Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017
η πλατεια δεν ηταν γεματη

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΓΕΜΑΤΗ

της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΟΛΟΒΟΥ

Σαν βγεις στον πηγαιμό για την πλατεία Συντάγματος  …θα μελαγχολήσεις. Θα σου σφίξει κάτι την καρδιά. Είχαμε που είχαμε ως πολίτες χτυπημένοι από τη λιτότητα βαριά τα διάθεση και μετά βίας στολίσαμε το σπίτι-ειδικά όπου υπήρχαν παιδιά- περάσαμε σήμερα και από την πλατεία Συντάγματος και μας αποτέλειωσε! Πουθενά και ουδείς Χριστουγεννιάτικος στολισμός. Ερημιά. Ούτε ένα φωτάκι, ούτε ένα δεντράκι, που να υποδηλώνει ότι αυτές τις μέρες έχουμε γιορτές, ούτε να έστω μαγαζάκι με καραμέλες για να γλυκαθεί το πνεύμα των Χριστουγέννων-λέμε τώρα…

Μια πλατεία γκρίζα, άσχημη, με κατηφείς ανθρώπους να τη διασχίζουν γοργά λες και θέλουν να φύγουν το συντομότερο από τον τόπο που πριν λίγες μέρες αντηχούσε από οργισμένα συνθήματα κατά της κυβέρνησης και του Δ.Ν.Τ διανθισμένα με μπόλικα χημικά και ληγμένα δακρυγόνα.

Γιατί κύριε δήμαρχε; Γιατί το κάνατε αυτό; Θυμώσατε επειδή οι πολίτες δεν σας εξέλεξαν και πάλι; Αλλά κι εσείς κύριε καινούργιε δήμαρχε κι ας μην ορκιστήκαμε ακόμα δεν θα μπορούσατε να βάλετε το χεράκι σας, να πείτε μια κουβέντα, πόσο κοστίζει πια ο στολισμός της κεντρικής πλατείας της πόλης; Λένε πως κόστιζε πάνω από …500.000 ευρώ, κι έπρεπε να γίνουν περικοπές, μέρες που διανύουμε. 

Σωστά. Προσωπικά πιστεύω πως 10.000 ευρω θα βρίσκονταν κάπου για να στολιστεί μια χαρά η πλατεία. Ας μην έτρωγαν (βλέπε έκλεβαν) για φέτος οι γνωστοί άγνωστοι από τον δημοτικό κορβανά. Διότι ουδείς πιστεύει πλέον ότι στοίχιζε μισό εκατομμύριο ευρώ ο Χριστουγεννιάτικος στολισμός της πλατείας. Ένας στολισμός που φέτος ήταν αναγκαίος όσο ποτέ. 

Για μας, για τα μικρά παιδιά που μπορούν ακόμα και ονειρεύονται, και που η πλατεία Συντάγματος θα μπορούσε να λειτουργήσει συμβολικά. «Κατεβαίνω με τους γονείς μου μια βόλτα για να γιορτάσω στην κεντρική πλατεία της πόλης μου, δεν χάθηκε τίποτα ακόμα, ανήκω κάπου και οι ανώτατοι άρχοντες με νοιάζονται, μπορεί φέτος οι γονείς μου να μην έχουν χρήματα για δώρα, τι πιο ωραίο δώρο όμως από μια βόλτα στην πλατεία ανήμερα της γιορτής.» Κάπως έτσι υποθέτω σκέφτονται τα μικρά παιδιά. Πως ο κοινωνικός ιστός δεν διερρήχθη οριστικά, πως ακόμα κάτι μένει. 

Αλλά τι λέω, εδώ δεν υπάρχει κοινός νους, εδώ δεν μπορεί κάποιος να σκεφτεί τα στοιχειώδη, κάτι περισσότερο από εναγώνια προσπάθεια για αναρρίχηση στην εξουσία. Και όταν αυτό δεν επιτευχθεί, γαία πυρί μιχθήτω. Ποιος νοιάζεται τώρα για τα όνειρα των μικρών παιδιών ποιος νοιάζεται τώρα γα μια πόλη που έχει αφεθεί στην τέλεια εγκατάλειψη, στην καταφρόνια και απομόνωσή της. Ξένοι στην ίδια μας την πόλη , αυτό είμαστε.