Ο Αθανάσιος Παπανδρόπουλος σημειώνει ότι η κυβέρνηση μοιράζει κόλλυβα από το πτώμα των υπερφορολογουμένων. Απομυζά την ρευστότητα από την οικονομία και την οδηγεί σε αδιέξοδο. Και αυτό συμβαίνει σε μια χώρα που δεν παράγει και ο πληθυσμός της γερνάει.


Η σημερινή Ελλάδα έχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Πάσχει από έλλειψη νοήματος για την ύπαρξη. Που σημαίνει παραίτηση από την δημιουργία. Η χώρα έτσι παραπαίει. Και οι πολίτες τελικά κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνον για την πολιτική της επιβίωση. Κυρίως για το πως θα επανέλθει ο κ. Αλέξης Τσίπρας γρήγορα στην εξουσία αν χάσει τις προσεχείς εκλογές.

Δεν συνειδητοποιεί όμως ο κ. πρωθυπουργός ότι βρίσκεται σε μια χώρα που ελάχιστα παράγει. Που δεν είναι ανταγωνιστική. Που διώχνει τα καλύτερα παιδιά της στο εξωτερικό. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η Ελλάδα βρίσκεται και σε δημογραφική κάμψη. Με άλλα λόγια γερνάει. Είναι δε γνωστό ότι ο γερασμένες χώρες δύσκολα παρακολουθούν τις εξελίξεις. Άρα είναι σε μεγάλο βαθμό απροσάρμοστες. Κατά συνέπεια ποια ανάπτυξη μπορούμε να περιμένουμε;

Μοιράζουν κόλλυβα από το πτώμα των υπερφορολογουμένων

Ιδιαίτερα δε στην παρούσα φάση, όταν κύριο μέλημα της κυβέρνησης δεν είναι η ανάπτυξη αλλά να μοιράζει κόλλυβα από το πτώμα των υπερφορολογημένων πολιτών.

Όπως γράφει και η Μαρία Βουργάνα, για κάθε τέσσερα ευρώ μέτρων (φόροι, εισφορές, περικοπές συντάξεων και επιδομάτων) που επέβαλε η κυβέρνηση για να δημιουργήσει τα υπερπλεονάσματα, επέστρεψε ένα ευρώ – και μάλιστα σε μικρό τμήμα του πληθυσμού. Και το ευρώ που επιστράφηκε προήλθε από την εξόντωση της μεσαίας τάξης με τεράστιες φορολογικές επιβαρύνσεις και υψηλές ασφαλιστικές εισφορές. Την ίδια στιγμή εκτινάχθηκαν οι κατασχέσεις. Περιορίστηκαν οι δημόσιες επενδύσεις. Σταμάτησαν οι πληρωμές των οφειλών του Δημοσίου. Καταργήθηκαν προνοιακά επιδόματα, ακόμα και το ΕΚΑΣ. Τα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι εκτός από το τσουνάμι μέτρων ύψους 9,5 δισ. ευρώ, η κυβέρνηση έκοψε τις δημόσιες επενδύσεις κατά 1,3 δισ. ευρώ για μοιράσει τα τελευταία τρία χρόνια μέρισμα ύψους 2 δισ. ευρώ.

Στο ερώτημα εάν τα πρωτογενή πλεονάσματα βλάπτουν την πραγματική οικονομία, οικονομικοί αναλυτές απαντούν ότι  κατά κανόνα είναι απαραίτητα προκειμένου να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για τη μείωση του χρέους, ενώ λειτουργούν καταλυτικά για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας της χώρας. Αυτή είναι μια σωστή παραδοσιακή παραδοχή, αλλά υπό κάποιες προϋποθέσεις. Ισχύει σε οικονομίες που έχουν καλή παραγωγική βάση.

Το κράτος απομυζά την ρευστότητα

Διαφορετικά, όπως σημειώνουν, τα σημερινά μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα προκαλούν ζημιά στην πραγματική οικονομία. Το κράτος απομυζά όλη τη ρευστότητα. Μέσω φόρων και ασφαλιστικών κρατήσεων απορροφά τους αναγκαίους ιδιωτικούς πόρους, εμποδίζοντας τις επενδύσεις και την κατανάλωση. Για να σχηματιστούν τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, η κυβέρνηση περικόπτει το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Μειώνει τις επιχορηγήσεις νοσοκομείων. Αναβάλλει την πληρωμή συντάξεων. Και καθυστερεί την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών. Η ελληνική οικονομία εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο λιτότητας. Κύκλος που χωρίς παραγωγή πλούτου δεν οδηγεί πουθενά. Είναι δε φανερό ότι η κυβέρνηση ελάχιστα ενδιαφέρεται γιαυτό. Αντιθέτως στην παρούσα φάση θα λέγαμε ότι ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ να έχουμε ανάπτυξη. Γιατί αυτή θα ήταν καλή για τους αντιπάλους της.

Και το ερώτημα είναι: Πόση δόση λαϊκισμού και πόση ρεαλισμού μπορεί να αντέξει πλέον η ελληνική κοινωνία που μετρά σχεδόν μια δεκαετία από τότε που εισήλθε στη μεγαλύτερη κρίση της μεταπολεμικής ιστορίας της;

Previous articleΑπό το Σύνταγμα οι δημοσιονομικοί περιορισμοί
Next articleΗ καρικατούρα διεκδικεί ιδεολογική κυριαρχία
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας. Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc. Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.