Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017
ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Κώστας είναι οικονομολόγος. Γεννήθηκε το 1953 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Ήθελε να γίνει Αρχαιολόγος αλλά σπούδασε οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων. Το 1979 προσλήφθηκε ως Ελεγκτής στην μετά είκοσι χρόνια «δολοφονηθείσα» ελεγκτική εταιρία Arthur Andersen. Από τότε πήρε το δρόμο της επιχειρηματικής οργάνωσης και της πληροφορικής. Άρα τον Αύγουστο του 2011 συμπληρώνει 32 χρόνια έντονης επαγγελματικής εμπειρίας στην πρώτη γραμμή των θεμάτων εκσυγχρονισμού και οργάνωσης των επιχειρήσεων.
Τα τελευταία 22 χρόνια είναι επιχειρηματίας της τεχνολογίας. Έχει εμπειρίες συνεργασίας μέσα από εκατοντάδες εταιρίες και οργανισμούς σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Βρετανία, η Κύπρος, η Ρουμανία, η Τουρκία, η Ιταλία, οι ΗΠΑ, η Βουλγαρία, η Γερμανία και άλλες, όπου λειτούργησε ως προμηθευτής και σύμβουλος υπηρεσιών και λογισμικού.
Για δυο χρόνια υπήρξε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΟΠΑΠ
ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
λιγοτερο απαισιοδοξο σεναριο

ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

Κάποιος πρέπει να πει αυτά που κανείς άλλος δεν τολμά αυτές τις μέρες: Oτι δηλαδή μια ενδεχόμενη μείωση του χρέους (όπως και αν αυτή ονομασθεί) είναι απαραίτητη για να φτάσουμε νωρίτερα σε ένα επίπεδο εξυπηρέτησης που να αφήνει περιθώρια αναπνοής και ανάπτυξης στην ελληνική οικονομία.
Βέβαια φαίνεται πως για να ξεκινήσει οποιαδήποτε διαδικασία τέτοιου είδους, πρέπει προηγουμένως να έχουν εξαλειφθεί τα ελλείμματα του δημόσιου τομέα. Οι Ευρωπαίοι ανθίστανται στην ιδέα να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν ελλείμματα που δημιουργούνται μετά την κρίση από τις εμμονές των κυβερνήσεων να μη μειώνουν το σπάταλο κράτος. Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από την Ελλάδα, η οποία καλείται να πειθαρχήσει σε αυτό τον στόχο με κάθε κόστος. Αναμένεται λοιπόν μέχρι το τέλος του έτους να έχει φανεί –να έχει αποδειχθεί στην πράξη– ότι τα ελλείμματα έχουν μπει σε δρόμο μηδενισμού.
Οι εκτιμήσεις ψυχραιμότερων αναλυτών λένε ότι καμία ενέργεια επαναδιαπραγμάτευσης του ελληνικού χρέους δεν θα γίνει πριν μηδενισθούν τα ελλείμματα. Αν πετύχουμε στα ελλείμματα, τότε θα δούμε να κινείται και να εξελίσσεται η συζήτηση για «κούρεμα», πράγμα που δεν θα πρέπει να αναμένεται νωρίτερα από τις αρχές του 2012.
Στο διάστημα μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους είναι φανερό ότι οι ιθύνοντες στην Ε.Ε. θα φροντίσουν ώστε να αυξηθεί το πλαφόν του μηχανισμού στήριξης, του γνωστού EFSF, στο ύψος περίπου των τριών (3) τρισ. ευρώ. Το ποσό αυτό ήδη συζητιόταν στους διαδρόμους της σύσκεψης της 21ης Ιουλίου και ήταν το ίδιο που οι αγορές αισθάνθηκαν ότι έλειπε από τα μέτρα εκείνης της περιόδου. Ο λόγος: το ποσόν αυτό απαιτείται για να καλύψει τις ενδεχόμενες εκτροπές των σχέσεων με τις αγορές χωρών όπως η Ισπανία και η Ιταλία. Αυτή η αύξηση του πλαφόν, αν και άμεσα δεν σχετίζεται με την Ελλάδα, θα βοηθήσει να γίνουν ηρεμότερα οι επαναδιαπραγματεύσεις του ελληνικού χρέους ώστε τελικά να μην υπάρξει απότομη και επιθετική στροφή προς τις άλλες δοκιμαζόμενες χώρες. Aρα η αύξηση του πλαφόν του EFSF είναι προαπαιτούμενο των διαπραγματεύσεων με τους ιδιώτες για περαιτέρω μείωση του χρέους της Ελλάδας.
Αλλά τι θα συμβεί επιτέλους σε μια ενδεχόμενη επαναδιαπραγμάτευση του χρέους; Ιδού μία εικασία που δεν είναι κατ’Α ανάγκη καταστροφική (δεδομένης της κατάστασης που φτάσαμε, όχι πως θα είμαστε και «ευτυχισμένοι» από πάνω!). Πρώτα πρώτα θα αναπνεύσει η χώρα από ένα μέρος του βραχνά. 50% μείωση είναι μεγάλο πράγμα! Θα μπορεί να γίνει ένα πιο ρεαλιστικό σενάριο αποπληρωμής κυρίως τόκων σε μία μακρύτερη περίοδο στο μέλλον. Αυτόματα αυτό σημαίνει πως θα απελευθερωθούν κεφάλαια για την ανάπτυξη και δεν θα έχει κανένα λόγο ο κ. Σόιμπλε να ανθίσταται στη διάθεση των κονδυλίων αυτών, αφού θα έχει πετύχει ο μηδενισμός των ελλειμμάτων.
Κατόπιν θα πέσουν τα spreads σταδιακά, οπωσδήποτε τα ελληνικά και εν μέρει των υπόλοιπων χωρών της ευρωζώνης που έχουν γίνει στόχος. Τέλος θα ανέβουν τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, εκτιμουμένου ότι οι απώλειες των ευρωπαϊκών (και ελληνικών) τραπεζών από το ελληνικό κούρεμα θα καλυφθούν από τα χρηματοδοτικά μέσα της Ε.Ε. Αυτό είναι ένα σενάριο σήμερα που αξίζει να έχουμε υπόψη ως θετική εξέλιξη στο άμεσο μέλλον.