Η πολίτις Νάσια ψήφισε για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Τότε, το πολιτικό σκηνικό ήταν κατά βάση δικομματικό («Δεξιά» και «Κέντρο») με την ΕΔΑ σε ρόλο «συμπληρώματος». Το εκλογικό σύστημα ενίσχυε το πρώτο κόμμα, ενώ το Στέμμα αποτελούσε ένα θεσμικό αντίβαρο στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Από το 1967 μέχρι το 1974 η πολίτις Νάσια στερήθηκε το δικαίωμα ψήφου, με εξαίρεση τα διαβλητά δημοψηφίσματα των δικτατόρων.

Το 1974 ανάκτησε το δικαίωμα να εκλέγει τους εκπροσώπους της στη Βουλή και βρέθηκε ενώπιον ενός νέου διπολικού σκηνικού (ΝΔ vs. ΠΑΣΟΚ), το οποίο γιγαντώθηκε κατά τη δεκαετία ’80. Τότε, τα δύο μεγάλα κόμματα (αφού πλημμύρισαν τις ανά την επικράτεια πλατείες με γαλάζιες και πράσινες πλαστικές σημαίες), έφτασαν να προσελκύουν το 87-88% του εκλογικού σώματος.

Η πολίτις Νάσια βίωσε και την περαιτέρω ισχυροποίηση του πρωθυπουργικού ρόλου: δεν ξέχασε ποτέ την 9η Μαρτίου του 1985, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου αποφάσισε να διακόψει τη «συγκατοίκηση» του με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στα κορυφαία αξιώματα της Δημοκρατίας.

Στο νέο πολιτικό σκηνικό (μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 1986) η εκλογική νίκη δεν εξασφάλιζε μόνο κοινοβουλευτική πλειοψηφία αλλά και τη συγκέντρωση των περισσότερων εξουσιών σε ένα πρόσωπο, τον Πρωθυπουργό, ο όποιος έγινε πανίσχυρος.

Θα περάσει ακόμη ένα τέταρτο του αιώνα κυριαρχίας του δικομματισμού, μέχρι το 2012, όταν εκτυλίχθηκε μια μεγάλη ανατροπή. Στις εκλογές του Μαΐου οι πάλαι ποτέ πρωταγωνιστές του δικομματισμού κατέρρευσαν και το εκλογικό τους ποσοστό μετά βίας προσέγγισε το 1/3 των ψήφων.

Η πολίτις Νάσια δικαίως προβληματίστηκε. Όσο επικρατούσε η εναλλαγή δύο ισχυρών εκλογικών παρατάξεων, θα μπορούσε να θεωρηθεί πως ο ισχυρός ρόλος του πρωθυπουργού αντιστοιχούσε σε ένα κοινωνικό ρεύμα ιδεών. Όταν, όμως. πρωθυπουργός θα γινόταν ο αρχηγός ενός κόμματος του 20 ή 25%, που θα ηγείται μιας ευκαιριακής σύγκλισης κομμάτων, τότε το πολιτικό καθεστώς άρχιζε να πάσχει.

Ακόμη κι εκείνο το εκλογικό μπόνους των 50 εδρών αποκτά νόημα, όταν ενισχύει το πρώτο κόμμα (με ποσοστό άνω του 40%) για να αποκτήσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αν όμως πριμοδοτεί ένα κόμμα με ποσοστό κάτω του 20 % και, μάλιστα, όταν η διαφορά του με το δεύτερο κόμμα μπορεί να είναι λίγες ψήφοι, τότε η εκλογική αντιπροσώπευση στρεβλώνεται.

Μολαταύτα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που ελλοχεύει για το πολιτικό σύστημα είναι άλλος: η ευκαιριακή κατάκτηση του πολυδύναμου πρωθυπουργικού θώκου από ένα πρόσωπο που θα ηγείται ενός ακραίου ριζοσπαστικού κινήματος διαμαρτυρίας και δεν θα εκφράζει την προγραμματική σύγκλιση κομμάτων. Σε αυτή την περίπτωση η πιθανότητα κακής χρήσης των (υπερ)εξουσιών του πρωθυπουργού θα μπορούσε να κλονίσει συθέμελα μια ευάλωτη από την οικονομική κρίση δημοκρατία.

Η πολίτις Νάσια θυμόταν το 1965 και το 1967 και γνώριζε καλά ότι οι δημοκρατίες είναι γοητευτικά πολιτεύματα που δεν προσελκύουν μόνο θαυμαστές, αλλά και επίδοξους επιβήτορες.

Καθώς η χώρα στροβιλίζεται στην ψηφιακή εποχή η φιγούρα ενός πρωθυπουργού-μονοκράτορα είναι πλέον παρωχημένη, ενώ είναι αδήριτη η ανάγκη για την καθιέρωση ορισμένων θεσμικών δικλείδων ασφαλείας (που βαφτίστηκαν «ισορροπίες και έλεγχοι» στο πολιτειακό πρότυπο των ΗΠΑ).

Η πολίτις Νάσια παρακολουθούσε συστηματικά τον τύπο, τα δελτία ειδήσεων και τα πολιτικά talk shows και ήταν ενήμερη για το πανόραμα των διατυπωμένων προτάσεων, που αποσκοπούσαν στη συνέχεια των κυβερνητικών πεπραγμένων, την αποφυγή της μετάδοσης των κρίσεων της εκτελεστικής εξουσίας στην κοινοβουλευτική λειτουργία και τούμπαλιν, την ανανέωση της Βουλής και τη διαχρονική αρμονία των τριών εξουσιών (π.χ. δυνατότητα ανάκλησης βουλευτών, εμπλουτισμός εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας, κ.α.).

Εφόσον προωθούνταν ανάλογες θεσμικές παρεμβάσεις, θα ενισχυόταν η εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος, θα διευρύνονταν οι δυνατότητες πολιτικής συναίνεσης και θα διευκολύνονταν οι κυβερνήσεις συνεργασίας. Αναπόδραστα στοιχεία του νέου πολιτικού σκηνικού θα ήταν η επικράτηση του μετριοπαθούς λόγου, η συντονισμένη προσπάθεια των πολιτικών δυνάμεων για την ανόρθωση της χώρας και το τέλος των πανίσχυρων πρωθυπουργών.

Οι πολιτικοί αρχηγοί δε θα υποδύονταν πλέον το ρόλο ενός Μεσσία, που θα επιδίωκε να σώσει τη χώρα με την κουστωδία των πολιτικών του φίλων και αυλικών, αλλά θα μετατρέπονταν σε δημοκρατικούς ηγέτες που θα υπηρετούσαν τη συστράτευση πολιτικών δυνάμεων σε ευρύτερους υπερκομματικούς στόχους.

Τότε το πολιτικό σύστημα θα γύριζε σελίδα και η δημοκρατία της διαβούλευσης και της συμμετοχής θα δυνάμωνε. Οι πολίτες, όπως η Νάσια, θα καταλάμβαναν μια θέση στο επίκεντρο του πολιτικού σκηνικού, ενώ ο τελευταίος πανίσχυρος πρωθυπουργός θα χανόταν πίσω από τις κουΐντες.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.