Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017
κοινωνικοσ «αυτοματισμοσ» εναντιον απεργων

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ «ΑΥΤΟΜΑΤΙΣΜΟΣ» ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΠΕΡΓΩΝ

Στις αρχές της βδομάδας, πατέρας ρώτησε τον γιο του: “Γέμισες το ρεζερβουάρ των αυτοκινήτων. Ακούω ότι οι οδηγοί βυτιοφόρων θα κάνουν απεργία και τα βενζινάδικα δεν θα έχουν καύσιμα”. Ο γιος αντέκρουσε τον “συντηρητικό” πατέρα: “Όχι δεν έκανα τίποτα. Σιγά μην κάνουν απεργία κατακαλόκαιρο. Αλλά και να κάνουν μια δυο μέρες θα είναι όλη η φασαρία και μετά τέλος. Μην ανησυχείς, δεν θα μείνουμε”. Παρά τον καθησυχαστικό τόνο του γιου του ο πατέρας συνέχισε να ανησυχεί. “Καλά, σε πειράζει να γεμίζεις τα ρεζερβουάρ και κάνα δυο μπιτόνια, καλού κακού; Ποτέ δεν ξέρεις”. Η εμπειρία και η προνοητικότητα του πρεσβύτερου επικράτησε τελικώς της κοινής λογικής του νεότερου. Ο γιος έκανε το χατήρι στον πατέρα. Γέμισε τα ρεζερβουάρ και τα αυτοκίνητα της οικογένειας μπορούν τουλάχιστον να κινηθούν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Η απορία, ωστόσο, έμεινε στο γιο.

Πως είναι δυνατό ο παραλογισμός να επικρατεί της κοινής λογικής; Πως είναι δυνατό, μια κυβέρνηση να φέρνει προς ψήφιση ένα νομοσχέδιο που γνωρίζει πως θα προκαλέσει τις αντιδράσεις μιας σκληρής συντεχνίας, στην καρδιά της τουριστικής περιόδου; Και πως είναι δυνατό, η ηγεσία της συγκεκριμένης συντεχνίας να αντιδρά με τόσο ακραίο τρόπο, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της στάσης της.

Αυτή τη φορά ήταν ο Δημήτρης Ρέππας ο υπουργός της κυβέρνησης που έφτιαξε την επικαιρότητα. Έμπειρος και προνοητικός πολιτικός, είναι αδύνατο για κάποιον που γνωρίζει τη πολιτική διαδρομή να πιστέψει ότι διέπραξε γκάφα, φέρνοντας στην καρδιά της τουριστικής περιόδου, ένα νομοσχέδιο που θα ψηφιστεί το Σεπτέμβριο και που με πάσα βεβαιότητα θα προκαλούσε αντιδράσεις. Το πιθανότερο είναι πως γνώριζε το ρίσκο που αναλάμβανε. Επέλεξε όμως να το διαχειριστεί ετούτη την περίοδο, όπου το κοινωνικό κόστος των αναμενόμενων “ακραίων αντιδράσεων” θα ήταν δυσανάλογο μεγάλο για τους απεργούς.

Κι εδώ βρίσκεται η ουσία. Ο υπουργός Μεταφορών αιφνιδίασε τους συνδικαλιστές του κλάδου που πίστεψαν ότι η κυβέρνηση δεν θα αποτολμούσε μια τέτοια κίνηση. Σε αντίθεση με τον Δημήτρη Ρέππα επέδειξαν έλλειψη προνοητικότητας και φάνηκαν να μην διαθέτουν εναλλακτικό σχέδιο πέραν της απεργίας. Έτσι, η αντιπαράθεσή τους με την κυβέρνηση πήρε διαστάσεις αντιπαράθεσης με το σύνολο της κοινωνίας και πλέον βρίσκονται αντιμέτωποι με τις ποινικές κυρώσεις της πολιτικής επιστράτευσης που κήρυξε ο πρωθυπουργός.

Κι αν ακόμα αυτή καθ” αυτή η “ακραία απάντηση” της κυβέρνησης ελέγχεται ως προς τη συνταγματικότητά της, εκπέμπει ένα μήνυμα αποφασιστικότητας που, υπό προϋποθέσεις, θα αποβεί υπέρ της. Πρώτον, διότι δεν “χαϊδεύει” αυτιά καμίας συντεχνίας, ή επαγγελματικού κλάδου. Και δεύτερον, διότι σπεύδει να επιβάλλει τη νομιμότητα χωρίς να υποκύπτει σε κοινωνικούς εκβιασμούς.

Στο κάτω κάτω οι πολίτες δεν πρόκειται να αναλύσουν τα δίκαια ή μη αιτήματα των απεργών. Εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι η ομαλή λειτουργία της αγοράς και της καθημερινής τους ζωής. Οι απεργοί με τη στάση τους ενόχλησαν το κοινωνικό σύνολο και προκάλεσαν οικονομική ζημιά σε άλλους κλάδους. Όσο δίκιο κι αν έχουν δεν πρόκειται να βρουν κοινωνικά ερείσματα. Θα πληρώσουν κι αυτοί τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, όπως την πληρώνει το σύνολο των εργαζομένων. Ούτε για αυτούς θα υπάρξουν εξαιρέσεις και δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά.

Με βάση λοιπόν την κοινή λογική, η έκβαση των απεργιακών τους κινητοποιήσεων είναι λίγο πολύ προβλέψιμη. Στο σημείο που ήρθαν τα πράγματα, δεν έχουν άλλη επιλογή από την υποχώρηση. Είναι η πίεση του κοινωνικού συνόλου που την επιβάλλει. Κι είναι η πολιτική της κυβέρνησης που την όξυνε, παίζοντας επιδέξια το χαρτί του «κοινωνικού αυτοματισμού».