Ο Αθανάσιος Παπανδρόπουλος σημειώνει ότι στις μέρες η πολιτική χάνει την ουσία της. Μετατρέπεται σε σκηνοθετημένη πραγματικότητα.  Στην οποία πρωταγωνιστούν πραγματικοί επαγγελματίες της πολιτικής, αλλά και άνθρωποι άσχετοι με την διαχείριση των κοινών.


Αν κρίνουμε από τελευταίες έρευνες κοινής γνώμης, καταλήγουν στο όχι πολύ ενθαρρυντικό συμπέρασμα ότι ο ελληνικός λαός δεν είναι καλύτερα πληροφορουμένος στον αναπτυγμένο κόσμο.

Πολιτική ως ανούσιο παιχνίδι επικοινωνίας

Προκύπτει όμως και το ερώτημα:

Θέλει ο Νεοέλληνας να ενημερώνεται , να μαθαίνει, να γνωρίζει και άρα να κρίνει; Πολύ φοβάμαι πως η απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα απέχει αισθητά από το να είναι θετική. Ίσως όμως να υπάρχουν λόγοι για τη στάση αυτή. Διότι στον …καταιγισμό της παραπληροφόρησης που καλύπτει την χώρα, οι λιγοστές πηγές σοβαρής υπεύθυνης και όσο γίνεται πιο αντικειμενικής παροχής πληροφοριών απευθύνονται επίσης σε ολίγους. Έτσι, στη χώρα μπορεί ο καθένας να λέει και να πράττει ό,τι θέλει. Αρκεί να διαθέτει τα προς τούτο αποτελεσματικά και θορυβοποιά μέσα.

Στο πλαίσιο αυτής της θλιβερής για μια χώρα με την ιστορία της Ελλάδος – πραγματικότητας, η πολιτική έχει καταστεί ένα ανούσιο παιχνίδι επικοινωνίας. Παίγνιο κάκιστης ποιότητος, που θέτει ένα θεμελιακό ερώτημα. Είναι αυτό το παιχνίδι συστατικό στοιχείο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι απλή. Και τούτο διότι, μετά την παταγώδη κατάρρευση του κομμουνισμού και την ταυτόχρονη εξάπλωση της παγκοσμιοποιήσεως, τα ιδεολογικά δεδομένα ασκήσεως της πολιτικής επίσης αλλάζουν. Στην αλλαγή αυτή ήλθαν να προστεθούν και οι ραγδαίες εξελίξεις στον χώρο των μέσων μαζικής ενημερώσεως (ΜΜΕ). Εδώ πλέον τα όρια ανάμεσα στην πληροφόρηση και την επικοινωνία, είναι δυσδιάκριτα. Συνεπώς, μεταβάλλεται άρδην και η αποτελεσματικότητα του μηνύματος που εκπέμπουν τα μέσα, τα οποία, για λόγους καιροσκοπισμού, το κατευθύνουν κατά το δοκούν.

Χαρακτηριστικά, από την άποψη αυτή, είναι όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Η πολιτική είναι ουσιαστικά κενή περιεχομένου και η πεμπτουσία της έγκειται στο ποιος θα κοροϊδέψει ποιον. Πώς, πόσο γρήγορα και με αντικειμενικό σκοπό την άντληση σημαντικών υλικών κατ άλλων ωφελειών.

Ο ευρωπαϊκό δρόμος μάς είναι αποδεκτός;

Εξηγούμεθα:

Η Ελλάδα, από το 1974 κα μετά, επέλεξε να ακολουθήσει τον ευρωπαϊκό δρόμο και η επιλογή της αυτή σήμερα, με βάση τους πολιτικούς συσχετισμούς, συγκεντρώνει την αποδοχή έστω και με κάποιες άνω τελείες του …78%… του ελληνικού λαού. Οι πολιτικές δυνάμεις που τάσσονται κατά της ευρωπαϊκής παραπολιτικής τους, ως και εμπλεκόμενες ΚΚΕ και Χρυσή Αυγή και κάποια άλλα ακραία στοιχεία του …φαιο κόκκινου χώρου. Πρόκειται για θορυβώδεις μειοψηφίες, οι οποίες καλλιεργούν το μίσος της Ευρώπης. Θεωρίες συνομωσίας και θέσεις θυματοποίησης, σε έναν λαό που σε ποσοστό 30% πιστεύει ότι τον ψεκάζουν.

Τα φαινόμενα δεν είναι όμως μόνον ελληνικό. Ίσως στη χώρα μας να είναι ιδιαίτερα αυξημένα. Παρατηρείται και αλλού όμως. Ιδιαίτερα δε στον ευρωπαϊκό Νότο, ο οποίος σήμερα αντιμετωπίζει και σοβαρά προβλήματα με την έξαρση του μεταναστευτικού προβλήματος και την είσοδο προσφύγων από τις θαλάσσιες περιοχές της Γηραιάς Ηπείρου.

Στα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Αλλ΄ ούτε και ποτέ υπήρξαν. Η ζωή είναι εφαρμογή κανόνων, ικανότητα λύσης προβλημάτων και ανακάλυψη βελτιωμένων λύσεων σε δεδομένες καταστάσεις και συνθήκες. Ο άνθρωπος δεν πήγε μπροστά με λογικές συνταγές. Αλλά με πρακτικές λύσεις που έδωσε σε σοβαρά προβλήματά του.

Εικονική πραγματικότητα και ορθολογική σκέψη

Στις μέρες μας έτσι, οι κοινωνίες και η πρόοδός τους, κρίνονται και εξαρτώνται από την ποιότητα και αποτελεσματικότητα των λύσεων που δίνουν σε συγκεκριμένες υπαρκτές καταστάσεις. Υπό αυτή την έννοια μια κοινωνία πάει μπροστά στο μέτρο που σκέπτεται ορθολογικά και ελεύθερα. Το πρόβλημα όμως σε μια τέτοια κοινωνία είναι ότι αυτό που δηλώνει για εξουσία, δεν έχουν πλέον καμμιά δυνατότητα εξαπάτησης και υποσχέσεων για «χαρούμενο αύριο».

Σήμερα λοιπόν, στο βαθμό που οι ορθολογικές και αναπτυγμένες κοινωνίες βρίσκονται σε φάση μετάβασης, αλλάζουν εποχή με άλλα λόγια, το έμψυχο υλικό τους είναι ευάλωτο στίς αποκαλούμενες εικονικές πραγματικότητες.

Στο πλαίσιο αυτό, με τη βοήθεια πλέον των πιο σύγχρονων μέσων και μεθόδων επικοινωνίας το θέαμα και οι μεταφυσικές ερμηνείες τείνουν να γίνουν η πραγματικότητα. Η ιδεολογία …μετατρέπεται έτσι σε χυδαιολογία.

Η  πολιτική γίνεται πλέον αποκλειστικά και μόνον ένα παιχνίδι εξουσίας. Στο οποίο κυριαρχεί το εμπόριο των υποσχέσεων. Ένα εμπόριο στο οποίο καθοριστικός είναι ο ρόλος των ΜΜΕ, και κυρίως της τηλεοράσεως. Τα μέσα αυτά, χωρίς καμμιάν αμφιβολία, ασκούν τέτοια πίεση στους πολιτικούς που τελικά διαμορφώνουν τις συμπεριφορές τους και τον πολιτικό τους λόγο. Δεν νοείται έτσι σήμερα παρουσία στον πολιτικό στίβο χωρίς την συμβολή ειδικών συμβούλων πολιτικού μάρκετινγκ και πολιτικής επικοινωνίας.

Πολιτική ως σκηνοθετημένη πραγματικότητα

Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική καθίσταται μία σκηνοθετημένη πραγματικότητα, στην οποία πρωταγωνιστούν πραγματικοί επαγγελματίες της πολιτικής, αλλά και άνθρωποι άσχετοι με την διαχείριση των κοινών, όπως ποδοσφαιριστές, ηθοποιοί, τραγουδιστές και γελωτοποιοί. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η δημοκρατία ως πολιτικό σύστημα υφίσταται σοβαρές μορφολογικές αλλοιώσεις. Και η αντιπροσώπευση, από αμιγώς πολιτικό σύστημα, μεταλλάσσεται σε θεσμό ενός άλλου συστήματος – εν προκειμένω της σκηνοθετημένης πραγματικότητας του – που καλείται να υπηρετήσει.

Υπό την έννοια αυτή, ο πολίτης είναι ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά εξαρτημένος. Συμμετέχει στην κοινωνία όχι ως κατ” ισομοιρίαν εταίρος, αλλά ως απλό μέλος ενός κοπαδιού. Ήτοι ενός τηλεοπτικού όχλου.

Από το σημείο αυτό και μετά, η μοίρα ταυ δεν εξαρτάται ούτε από ιδεολογίες, ούτε και υπό φιλοσοφικές πολιτικές αρχές. Εξαρτάται από το επίπεδο της πολιτικής ηθικής αυτών που τού επιβάλλουν να επιλέξει. Αντί λοιπόν να έχουμε αναβάθμιση της πολιτικής ατομικότητας, παρατηρούμε μία μετάβαση του πολίτη στην αγελαία πολιτική συμμετοχή – με ό,τι η εξέλιξη αυτή συνεπάγεται για το μέλλον μιας κοινωνίας στον παγκοσμιοποιημένο και πολύπλοκο κόσμο μας. Μιας κοινωνίας η οποία πορεύεται δέσμια ιδεοληψιών και ιδεαλογημάτων που τρέφουν ψευδείς συνειδήσεις. Και το στοίχημα είναι, αυτές οι τελευταίες να μην εκραγούν…

Previous articleΤο αυγό του φιδιού
Next articleΜε την οργή, από την οργή
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας. Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc. Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.