Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017
ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Κώστας είναι οικονομολόγος. Γεννήθηκε το 1953 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Ήθελε να γίνει Αρχαιολόγος αλλά σπούδασε οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων. Το 1979 προσλήφθηκε ως Ελεγκτής στην μετά είκοσι χρόνια «δολοφονηθείσα» ελεγκτική εταιρία Arthur Andersen. Από τότε πήρε το δρόμο της επιχειρηματικής οργάνωσης και της πληροφορικής. Άρα τον Αύγουστο του 2011 συμπληρώνει 32 χρόνια έντονης επαγγελματικής εμπειρίας στην πρώτη γραμμή των θεμάτων εκσυγχρονισμού και οργάνωσης των επιχειρήσεων.
Τα τελευταία 22 χρόνια είναι επιχειρηματίας της τεχνολογίας. Έχει εμπειρίες συνεργασίας μέσα από εκατοντάδες εταιρίες και οργανισμούς σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Βρετανία, η Κύπρος, η Ρουμανία, η Τουρκία, η Ιταλία, οι ΗΠΑ, η Βουλγαρία, η Γερμανία και άλλες, όπου λειτούργησε ως προμηθευτής και σύμβουλος υπηρεσιών και λογισμικού.
Για δυο χρόνια υπήρξε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΟΠΑΠ
ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
η «φουρια» των φορολογικων ελεγχων

Η «ΦΟΥΡΙΑ» ΤΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ

Aπό φέτος κάθε οικονομική χρήση που λήγει από τις 30 Ιουνίου 2011 και εντεύθεν πρέπει να ελεγχθεί όχι μόνο όπως γινόταν συνήθως από ορκωτούς αλλά και από φορολογικούς ελεγκτές. Αυτό φέρνει στην επιφάνεια μια σειρά από θέματα πολύ ενδιαφέροντα.

Πρώτον, η μεθοδολογία του ελέγχου: Αυτή συνίσταται σε ένα «πρόγραμμα ελέγχου» που επιβάλλεται διά νόμου από το Υπουργείο Οικονομικών και εφαρμόζεται από πιστοποιημένους ελεγκτές. Οι τελευταίοι, εκ των πραγμάτων, κατέληξαν να είναι τα φορολογικά τμήματα των ελεγκτικών εταιριών που ήδη λειτουργούν στην ελεύθερη αγορά.
Δεύτερον, το υποκείμενο του ελέγχου: Αυτό είναι κάθε ανώνυμη εταιρία και ΕΠΕ που υποχρεούται σε οικονομικό έλεγχο.
Τρίτον, τα πρακτικά αποτελέσματα: Με τον έλεγχο θα εκδίδεται φορολογικό πιστοποιητικό, το οποίο θα συνοδεύει το γνωστό από παλιά πιστοποιητικό επί των οικονομικών καταστάσεων. Αν μια εταιρία λάβει «καθαρό» πιστοποιητικό, αυτό είναι ένα σημαντικό βήμα για το κλείσιμο των χρήσεων όσον αφορά τις υποχρεώσεις της προς το Ελληνικό Δημόσιο, με άλλα λόγια το Δημόσιο δεν θα προβεί σε άλλους ελέγχους, εκτός αν η συγκεκριμένη επιλεγεί τυχαία σε ένα δείγμα περιπτώσεων, όπου θα γίνουν πρόσθετοι έλεγχοι επιβεβαίωσης της διαδικασίας ελέγχου και συμμόρφωσης.
Ουσιαστικά λοιπόν έχουμε για πρώτη φορά την ανάθεση φορολογικού ελεγκτικού έργου προς τρίτους – ελεγκτικά γραφεία, έργο που έπρεπε στο παρελθόν να διεξαγάγει το Ελληνικό Δημόσιο με ίδιες δυνάμεις. Οι ελεγκτικοί οίκοι με τους ελέγχους και την υπογραφή τους καθίστανται συνυπεύθυνοι έναντι του Δημοσίου. Μέχρι εδώ όλα καλά. Αλλά ακούγεται στην αγορά ότι έχουν αρχίσει ήδη τα παρατράγουδα. Το έργο που δεν έκανε το Δημόσιο επί σειρά ετών πρέπει να γίνει μέσα σε λίγες εβδομάδες από νέους –τρίτους, εξωτερικούς, ιδιώτες– ελεγκτές. Πάλι το φαινόμενο της φούριας κάνει την εμφάνισή του.
Επειδή το ρίσκο και η ευθύνη του ελέγχου μεταβιβάζεται στον ελεγκτή, τότε φτάνουμε εύλογα στο συμπέρασμα ότι αυτός, προκειμένου να βάλει την υπογραφή του, θα κάνει αναγκαστικά πολλή δουλειά επί μεγάλο διάστημα, άρα θα ζητήσει μεγάλη αμοιβή. Η δε «φούρια», ως γνωστόν, ανεβάζει κάθε τιμή σε κάθε αγορά. Γιατί λοιπόν οι ζητούμενες αμοιβές κρίνονται υπέρογκες, όταν άδικα μεταβιβάζεται κόστος ελέγχου στις ελεγχόμενες επιχειρήσεις, σε έργο που γίνεται για λογαριασμό του Δημοσίου; Επρεπε να υπάρχει τουλάχιστον μέριμνα ώστε να επιδοτείται κάπως το κόστος αυτού του ελέγχου και μάλιστα σε εποχές μηδενικής ρευστότητας. Για δε την άνοδο των τιμών, η «φούρια» καταντά να είναι ο συνήθης ύποπτος.