Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017
η συρια στη σειρα των εξεγερσεων

Η ΣΥΡΙΑ ΣΤΗ ΣΕΙΡΑ ΤΩΝ ΕΞΕΓΕΡΣΕΩΝ

του ΑΛΕΦ ΑΛΟΜΠΕΪΝΤ

Η αδράνεια του καθεστώτος στο ζήτημα των πολιτικών μεταρρυθμίσεων σε συνδυασμό με την οικονομική αποτυχία των κυβερνητικών προγραμμάτων ανάπτυξης κατέστησε τη Συρία μια χώρα υποψήφια για εξέγερση.

Οι παράγοντες που ξεχωρίζουν το καθεστώς της Συρίας από εκείνα της Αιγύπτου, της Τυνησίας και της Υεμένης και του δίνουν κάποια λαϊκή νομιμοποίηση είναι η στήριξη που παρέχει η Δαμασκός στην Χεζμπολάχ και την Χαμάς καθώς και η εμπόλεμη κατάσταση με το Ισραήλ εξαιτίας της κατοχής των υψωμάτων του Γκολάν.Ωστόσο η κατάσταση έκτακτης ανάγκης που ισχύει από το 1963[1], η διαφθορά, η φτώχεια, η ανεργία, ο μονοκομματισμός. η στέρηση των στοιχειωδών πολιτικών δικαιωμάτων αποτελούν παράγοντες που ευνοούν την εξέγερση στη Συρία όπως και στην περίπτωση της Αιγύπτου, της Τυνησίας και της Υεμένης.

Σύμφωνα με το δείκτη διαφθοράς του Παγκόσμιου Οργανισμού Διαφάνειας για το 2010 η Συρία βρίσκεται στην 127η θέση σε σύνολο 180 κρατών[2] (και 15η σε σύνολο 22 αραβικών κρατών). Σήμερα η διαφθορά αποτελεί μακροχρόνια τροχοπέδη για τη συριακή εθνική οικονομία. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι τουλάχιστον το 30% των 23 εκατομμυρίων Σύρων ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας[3]. Ο νόμος για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης περιορίζει την ελευθερία της έκφρασης και επιβάλλει το κρατικό μονοπώλιο στην ενημέρωση . Το κόμμα Μπαάθ, σύμφωνα με το άρθρο 8 του συριακού συντάγματος ηγείται του κράτους, της κοινωνίας και του Εθνικού Μετώπου (συνασπισμός που περιλαμβάνει άλλα μικρά φιλο-καθεστωτικά κόμματα, μόνο κατ’ επίφαση αντιπολιτευόμενα). Το Μπαάθ, εδώ και 5 δεκαετίες ελέγχει τη νομοθετική εξουσία. Από τις 250 έδρες της βουλής διαθέτει, επί μονίμου βάσεως, τις 126 που σημαίνει ότι κανένα νομοσχέδιο δεν μπορεί να ψηφιστεί χωρίς την έγκρισή του.

Επιπρόσθετα, το ζήτημα των αγνοουμένων που υπολογίζονται στους 17.000[4], το κύμα της σιιτοποιήσης του σουνιτικού στοιχείου, που αποτελεί την πλειοψηφία στη χώρα, με την ανοχή του καθεστώτος, οι 300.000 Κούρδοι που ζουν χωρίς τη συριακή υπηκοότητα εξαιτίας της απογραφής του 1962 στον νομό Αλ Χάσακα[5] είναι μερικά άλλα από τα σοβαρά ζητήματα που εμποδίζουν την εθνική συνοχή.

Η ανάληψη της εξουσίας το 2000 από τον Μπασσάρ Αλ Ασαντ, που θεωρήθηκε ότι διαπνεόταν από μια αγγλοσαξονική νοοτροπία, σηματοδότησε μια νέα φάση μεταρρυθμίσεων κυρίως τα πρώτα χρόνια της εξουσίας του. Για την αντιπολίτευση, η περίοδος αυτή, ονομάστηκε «η άνοιξη της Δαμασκού»[6].  Στην πορεία, η συντηρητική πτέρυγα του κυβερνώντας κόμματος κατάφερε να επικρατήσει και να παγώσει τη διαδικασία των μεταρρυθμίσεων και του πολιτικού διαλόγου. Η πιο πρόσφατη αντίστοιχη πρωτοβουλία ήταν η «Διακήρυξη της Δαμασκού», που υπογράφηκε το 2006 από 5 πολιτικά κόμματα και 9 ανεξάρτητες προσωπικότητες και επιδίωκε την ειρηνική μετάβαση της εξουσίας[7]. Οι κύριες δυνάμεις πίσω από τη «Διακήρυξη» ήταν η οργάνωση «Αδελφοί Μουσουλμάνοι», οι Κομμουνιστές, οι φιλελεύθεροι, και οι κουρδικές ομάδες. Ωστόσο, η αντιμετώπιση του καθεστώτος ήταν αρνητική και αρκετοί αντικαθεστωτικοί οδηγήθηκαν στις φυλακές. Έτσι δόθηκε τέλος σε κάθε μεταρρυθμιστική ελπίδα.

Γιατί ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις στο Νταραά

Η σύνθεση της συριακής κοινωνίας είναι εντελώς ιδιόμορφη στον κόσμο διότι αποτελεί ένα μωσαϊκό τουλάχιστον 18 διαφορετικών θρησκευτικών και εθνικών κοινοτήτων. Κάθε κοινότητα έχει τις ιδιαιτερότητες, τους κανόνες της και το δικό της ρόλο στην κοινωνία της Συρίας. Έτσι σε περίπτωση που το καθεστώς αγνοήσει σκόπιμα μια εξ αυτών η ενότητα του Συριακού κράτους είναι εύκολο να κινδυνεύσει.

Η περιφέρεια Νταραά είναι πλούσια αγροτική περιοχή που καλύπτει τις ανάγκες της Δαμασκού σε γεωργικά προϊόντα. Επομένως δεν ήταν η οικονομική εξαθλίωση ο λόγος της εξέγερσης. Η αφορμή για τις βίες διαδηλώσεις ήταν η σύλληψη 15 παιδιών από τη φυλή «Αμπαζίντ» με την κατηγορία της αναγραφής αντικαθεστωτικών συνθημάτων[8]. Η αλαζονική συμπεριφορά του νομάρχη και η απειλή του διευθυντή  πολιτικής ασφάλειας του νόμου να συλλάβει τους γονείς τους ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Αρχικά τα συνθήματα των διαδηλωτών ήταν «ελευθερία»[9]. Η βίαιη αντιμετώπιση των διαδηλωτών και η διακοπή του ρεύματος και των μέσων επικοινωνίας όξυνε την κατάσταση με αποτέλεσμα να ζητήσουν για πρώτη φορά οι διαδηλωτές την πτώση του καθεστώτος. Επομένως, ο θεσμός των φυλών, που στην επαρχία Νταραά σε σύγκριση με τις υπόλοιπες περιοχές της χώρας έχει ακόμα σημαντική επιρροή, έπαιξε κάποιο ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων.

Εδώ και χρόνια, από τις διάφορες κυβερνήσεις, δεν εκτελέστηκαν σοβαρά έργα υποδομής που θα τόνωναν την ανάπτυξη στο Νταραά, με αποτέλεσμα να παραμένει στο περιθώριο και η όποια ανάπτυξη της περιοχής να προέρχεται από τα εμβάσματα του εργατικού δυναμικού που εργάζεται στις αραβικές χώρες του Κόλπου. Επιπλέον οι κάτοικοι του νομού ισχυρίζονται ότι το καθεστώς είναι υπεύθυνο για τον θάνατο ισχυρών συμπατριωτών τους, όπως του στρατηγού Αχμέντ Σουιντάν που ήταν συνάδελφος του Χαφέζ Αλ Ασαντ στο στρατό και φυλακίστηκε μετά το πραξικόπημα του Ασαντ το 1970 και πέθανε στη φυλακή. Επίσης θεωρούν ότι η αυτοκτονία του πρώην πρωθυπουργού Μαχμούντ Αλ Ζουεμπί στην πραγματικότητα ήταν δολοφονί α  από στελέχη των μυστικών υπηρεσιών.

Η παραμονή σημαντικού μέρους των συριακών στρατιωτικών δυνάμεων στο Νταραά ως πρώτη γραμμή άμυνας στο μέτωπο με το Ισραήλ είναι από τα σοβαρότερα θέματα που ενοχλούν τους κατοίκους στο Νταραά. Η κατάσχεση γης από τις στρατιωτικές αρχές για την ίδρυση στρατιωτικών βάσεων και στρατοπέδων ανησυχεί τον αγροτικό πληθυσμό του Νταραά που βλέπει, σε συνδυασμό με την ραγδαία αύξηση του πληθυσμού, την γη του να μειώνεται. Επίσης η σύνθεση του ντόπιου πληθυσμού άλλ αξε, εξαιτίας των πολλών ξένων, που κατάγονται από άλλους νομούς, και εργάζονται στο στρατό.

Ωστόσο, είναι ακριβώς αυτή η παρουσία του στρατού στην περιοχή που καθιστά αμφίβολη την επανάληψη της βίαιης καταστολής που έγινε στο Χαμά το 1982. Μεγάλος αριθμός στρατιωτικών του συριακού στρατού κατάγονται από το Νταραά και ανήκουν σε κάποιες φυλές της περιοχής. Επίσης το Νταράα συνορεύει με την Ιορδανία και αρκετοί κάτοικοί του έχουν συγγενείς στην άλλη πλευρά των συνόρων με αποτέλεσμα μια αιματοχυσία να έχει επιπτώσεις στην Ιορδανία, περιπλέκοντας περαιτέρω την κατάσταση, δεδομένου μάλιστα ότι τα δορυφορικά κανάλια θα καλύπτουν κάθε γεγονός που μπορεί να θέτει σε κίνδυνο τις ζωές των κατοίκων από τις δυνάμεις του καθεστώτος.

Το καθεστώς αντιμέτωπο με τις διαδηλώσεις

Οι επιτυχίες των Αιγυπτίων και Τυνήσιων σε συνδυασμό με την αδράνεια και την απροθυμία των φορέων του καθεστώτος να προχωρήσουν σε πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις ήταν οι βασικοί λόγοι για την επέκταση της εξέγερσης σε αρκετούς από τους 14 συνολικά νομούς της χώρας. Η αντικατάσταση του νόμου περί της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» με τον νόμο περί της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας» και η παραίτηση της κυβερνήσεως του Ναντζί Αλ Ουτρί[10] δεν ικανοποίησαν τους εξεγερμένους.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η εντύπωση ότι η κοινότητα των Αλαουιτών είναι ενωμένη γύρω από τον Μπασσάρ Αλ Ασαντ είναι λανθασμένη και εξάλλου κάτι τέτοιο δεν ίσχυε ποτέ[11]. Η κρίση έδειξε ότι υπάρχουν διαφορές στις πεποιθήσεις για την ενδεδειγμένη αντιμετώπιση των εξεγερμένων. Από τη μια πλευρά βρίσκεται, το πολιτικό ρεύμα υπό την αιγίδα του Σύριου προέδρου που στηρίζει τον πολιτικό διάλογο και από την άλλη, το ρεύμα των σκληροπυρηνικών, των δυνάμεων ασφαλείας που στηρίζουν την πολιτική των σκληρών μέτρων κατά των διαδηλωτών. Ο Μαχέρ Αλ Ασαντ, αδελφός του προέδρου, που ελέγχει το νευρικό σύστημα των ενόπλων δυνάμεων και ο εξάδελφος του Ραμί Μαχλούφ που ελέγχει σημαντικό κλάδο της οικονομίας εντάσσονται στη μέτωπο των σκληροπυρηνικών[12].

Ο δισταγμός του Μπασσάρ Αλ Ασαντ στην πραγματοποίηση πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και η καθυστέρηση του να λάβει θέση απέναντι στις διαδηλώσεις δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο ελέγχει ο Σύριος πρόεδρος το τιμόνι της εξουσίας. Η επιβεβαίωση του προέδρου δια της εκπρόσωπου τύπου, Μπουθέινα Σαμπάν για την απαγόρευση χρήσης όπλων εκ μέρους των σωμάτων ασφαλείας αντιφάσκει με την πραγματικότητα των γεγονότων. Η Διεθνής Αμνηστία επιβεβαιώνει το θάνατο τουλάχιστον 55 διαδηλωτών στο Νταραά, στο διάστημα 15 με 26 Μαρτίου[13]. Ο ίδιος ο πρόεδρος στις 8 Μαρτίου έδωσε αμνηστία σε πολιτικούς κρατούμενους, ωστόσο, η απόφαση ανακλήθηκε δυο ώρες μετά την ανακοίνωση της, με αιτιολογία της ανάγκης για περαιτέρω εξέτασής και τροποποίησής της. Ως εκ τούτου είναι εύλογο το ερώτημα του λαού για το ποιος διοικεί;

Η ανατροπή των αυταρχικών καθεστώτων στην Αίγυπτο, την Τυνησία, και σύντομα στη Λιβύη και στην Υεμένη θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη απομόνωση το συριακό καθεστώς. Στην περίπτωση που οι διαδηλώσεις οδηγήσουν στην ανάδειξη ενός δημοκρατικότερου πολιτικού συστήματος στη Συρία, δεν μπορεί να αποκλειστεί η απομάκρυνση της Δαμασκού από την Τεχεράνη και τη Χεζμπολάχ. Βέβαια για μια τέτοια εξέλιξη ο «εκδημοκρατισμός» δεν αποτελεί προαπαιτούμενο καθώς αυτό θα μπορούσε να συμβεί και σήμερα επί της διακυβέρνησης του Μπασσάρ Αλ Ασαντ αν το Ισραήλ υπέγραφε συμφωνία ειρήνης και επέστρεφε τα υψώματα του Γκολάν στη Συρία. Η Δαμασκός είναι η πύλη της Τεχεράνης στον χώρο της Μέσης Ανατολής και τον αραβικό κόσμο και για αυτό ο ρόλος του Ιράν στην συριακή κρίση θα ήταν καθοριστικός σε περίπτωση που θα κινδύνευε το καθεστώς[14].  

Το Ισραήλ είναι η μοναδική χώρα που δεν επιθυμεί την αλλαγή του status quο στην Συρία επειδή τα βόρεια σύνορα του είναι ασφαλή και χωρίς σημαντικά επεισόδια από το 1973 και επίσης φοβάται την ανάληψη της εξουσίας από την οργάνωση «Αδελφοί Μουσουλμάνοι» και την μετατροπή του κοσμικού κράτους σε ισλαμικό. Ωστόσο, πρόσφατα, η οργάνωση Αδελφοί Μουσουλμάνοι πρότεινε, μέσω του πρώην γραμματέα της Ισσάμ Αλ Αττάρ, ειρηνικές μεταρρυθμίσεις για την βελτίωση των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών του συριακού λαού[15] γεγονός που καταδεικνύει ότι η εξέγερση αυτή δεν ήταν κατευθυνόμενη από τους φορείς της οργάνωσης.

Μια επέμβαση της Δύσης στη Συρία όπως έγινε στη Λιβύη είναι μάλλον απίθανη αφού η Συρία βρίσκεται στην καρδιά του αραβικού κόσμου και μια επέμβαση θα εγείρει μεγαλύτερες αντιδράσεις και πιθανόν θα οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις μέσα στη Συρία και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή.

Βασικό χαρακτηριστικό της εξέγερσης είναι η νεολαία που αποτελεί την κινητήρια δύναμη των εξελίξεων. Οι διαδηλωτές έσπασαν το φράγμα του φόβου και του τρόμου που υπήρχε από το 1982 και οι επιφανειακές μεταρρυθμίσεις του Μπαάθ δεν πείθουν πια την πλειοψηφία του λαού. Οι διαδηλώσεις δεν έφτασαν στο σημείο να απειλούν το καθεστώς. Μέχρι στιγμής υπάρχουν περιοχές, που δεν λαμβάνουν μέρος στην εξέγερση και δεν μπορεί να δοθεί μια εικόνα ή ακριβή εκτίμηση για το μέλλον. Η εξέγερση πάσχει από την έλλειψη ξεκάθαρου πολιτικού οράματος και ενιαίας ηγεσίας, γι’ αυτό το πολιτικό της μέλλον είναι αβέβαιο.

Απίθανη είναι η ανάληψη της εξουσίας από ισλαμικές οργανώσεις. Η πιο οργανωμένη πολιτικά οργάνωση οι «Αδελφοί Μουσουλμάνοι» βρίσκεται σε αποδιοργάνωση στο εσωτερικό και η σύνθεση της συριακής κοινωνίας δεν επιτρέπει την ανάδειξη ισλαμικού καθεστώτος. Ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους ενώνει ένα μεγάλο αριθμό διαφορετικών πολιτικών ιδεολογιών και ρευμάτων που θα αντιστέκονταν σε κάθε προσπάθεια επέκτασης των ισλαμιστικών κινημάτων. Η περίπτωση πραξικοπήματος θα μπορούσε να συμβεί μόνο από Αλαουίτες στρατηγούς του στενού κύκλου του προέδρου. Τέλος, όπως και στην περίπτωση των εξεγέρσεων στις άλλες χώρες της περιοχής  καθοριστικό ρόλο θα παίξει ο συριακός στρατός στις μελλοντικές εξελίξεις.

Το άρθρο δημοσιεύεται στην ιστοσελία του Κέντρου Μεσογειακών Μεσανατολιών Ισλαμικών Σπουδών (ΚΕΜΜΙΣ)