Ενώ οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις συνεχίζονται στις κυριότερες πόλεις της Τουρκίας, μέρα με τη μέρα δημιουργούνται εύλογοι προβληματισμοί με ποιόν τρόπο θα βρεθούν οι πολιτικές εκείνες λύσεις που θα επιτρέψουν έναν γόνιμο πολιτικό διάλογο ανάμεσα στις αντικρουόμενες τάσεις της τουρκικής κοινωνίας.

Οι πρόσφατες εμπρηστικές δηλώσεις του Πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σύμφωνα με τις οποίες η κυβέρνηση δηλώνει έτοιμη να «κατεβάσει στους δρόμους ένα εκατομμύριο κόσμο, όταν η αντιπολίτευση έχει κατεβάσει εκατό χιλιάδες», δεν προλέγουν τίποτε το αισιόδοξο σε ό,τι αφορά την μακρόχρονη διαμάχη ανάμεσα στις δύο βασικές αντικρουόμενες τάσεις της τουρκικής πολιτικής σκηνής : Αφ” ενός το πολιτικό Ισλάμ, όπως αυτό εκφράζεται από το κυβερνών κόμμα ΑΚΡ, και αφ” ετέρου η κεμαλική/κοσμική αντιπολίτευση, με την οποία συντάσσονται όχι μόνο οι ψηφοφόροι του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης CHP, αλλά και ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού που στις προηγούμενες εκλογές επέλεξε την οικονομική πεπατημένη του «τουρκικού οικονομικού θαύματος» υπό την ηγεσία των Ισλαμιστών, θεωρώντας πως οι θρησκευτικές κορώνες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ακόμα ένα πολιτικό trend.
Είναι πράγματι πολύ δύσκολο να προβλέψει κανείς με βεβαιότητα το τουρκικό πολιτικό γίγνεσθαι στην παρούσα περίοδο. Ύστερα από τις “ισλαμικού τύπου” νομοθετικές εξαγγελίες της κυβέρνησης του ΑΚΡ σχετικά με την απαγόρευση δημόσιας πώλησης και κατανάλωσης αλκοόλ μετά τη δύση του ηλίου, την επιβολή κανόνων δημόσιας συμπεριφοράς που ανάγονται στις σχέσεις των δύο φύλων αλλά και από τα εντυπωσιακά μέτρα καταστολής των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας που εκτός από τις εξαιρετικά βίαιες πρακτικές των ειδικών δυνάμεων της τουρκικής αστυνομίας, φιμώθηκαν απροκάλυπτα όλα τα ΜΜΕ τη στιγμή που όλη η χώρα βρισκόταν κυριολεκτικά «στο πόδι» – το πρώτο ασφαλέστερο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί μέχρι αυτή τη στιγμή είναι το εξής :
Η Τουρκία αποδεικνύει μέρα με τη μέρα ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ως το «πρότυπο μίας ισλαμικού τύπου κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», όπως επίμονα υποστήριζαν έως και πρόσφατα δυτικοί πολιτικοί αναλυτές, υποδεικνύοντας την Τουρκία του ΑΚΡ ως  το μοντέλο εκείνο που θα έπρεπε να ακολουθηθεί στις αραβικές χώρες που ακόμα δεν έχουν διαπιστώσει το περιεχόμενο του πολυδιαφημισμένου όρου «Αραβική Άνοιξη». Η νεοϊσλαμική ηθική, όπως τουλάχιστον αυτή εκφράζεται από τη σημερινή τουρκική ηγεσία, δείχνει να μην «ανέχεται»  τις αρχές της ελευθερίας του λόγου, της έκφρασης, των δικαιωμάτων ιδιωτικής σφαίρας και αυτοκαθορισμού του πολίτη – χαρακτηριστικά απαραίτητα για τη λειτουργία ενός υγιούς κοινοβουλευτισμού, νεοϊσλαμικού ή μη.
Το δεύτερο ασφαλές συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν έχει πάντοτε ως αποτέλεσμα την κοινωνική ειρήνη. Είναι σαφές ότι η Τουρκία του 2013 δεν έχει καμία σχέση με εκείνη της δεκαετίας του ’80 ή του ’90. Το ισλαμιστικό ΑΚΡ παρέλαβε μία χώρα κατεστραμμένη, υπερχρεωμένη, με φθαρμένο πολιτικό και τραπεζικό σύστημα, ένα διαλυμένο κοινωνικό κράτος.  Χάρη στη σωστή διαχείριση των κονδυλίων του ΔΝΤ αλλά και με πραγματικά πολύ πειθαρχημένη οικονομική πολιτική, η Τουρκία κατάφερε να απαλλαγεί από τους δανειστές της, να ανορθώσει την οικονομία της, να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, να αναδιαρθρώσει επιτυχώς τον κρατικό της τομέα, να επιβάλλει την κοινωνική ασφάλιση και κατά το μέτρο του δυνατού να περιορίσει τη φοροδιαφυγή. Η πάλαι ποτε εξαθλιωμένη μεσαία της τάξη κατάφερε ξανά να αναπτυχθεί και ο μέσος τούρκος φορολογούμενος είναι πλέον σε θέση να αποταμιεύσει και να επενδύσει για το μέλλον του. Παράλληλα, η σημερινή Τουρκία μπόρεσε και απέφυγε κατά το μέτρο του δυνατού τα δεινά της παγκόσμιας οικονομικής δυσπραγίας, δίνοντας την εντύπωση ότι τελικά η διάψευση των ευρωπαϊκών της φιλοδοξιών έχει αποβεί προς το οικονομικό της συμφέρον. Από την άλλη όμως, η ισλαμιστική ρητορική δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί τον ιδεολογικό πυρήνα της κυβερνώσας πλειοψηφίας – γεγονός το οποίο ναι μεν προβλημάτιζε την «κεμαλική» μερίδα της κοινωνίας, πλην όμως η οικονομική ευρωστία καθησύχασε την μεσαία τάξη που επιτέλους ανέκτησε την χαμένη της οικονομική ασφάλεια και αξιοπρέπεια.
Πέρα όμως από την οικονομική και πολιτική πραγματικότητα της σημερινής Τουρκίας, δεν θα ήταν σκόπιμο να αγνοηθεί η περιφερειακή πολιτική συγκυρία, η οποία καλεί την Άγκυρα να λάβει πολύ σοβαρές αποφάσεις.
Παρά την εκπεφρασμένη επιθυμία των ΗΠΑ να αναζωογονηθεί ο άξονας Τουρκίας- Ισραήλ προκειμένου να αντιμετωπισθεί από κοινού η έκρυθμη κατάσταση στη σπαρασσόμενη Συρία, η τουρκική ηγεσία δείχνει εξαιρετικά διστακτική για την τακτική που θα πρέπει να ακολουθήσει. Χαρακτηριστική υπήρξε η απραξία της τουρκική ηγεσίας μετά την πολύνεκρη βομβιστική επίθεση στην πόλη Reyhanli στην τουρκοσυριακή μεθόριο, τη στιγμή που θα περίμενε κανείς ότι η Άγκυρα θα εκμεταλλευόταν το γεγονός για να εμπλακεί ενεργά στην ενδοσυριακή διαμάχη, και μάλιστα με την υποστήριξη της Δύσης. Παράλληλα, η Άγκυρα φαίνεται πως είναι ικανοποιημένη με την ανακωχή του ΡΚΚ , ενόσω ο Κούρδος ηγέτης Αμπντουλάχ Οτσαλάν βρίσκεται ακόμα στις τουρκικές φυλακές – πλην όμως, μία ενδεχόμενη στρατιωτική της εμπλοκή στις βορειοανατολικές συριακές επαρχίες είναι βέβαιο πως θα αναζωπυρώσει το κουρδικό μέτωπο με απρόβλεπτες συνέπειες εντός και εκτός της τουρκικής επικράτειας.  Παρά την ενθάρρυνση των ΗΠΑ, η Τουρκία δείχνει μεγάλη διστακτικότητα στις σχέσεις της με το Ισραήλ, δείχνοντας απρόθυμη να επισπεύσει την πλήρη ομαλοποίηση των διπλωματικών της σχέσεων με το εβραϊκό κράτος, τη στιγμή μάλιστα που ενδυναμώνεται ολοένα και περισσότερο η συνεργασία Ισραήλ και Κυπριακής Δημοκρατίας στον τομέα της ενέργειας.
Ενόσω η Άγκυρα δείχνει αναποφάσιστη  για τη στάση που θα κρατήσει τόσο ως προς το ακανθώδες συριακό πρόβλημα όσο και ως προς τις διαβεβαιώσεις που αναμένει προκειμένου να εξασφαλισθεί το «τουρκικό μερίδιο» της ενεργειακής πίτας στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο, η όξυνση της διαμάχης μεταξύ Ισλαμιστών και Κεμαλιστών στο εσωτερικό της εκτιμάται ότι θα παρατείνει ακόμα περισσότερο τον χρόνο λήψεως αποφάσεων.

 

 

Ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία τα κατασταλτικά μέτρα αποδώσουν άμεσα, ακόμα  και αν επικρατήσει απόλυτη ηρεμία στη χώρα μετά από αυτήν την πρωτόγνωρη μαζική αναταραχή, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα έχει ήδη χρεωθεί μία Πύρρειο Νίκη, η οποία ουσιαστικά θα τον αποτρέψει να προβεί σε ριψοκίνδυνες πρωτοβουλίες στην περιφερειακή γεωστρατηγική πραγματικότητα.
Στη σημερινή Τουρκία, παρά το ότι δεν διαφαίνεται κανένας ηγέτης και καμία οργανωμένη πολιτική ή στρατιωτική ηγεσία ικανή να ανατρέψει ή να αντικαταστήσει  το κατεστημένο του ισλαμιστικού ΑΚΡ, εν τέλει αποδεικνύεται ότι ο μεγαλύτερος εχθρός της ηγεσίας της χώρας δεν είναι κανένας άλλος παρά μόνο ο ίδιος της ο εαυτός.

 

Previous articleΟ ΤΟΥΡΚΟΣ ΑΣΘΕΝΗΣ
Next articleΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ
ΓΑΒΡΙΗΛ ΧΑΡΙΤΟΣ
Ο Γαβριήλ είναι δικηγόρος στη Ρόδο. Παράλληλα έχει τελειώσει με άριστα το μεταπτυχιακό του Πανεπιστημίου Αιγαίου "Πολιτικές Οικονομικές και Διεθνείς Σχέσεις στη Μεσόγειο" και η πτυχιακή του εργασία με θέμα "Ο εκδημοκρατισμός των Αραβικών Κρατών ως προτεραιότητα της Αμερικανικής Εξωτερικής Πολιτικής στην Ευρεία Μέση Ανατολή - Η Περίπτωση της Τυνησίας και της Ιορδανίας" κυκλοφορεί από τις νομικές εκδόσεις Σάκουλα και δημοσιεύθηκε από το Ιδρυμα Διεθνών Νομικών Μελετών καθ. Ηλία Κρίσπη και δρος. Αναστασίας Σαμαρά Κρίσπη. Από τoν Φεβρουάριο του 2008 μέχρι και σήμερα διατηρεί το μπλογκ του alloukiallou.blogspot.com και έκτοτε συνεργάζεται με ιστοσελίδες επικαιρότητας. Μιλάει εβραϊκά, αγγλικά και γαλλικά

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.