατρέπονται και σε παγωτό, κατάλληλο για άτομα με δυσανεξία στη γλουτένη και τη λακτόζη. Στη vegan διατροφή γίνονται dip σαν το χούμους και μπαίνουν, επιπλέον, σε συνταγές ως παραλλαγή του κους – κους.

Στην Πορτογαλία, καταναλώνουν τα λούπινα ως σνακ συνοδευτικό της μπύρας. Στο Λίβανο και την Αίγυπτο πωλούνται από πλανόδιους σε παζάρια και υπαίθριες αγορές. Παλιότερα, χρησιμοποιήθηκαν σαν καταπραϋντικό ενώ από το αφέψημά τους έκαναν πλύσεις ή το έβαζαν ως τοπικό, θερμικό επίθεμα (κομπρέσα). Θεωρούνταν, ακόμη, μια προσωρινή λύση για δερματικά προβλήματα όπως ακμή, εκζέματα, κ.ά. Τα σπέρματα τα καβούρδιζαν, όπως τον καφέ, και τα έπιναν με νερό γιατί πίστευαν ότι θεράπευαν στομαχικές διαταραχές, διάφορα αρθριτικά νοσήματα ακόμα και τον διαβήτη. Στην ομοιοπαθητική, χρησιμοποιούνται σε σκευάσματα για την τόνωση του αναπνευστικού συστήματος και για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων χρόνιας κόπωσης.

Πρωτεΐνη για τον οργανισμό

Τα βρασμένα λούπινα είναι εύπεπτα. Αποτελούν πλούσια πηγή φυτικών ινών, αμινοξέων, ασβεστίου, σιδήρου, μαγνησίου και φωσφόρου ενώ δεν περιέχουν άμυλο. Η κίτρινη ποικιλία περιέχει τις μεγαλύτερες ποσότητες πρωτεϊνών. Ακριβώς λόγω της υψηλής τους περιεκτικότητας σε πρωτεϊνες μπορούν να αντικαταστήσουν τη σόγια σε σιτηρέσια ζώων. Ακόμη, έχουν βιταμίνη C, βιταμίνες του συμπλέγματος Β, θειαμίνη (Β1), ριβοφλαβίνη, μικρές ποσότητες καροτενοειδών, κλπ. Τα λούπινα, επίσης, βελτιώνουν το ανοσοποιητικό λόγω της υψηλής τους περιεκτικότητας σε ψευδάργυρο. Περιέχουν, ακόμη, χαλκό ο οποίος ωφελεί τη σωστή λειτουργία των αιμοφόρων αγγείων και του νωτιαίου μυελού.

Λούπινο και αλλεργίες

Φαίνεται από μελέτες πως όσοι είναι αλλεργικοί στα φιστίκια, έχουν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν αλλεργία και στο λούπινο. Τα συμπτώματα μιας πιθανής αλλεργικής αντίδρασης περιλαμβάνουν κνίδωση, φαγούρα, πρήξιμο των χειλιών, εμετό και δυσκολίες στην αναπνοή. Επίσης, δηλητηρίαση από υπερβολική κατανάλωση λούπινων μπορεί να προκαλέσει βραδυκαρδία, αναπνευστικό πρόβλημα και σπασμούς.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.