Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017
καψτε τη βουλη;

ΚΑΨΤΕ ΤΗ ΒΟΥΛΗ;

του ΟΔΥΣΣΕΑ ΒΟΥΔΟΥΡΗ

Το άρθρο της κ. Ακρίτα ως σύμπτωμα της αποσύνθεσης της δημοκρατίας

Διαβάζω στα Νέα (ΣΚ 8-9 Μαΐου 2010) με την υπογραφή της κ. Ακρίτα: «οι 300 της Βουλής έριξαν την πατρίδα. Την έριξαν στην απελπισία, στο αδιέξοδο, στην καταστροφή. Την έκαναν σαν τα μούτρα τους, τα οποία δεν είναι και για χόρταση».

Και συνεχίζει η δημοσιογράφος στηλιτεύοντας τους «κουστουμάτους» βουλευτές και τις «ταγεράτες» βουλευτίνες, εικονιζόμενη η ίδια με άψογο μακιγιάζ (καμία σχέση με τα «μούτρα» των βουλευτών), με κομψότατη ενδυμασία και επιδεικνύοντας, σε μια επιβλητική πόζα, κοσμήματα που θα έπρεπε να ζηλεύουν ουκ ολίγες απ’ αυτές που η δημοσιογράφος κατακεραυνώνει. Ο καθένας ας εξηγήσει τις αντιφάσεις του,  αλλά το θέμα μου δεν είναι εκεί.

Το πρόβλημα είναι αλλού: το «σακούλιασμα» στο οποίο επιδίδεται η κ. Ακρίτα: οι «300», δηλαδή όλοι οι βουλευτές μαζί, σαν να ήταν όλοι ένα και το αυτό. Αυτή η ομαδοποίηση είναι η βάση του λαϊκισμού και τελικά του ρατσισμού και του φασισμού. «Οι» Έλληνες είναι τεμπέληδες και «οι» Γερμανοί εργατικοί, «οι» πολιτικοί είναι σάπιοι και «οι» δημόσιοι υπάλληλοι ευσυνείδητοι, ή ενίοτε το αντίστροφο, «οι» πολιτικοί είναι αφοσιωμένοι και «οι» δημόσιοι υπάλληλοι λουφαδόροι κοκ.

Η κ. Ακρίτα παραλείπει να εισέλθει στο ερώτημα  πως ο ελληνικός λαός επιμένει να εκλέγει αυτούς τους άχρηστους ανθρώπους. Διότι είναι κοινό μυστικό ότι οι βουλευτές δεν πέφτουν από τον πλανήτη Άρη, αλλά εκλέγονται, χωρίς βία και νοθεία εδώ και κάμποσα χρόνια, από τους ψηφοφόρους. Βέβαια θα μπορούσε η κ. Ακρίτα επιδεικνύοντας ελάχιστη οξυδέρκεια, να παρατηρήσει ότι πολλά μήντια, των οποίων είναι και εκλεκτή σταρ, αναδεικνύουν σε συνεντεύξεις και τηλεοπτικά παράθυρα, πάντα τα ίδια αναγνωρίσιμα πρόσωπα, διότι αυτά είναι που «πουλάνε». Θα μπορούσε επίσης να ασκήσει κριτική σε ένα εκλογικό σύστημα που ευνοεί την πελατειακή σχέση.  Θα μπορούσε τέλος πάντων να κάνει μια σοβαρή ανάλυση για τα πραγματικά ελλείμματα του πολιτικού μας συστήματος.  Αλλά μάλλον ο στόχος είναι άλλος: να εντυπωσιάσει.

Ως λύση λοιπόν προτάσσει να μειώσουμε τον αριθμό των βουλευτών. Ακούγεται ο αριθμός των 200. Γιατί όμως 200 και όχι 75, όπως, με σωστή λογική συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση, προτείνει η κ. Ακρίτα; Γιατί όχι και σε 10-15, λέω εγώ, όσοι είναι οι «καλοί», της αρεσκείας  της κ. Ακρίτα; Και τελικά γιατί να μην καταργήσουμε όλους τους βουλευτές, αφού «έριξαν την πατρίδα στην καταστροφή». Να θυμίσουμε πως με κάτι τέτοιους «συλλογισμούς» και με φόντο αντίστοιχη οικονομική κρίση, πήρε φωτιά ένα κοινοβούλιο το 1933 στην Ευρώπη; Η οποία με την σειρά της κάηκε ολόκληρη λίγο μετά.

Ας σοβαρευτούμε λοιπόν. Αν στην στρεβλότητα του συστήματος θεωρούμε απάντηση  την μείωση των βουλευτών, το μόνο που θα πετύχουμε είναι να μεγαλώσουμε τα προνόμια των λιγότερων που θα μείνουν και να μειώσουμε τις δυνατότητες ανανέωσης. Διότι προφανώς αυτοί που θα φύγουν τελευταίοι είναι οι «παλιοί» του συστήματος. Με άλλα λόγια θα επιδεινώσουμε το πρόβλημα.

Η λύση είναι διαφορετική. Για να ανταποκριθούμε στο αίτημα της κοινωνίας, πρέπει να αναδείξουμε τον βουλευτή ως ενεργό πολίτη που ασκεί πολιτική και όχι ως επαγγελματία-πολιτικό. Να καταργηθεί η προνομιακή βουλευτική σύνταξη, να καταργηθεί η «βουλευτική αποζημίωση», που στην ουσία είναι μισθός, και να αντικατασταθεί με την κάλυψη των πραγματικών εξόδων, επί αποδείξεων, για την άσκηση του βουλευτικού λειτουργήματος. Να περιοριστούν σε δυο ή το πολύ τρεις οι συνεχόμενες θητείες των βουλευτών. Να καταργηθεί ο «σταυρός» και να γίνουν μονοεδρικές περιφέρειες, όπου ο κάθε υποψήφιος αντιπαρατίθεται με τον αντίπαλό του με πολιτικά επιχειρήματα και όχι με τον συνυποψήφιο του με πελατειακές συμπεριφορές (όπως θα προτείνουμε με τον νέο εκλογικό νόμο).

Αλλά επίσης να δοθούν ουσιαστικά μέσα για να παράξει έργο ο βουλευτής: να καταργηθούν Mercedes και Lexus, ναι, αλλά να δοθούν περισσότερες δυνατότητες επιστημονικού έργου. Και βέβαια ο βουλευτής χρειάζεται επιστημονικούς συνεργάτες. Αρκεί να ελέγχουμε ότι δεν είναι ο κουμπάρος του ή η κόρη του. Και ας είναι τελικός κριτής ο ψηφοφόρος. Αυτός πληρώνει, αυτός να αποφασίζει.

Και τέλος, πρέπει ορισμένοι δημοσιογράφοι να πάψουν να το παίζουν τιμητές, χαϊδεύοντας αυτιά και αναπαράγοντας το σύστημα, και να αναλάβουν τις ευθύνες τους στην αναγκαία ανατροπή της κατηφόρας που έχουμε περιέλθει και στην οποία δεν είναι άμοιροι ευθυνών.