Αμφίθυμος απέναντι στα λακκάκια που σχηματίζει το νερό της βροχής ανάμεσα στην πέτρα, το μουντό του ουρανού και το θλιμμένο χρώμα του, την ευωδιά του αχνιστού καφέ στο μαύρο λιλιπούτειο φλιτζανάκι και τον καπνό του τσιγάρου που σχημάτισε τσιγαρόχαρτο ελληνικό, κολλημένο από κόλλα ακακίας.

Άνοιξη, αλλά χειμώνας καιρός να μπερδεύει τις αισθήσεις, τη φύση και τον κύκλο της, από την μια η παγωνιά ν’ αφήνει πάνω της σημάδια κι απ’ την άλλη τ’ άνθος της μυγδαλιάς που καθυστέρησε αλλά είναι εκεί, για να θυμίσει το Πάσχα και την σταύρωση.

Κυριακή πρωί, μερικά βουνά πιο πάνω από εκεί που όλα τούτα μοιάζουν και είναι ξένα κι αδιόρατα, απ’ τα σοκάκια μιας πόλης που ‘χει στοιχειώσει στην σκέψη και στην ψυχή, αλήθεια τόσο γνώριμη, πρωταγωνίστρια και κυρίαρχη στη θύμηση που κάποιες πολλές φορές αδυνατεί να τιθασεύσει το μυαλό, οι αριθμοί και τα πρέπει του. Εκεί που δυο χρόνια τώρα συντελείται το δράμα, εξελίσσεται το έγκλημα και κανείς δεν μιλά, μόνο κάτι υπόκωφοι θόρυβοι να ξεγλιστρούν και να μπερδεύουν λίγο πριν ακουστεί το κλειδί στην πόρτα. Εκείνη με τις πολλές σιδεριές, που σ’ αφήνει να ξαγρυπνάς ξέγνοιαστος, με την ελπίδα πως το κακό δεν θα μπορέσει να περάσει την πόρτα, να βεβηλώσει τον κόσμο σου, ό,τι απειλείται να χαθεί για πάντα, ή ότι απέμεινε από αυτόν.

Φοβισμένοι για τ’ αποκτήματα και την λύσσα εκείνων που τα έβαλαν στο μάτι.

Τσουνάμι κι ανάθεμα. Για το καλό, λένε, χωρίς πολλά – πολλά, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς να νοιάζονται να πείσουν κανέναν. Και… νίκησαν. Κέρδισαν, όχι την παρτίδα, τον πόλεμο κέρδισαν. Φοβισμένους κέρδισαν. Υποτακτικούς που έκλεισαν τ’ αυτιά, αλλά πληρώνουν. Ακόμα. Και θα το κάνουν και αύριο. Έχουν δεν έχουν, στο όνομα του ανύπαρκτου εχθρού, του αλμπάνη με το ακριβό κοστούμι που περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να χτυπήσει… Για να δρέψει τους καρπούς, να πάρει τα λάφυρα. Στο διάολο τ’ αποκτήματα, ακόμη παραπέρα η ζωή, η αξιοπρέπεια, η προσδοκία… Υποταγή πλήρης και συνεννοημένη, χωρίς αντίλογο, χωρίς αιδώ. Για να συνθλίβει και να πονά. Να μην αφήσει τα εγκεφαλικά κύτταρα να θυμίσουν, να ξυπνήσουν απ’ τον λήθαργο. Φθηνά γενόσημα και Χούντα, αντίδοτο στην χρεοκοπία που δεν ομολογείται, αλλά είναι εδώ σε κάθε πόρτα να την ταρακουνά συθέμελα.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται; Προφανώς, παρασύροντας κι εκείνους που την διάβασαν, τους λίγους που κραύγασαν, που αντέδρασαν και κατήγγειλαν την φάρσα. Εκείνους που δεν άκουσε κανείς, αλλά θα θυμούνται νοσταλγικά οι πάντες και, πολύ σύντομα. Θα ‘ναι το δάκρυ πως αυτό που χάθηκε δεν είναι ό,τι με δόλο, δάνεια ή πολύ δουλειά κερδήθηκε έως χθες. Τ’ αποκτήματα! Αλλά η διανόηση και τα νιάτα μας. Εκείνα που συμπληρώνουν άρον – άρον «βιογραφικά» για ν’ αναζητήσουν κάπου αλλού την τύχη τους. Μακριά από την μιζέρια και τα πλουμιστά θρασύδειλα κατακάθια της…

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.