Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017
ΝΙΚΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ

ΝΙΚΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ

Ο Νίκος Κοτζιάς γεννήθηκε το 1950 στην Αθήνα. Αποφοίτησε από τη Σχολή
Μωραίτη το 1968. Σπούδασε Οικονοµικά και Πολιτική Φιλοσοφία στην
Αθήνα και στο Giessen της Γερµανίας. Η διδακτορική του διατριβή από το
Πάντειο Πανεπιστήµιο είχε τίτλο: «Πολιτικές Θεωρίες του Κράτους». Η µετα-
διδακτορική του διατριβή είχε τίτλο: «Πολιτικές Θεωρίες της Ευρωπαϊκής
Ολοκλήρωσης». ∆ίδαξε και υπηρέτησε ως ερευνητής στα Πανεπιστήµια του
Marburg της Γερµανίας, της Οξφόρδης στη Μεγάλη Βρετανία και του Harvard
στις ΗΠΑ. Είναι µέλος του St Antony’s College - Oxford University, Senior
Fellow στο Weatherhead Centre for International Relations στο Πανεπιστήµιο
του Harvard. Είναι συνιδρυτής του Προγράµµατος Νοτιανατολικής Ευρώπης
στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστηµίου της Οξφόρδης.


O Νίκος Κοτζιάς υπήρξε µέλος της µαθητικής οργάνωσης της νεολαίας
Λαµπράκη από το 1965. Ιδρυτικό µέλος της ΚΝΕ και µέλος του Κεντρικού
Συµβουλίου της στη διάρκεια της χούντας. Αργότερα µέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.
Καταδικάστηκε δις από στρατοδικείο. Στη διάρκεια της χούντας υπήρξε
γραµµατέας της Οµοσπονδίας φοιτητικών συλλόγων στη ∆υτική Γερµανία και
∆υτικό Βερολίνο καθώς και γραµµατέας του Συντονιστικού των
αντιδικτατορικών φοιτητικών οργανώσεων. Συνέβαλε στην οργάνωση και
καθοδήγησε µεγάλες απεργίες, όπως εκείνη της Πεσινέ και της Λάρκο το 1977.
Συνέβαλε αποφασιστικά στη δηµιουργία των περιοδικών «Επιστηµονική
Σκέψη» και «∆ιαλεκτική», ενώ συµµετείχε στην Επιστηµονική Επιτροπή
πολλών άλλων. Ιδρυτικό µέλος του ΚΜΕ, του FEG Marbourg και του
«Ιδρύµατος Νίκος Πουλαντζάς».


Το 1989 παραιτήθηκε την ίδια βραδιά της συγκρότησης της κυβέρνησης
Τζαννετάκη από τα καθοδηγητικά όργανα της αριστεράς στα οποία
συµµετείχε. Είναι ο πρώτος που την κατάγγειλε δηµόσια ως την απαρχή του
«βρώµικου 1989».
ΝΙΚΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ
κριση πολιτικησ κουλτουρασ

ΚΡΙΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ

Δεν υπάρχει κανένα αυταρχικό και αντικοινωνικό μέτρο ή πολιτική που προκαλεί ύφεση που να μην ψηφίστηκε από τους βουλευτές της πλειοψηφίας.  Αντίθετα, «αντιστάθηκαν» στην παραπομπή συναδέλφων τους στην ελληνική Δικαιοσύνη για τα σκάνδαλα του Βατοπεδίου και της Siemens. «Αντιστάθηκαν» στον περιορισμό των δικαιωμάτων των καρτέλ.

Σε προβλέψεις νομοσχεδίων για τα ταξί. Σε κάθε περίπτωση το κύριο δεν είναι ο κατάλογος του τι ψήφισαν και του τι δεν ψήφισαν ορισμένοι εκ των βουλευτών. Σε ποια πεδία πολιτικής, δηλαδή, «σήκωσαν» κεφάλι και σε ποια σύρθηκαν πίσω από πολιτικές που διαμορφώνουν εξωκοινοβουλευτικά κέντρα, αλλά, κυρίως, η σύγκριση ανάμεσα στους δύο αυτούς καταλόγους.

Οι κυβερνητικοί βουλευτές, στην πλειοψηφία τους, δεν είχαν πρόβλημα να στηρίξουν διαδικασίες που αφορούσαν περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Παραβίασης του συντάγματος. Εισαγωγής εργασιακών σχέσεων που παραπέμπουν στον Μεσαίωνα. Μέτρων παραχώρησης κυριαρχίας. Εδειχναν και δείχνουν να αποδέχονται με μεγάλη ευκολία την άποψη ότι το πρόβλημα της χώρας είναι η ακόμα πιο άγρια εφαρμογή μιας πολιτικής που παράγει ύφεση και κρίση, καθώς και άδικες κατανομές εισοδήματος και πλούτου και όχι η ίδια η ουσία αυτής της πολιτικής.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι παρ” όλα αυτά, η στάση τους είναι βαθιά ανθρώπινη. Ας υποθέσουμε ότι είναι έτσι. Προκύπτει, όμως, ένα δεύτερο ζήτημα. Πώς είναι δυνατό όχι μόνο να ψηφίζουν ό,τι ψηφίζουν, αλλά να το κάνουν αυτό χειροκροτώντας; Και σε αυτό υπάρχει μια απάντηση: αφενός εκφράζουν με αυτό τον τρόπο βαθιά αισθήματα ανασφάλειας και αφετέρου προσπαθούν να νιώθουν ότι είναι σε αποστολή σωτηρίας της χώρας με μια πολιτική που δεν βγαίνει, αφού αυξάνει το χρέος και καταστρέφει την κοινωνία. Ουσιαστικά στηρίζουν μια πολιτική που διασφαλίζει για τους ισχυρούς τον άλλο δρόμο, εκείνο της μετακύλισης της κρίσης στους μη ισχυρούς. Ταυτόχρονα επιβάλλουν στους τελευταίους δι” αυτής της μετακύλυσης τον «εθνικό μονόδρομο». Εν πάση περιπτώσει ας δείξουμε και σε αυτό κατανόηση.

Προκύπτει ένα ακόμα ερώτημα: γιατί πρέπει να υβρίζονται οι πολίτες και οι κοινωνικές ομάδες που αντιστέκονται; Γιατί υπάρχει μια τέτοια καμπάνια ενάντια στη νέα γενιά και τα ελληνικά πανεπιστήμια, ενώ καταγγέλλονται συλλήβδην οι δημόσιοι υπάλληλοι; Γιατί είναι έτοιμοι να στηρίξουν τους εκβιασμούς που ετοιμάζονται για τον Οκτώβρη; Νομίζω ότι η απάντηση είναι απλή:

Πρώτον, προσπαθούν να διασπάσουν την κοινωνία, άρα και να αποδιοργανώσουν την υποβάθμιση των αγώνων της. Σε αυτό, ιδιαίτερα ως προς τους δημοσίους το έχουν πετύχει.

Δεύτερον, θέλουν να αναδείξουν τους τελευταίους ως τον κύριο εχθρό, ως τους υπεύθυνους για τη σημερινή κατάσταση, απολυτοποιώντας και γενικεύοντας αρνητικές εμπειρίες των άλλων πολιτών (οι οποίοι, όμως, δεν ξεχνούν ότι δημόσιος υπάλληλος είναι και ο πυροσβέστης που πεθαίνει στη μάχη της φωτιάς, όπως και ο αεροπόρος). Πίσω δε από αυτό τον καπνό των ύβρεων προσπαθούν να κρύψουν τους πραγματικούς ενόχους.

Τρίτον, χρησιμοποιούν αυτή την ύβρη για να δικαιολογηθούν στον εαυτό τους, αλλά και προκειμένου -κάποιοι λίγοι- να αποκτήσουν «προίκα διαδοχής». Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν τους σκοτίζει η χώρα. Διαφορετικά η κυβέρνηση θα οργάνωνε άλλου είδους καμπάνιες, με διαφορετικούς στόχους, όπως ενάντια στα καρτέλ, στο μαύρο χρήμα, στη διαπλοκή.

Συμπέρασμα: τα λόγια τους κρύβουν μεν την αλήθεια, αλλά, ταυτόχρονα, την προδίδουν.

Το άρθρο δημοσιεύεται στην «ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»