Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017
η νοσοσ του baumol και το κωμα τησ ελλαδασ

Η ΝΟΣΟΣ ΤΟΥ BAUMOL ΚΑΙ ΤΟ ΚΩΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 του ΓΙΩΡΓΗ- ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΥ  

Η νέα τύρβη συζητήσεων και «φωτισμένων εικοτολογιών», όπως θα έλεγε ο Π. Μπάραν, που δημιούργησε η πρόσφατη επαναφορά στην επικαιρότητα της πιθανότητας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, έχει υπενθυμίσει σε πολλούς, ιδίως σ’ όσους ασχολούνται με την ελληνική πραγματικότητα, πως η ενεστώσα παθογένεια, για την οποία ένα από τις θεραπείες αποτελεί η προτεινόμενη αναδιαμόρφωση του χρέους, έχει διαπιστωθεί κι επεξηγηθεί ήδη από τη δεκαετία του ’60 κι αποτελεί ένα σύμπτωμα της επονομαζόμενης «Ασθένειας του Μπόμολ».

Ήταν εκείνην την εποχή που ο αμερικανός καθηγητής οικονομικών Ουΐλιαμ Μπόμολ, νέοϋορκέζος νέο-κενσιανιστής, περιέγραψε με περισσή ευστοχία τα χαρακτηριστικά της οικονομικής «αβιταμίνωσης» που μαστίζει τις χώρες εκείνες που έχουν βασίσει την οικονομία τους σε τομείς, οι οποίοι κατά κύριο ρόλο χαρακτηρίζονται από την χαμηλή παραγωγικότητα, όπως είναι οι υπηρεσίες (εκπαίδευση, νοσηλεία, κατασκευές), ή ο τουρισμός. Τομείς, που στη σημερινή συγκυρία αποτελούν τον βασικό άξονα στον οποίο περιστρέφονται τα οικονομικά προβλήματα κι η παραγωγική καχεξία των χωρών εκείνων της ΕΕ που βρίσκονται αντιμέτωπες με τη διόγκωση του χρέους και την χρηματοοικονομική αποτελμάτωση. Όπως ο τουρισμός στην Ελλάδα και την Ισπανία, ο τομέας της κατασκευής κατοικιών, σε Ισπανία και Ιταλία, και των κατασκευών εν γένει όπως στη χώρα μας, ή την Πορτογαλία και το σύνολο του δημοσίου τομέα, όπως σε όλα κράτη της απεχθούς στους Βορειοευρωπαίους Pigs.

Ιδιαίτερη δε σημασία έχει το σκέλος εκείνο που σχετίζεται με την ανατροπή της κλασσικής οικονομικής αντίληψης για την αντιστοιχία μισθών-παραγωγικότητας, που στην περίπτωση των χωρών αυτών (με ιδιαίτερη έμφαση στο ελληνικό παράδειγμα) η αύξηση των πρώτων δεν έχει συνδυασθεί με ανάλογη βελτίωση της δεύτερης. Βέβαια, η κλασσική οικονομική θεωρία υποστηρίζει πως μία χαμηλή παραγωγικότητα συναποφέρει μείωση των μισθών: κάτι που στην περίπτωση τούτη δεν παρατηρείται. Απεναντίας μάλιστα, σε πολλές από τις χώρες τούτες (με την Ελλάδα σημαιοφόρο) ενώ οι μισθοί αύξαιναν η παραγωγικότητα μειωνόταν, ακόμη και σ’ εκείνους τους τομείς που υποτίθεται ότι βασίζεται η οικονομία. Και το πρόβλημα γιγαντώθηκε ακόμη περισσότερο όταν έγιναν προσπάθειες να κρατηθούν τεχνητά (όχι ανθηροί, αλλά πλέον εν ζωή) οι τομείς αυτοί, εν σχέσει με άλλες δραστηριότητες στην οικονομία της χώρας. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, προκειμένου να διατηρηθεί η παραγωγή, οι τομείς αυτοί προσελκύουν περισσότερους εργαζομένους (βλέπε τους συμβασιούχους, που έπρεπε κι ακόμη είναι αναγκαίο να στρατολογηθούν προκειμένου να βαδίσουν έστω και βραδυπορώντας οι, ήδη υπερπλήρεις, υπηρεσίες). Άρα περισσότερους μισθούς σε μία κατάσταση ισχνής παραγωγικότητας.

Βέβαια, εν μέρει η κατάσταση τούτη μπορεί να δικαιολογηθεί, σύμφωνα με τον Μπόμολ, από τη επιβληθείσα αναγκαιότητα, κάποια στιγμή, να ισοσταθμισθεί η διαφορά στο ύψος των μισθών ανάμεσα στους εργαζομένους στους τομείς με χαμηλή παραγωγικότητα και στους απασχολούμενους σε πιο κερδοφόρες δραστηριότητες, ανταποκρινόμενοι στις επιταγές της κλασσικής θεωρίας. Μολαταύτα, τούτη η τάση γεννά την πρώτη και βασική επιπλοκή: η προσπάθεια να επιτευχθεί ανάπτυξη μέσω μόνον των τομέων χαμηλής παραγωγικότητας (όπως έγινε στην Ελλάδα με τις περιστασιακές κατασκευές δρόμων, ολυμπιακών έργων και τον τουρισμό, ή την προσωρινότητα των ΚΕΠ), τομείς οι οποίοι απορροφούν εργασιακή δύναμη, απισχνάζει το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας, αποδυναμώνοντας τη δημιουργικότητα και την ενέργεια της απασχόλησής του και οδηγεί—χώρα, οικονομία, και εργατικό κεφάλαιο—σε αποτελμάτωση.

Η απασχόληση σε τέτοιους τομείς με χαμηλή παραγωγικότητα απαιτεί εργαζομένους που δεν έχουν ανάγκη από εξειδικευμένες δεξιότητες, δεν συνοδεύεται από νέες τεχνολογίες, ή την ανάγκη χρήση τους, δεν χαρακτηρίζεται από την καινοτομία. Αλλά ακόμη κι η οποιαδήποτε τεχνολογική καινοτομία δεν είναι προϊόν μίας πραγματικά βάσιμης και εφηρμοσμένης πρακτικής, αλλά μία συμπτωματική εφαρμογή μίας ξένης (όπως στα παραδείγματα που είχε διατυπώσει ο πρωθυπουργός στην περσινή ΔΕΘ), που ουδέποτε ρίζωσε, αναπτύχθηκε και επεκτάθηκε στην ενθαδική γραμμή παραγωγής.

Αντίθετα, στα μοντέλα ανάπτυξης με βάση τη χαμηλή παραγωγικότητα, η διαμόρφωση και εκπαίδευση αυτής της εργασιακής δύναμης δεν απαιτεί επενδύσεις σε προωθημένα εκπαιδευτικά μέσα και τεχνολογίες αιχμής, αλλά ούτε και την συνεπικουρία της έρευνας. Δεν είναι τυχαίο που η έρευνα και δεν επικροτείται, αλλά και δεν επιδοτείται επί δεκαετίες στην Ελλάδα, αλλά ούτε κι απετέλεσε τον μοχλό για την αναγκαία «ανάταξη» (κατά τους εγκαταλελειμμένους πλέον νεολογισμούς της ενεστώσας κυβέρνησης, που εξαχνώθηκαν μέσα στους φορομπηχτικούς καταναγκασμούς του μνημονίου).

Απεναντίας, η προσπάθεια της εξομάλυνσης των οικονομικών ανισοτήτων εξαντλήθηκε στη βραχυπρόθεσμη ικανοποίηση των προσδοκιών για κέρδος και ποιότητα ζωής: είτε παλαιώτερα με τις κοινοτικές επιδοτήσεις για αφερέγγυες δραστηριότητες κι επενδύσεις, ή με τα πολιτιστικά πυροτεχνήματα και τις αφροσύνες των πανηγυριών, είτε αργότερα με τη φρεναπάτη του Χρηματιστηρίου, ή με την αναδιανομή των στεγαστικών (και άλλων) δανείων, τις ανεπαρκείς και χαριστικές κι εμβαλωματικές, αμαρτωλές, κ.ο.κ, κατασκευαστικές επενδύσεις  είτε με τις προσλήψεις συμβασιούχων. Το αποτέλεσμα της αποτυχίας της πολιτικής αυτής υπέρ των τομέων χαμηλής παραγωγικότητας είναι ότι το προσωπικό που μένει πλέον χωρίς απασχόληση δε διαθέτει εφόδια για να εργασθεί σε άλλον τομέα, ούτε καν να απορροφηθεί σε άλλες υπηρεσίες, ανατροφοδοτώντας την ανάπτυξή τους. Τουτέστιν, η περίοδος της ανεργίας διαρκεί περισσότερο, με τα φυσικά συνεπακόλουθα της επίπτωσης αυτής σε ολάκερη την κοινωνία και την οικονομία.

Ωστόσο, τούτη η πτώση της ανταγωνιστικότητας που επιφέρει μία τέτοια κατάσταση σε μία χώρα είναι δίκοπο μαχαίρι μεν, αλλά έχει και μία άλλη σημασία. Με βάση τη μελέτη του Μπόμολ, στο κέντρο της οποίας είναι το «κόστος εργασίας ανά μονάδα ανεπτυγμένου προϊόντος», που αντανακλά σε διεθνές επίπεδο σύγκρισης,  δεν είναι η ανταγωνιστικότητα των μισθών εκείνη που μετρά, αλλά εκείνη του ανθρώπινου κεφαλαίου και του παραγωγικού ιστού.  Και τούτο φαίνεται στην παρούσα περίπτωση, όπου ορατός όσο ποτέ άλλοτε είναι ο κίνδυνος της ύφεσης. Διότι, η μείωση των μισθών δεν χρησιμεύει σχεδόν σε τίποτε, διότι τούτοι οι τομείς χαμηλής παραγωγικότητας δεν συμμετέχουν στον διεθνή ανταγωνισμό, στις εξαγωγές και δεν εμπεριέχουν καμμία δραστηριότητα που μπορεί να αποφέρει κέρδος μέσα από τον ανταγωνισμό (ακόμη κι εάν το καλοεξετάσουμε μήτε κι ο τουρισμός, που από τη φύση του είναι μέγεθος ευμετάβλητο, εξαρτώμενο από απροσδόκητους παράγοντες και που δεν χρειάζεται την τεχνολογική καινοτομία, ούτε το εξειδικευμένο προσωπικό, αλλά κι η ανάπτυξή του και τα πεπερασμένα και σε χρόνο και σε ύψος, κέρδη του είναι περιορισμένης και προβλέψιμης έκτασης).

Συνεπώς, η μείωση της παραγωγικότητας εν γένει δεν οφείλεται στη συμπίεση των τομέων αυτών, αλλά στην ανταγωνιστικότητα των πραγματικά παραγωγικών τομέων: η αποβιομηχάνιση της Ελλάδας, η ιδιωτικοποίηση, ή η απαξίωση των δικών της παραγωγικών υπηρεσιών. Η απώλεια των ουσιωδώς παραγωγικών τομέων στην Ελλάδα πλέον δεν αφήνουν περιθώρια ουσιαστικής ανάκαμψης σε βαχυπρόθεσμο διάστημα, διότι οι οποιεσδήποτε επενδύσεις απαιτούν μεγάλη χρονική διάρκεια και στην περίπτωση της Ελλάδας δεν υπάρχει πλέον μία δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματος, η οποία θα βοηθούσε στην επιτάχυνσή τους, ενώ η συμπίεση των μισθών δεν έχει σαφώς το ίδιο αποτέλεσμα δεδομένου ότι οι πληθωριστικές πιέσεις και οι εξαγορές, κι όχι οι επενδύσεις, είναι εκτενέστερες καθώς βρισκόμαστε σε μία ενιαία ζώνη νομίσματος με πιο ανεπτυγμένες χώρες.

Η δεύτερη σημαντική επίπτωση της «ασθένειας του Μπόμολ» αφορά την  αναγκαστική βάσανο του ισοσκελισμένου κρατικού προϋπολογισμού. Μία επίπτωση που από τον περασμένο χρόνο βιώνουμε οδυνηρά και στον τόπο μας, ιδίως μετά την «επιχειρηματοκτόνο» όπως εξελίχθηκε εφαρμογή του μνημονίου, που δεν έλαβε σοβαρά υπ’ όψη τις δυνατότητες της δικής μας οικονομίας. Γενικά, στις οικονομίες που βασικός μοχλός ανάπτυξής τους είναι αυτοί οι χαμηλής παραγωγικότητας τομείς, η εργασία αποτελεί τον βασικό πόρο του κράτους. Όταν η ανάπτυξη βασίζεται στην υψηλή παραγωγικότητα,  στις εξαγωγές και τις πωλήσεις, τότε η ίδια η ανάπτυξη είναι εκείνη που χρηματοδοτεί τον προϋπολογισμό, μέσα από τις εισφορές, τους δασμούς επί των εξαγωγών, τον ΦΠΑ. Όμως στην περίπτωση των μη παραγωγικών οικονομιών, όπως αυτή της Ελλάδας, η εξυγίανση του προϋπολογισμού γίνεται κι επιχειρήθηκε με την αύξηση της φορολογίας επί της εργασίας.

Βέβαια, σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης οι προσωπικές οικονομίες του καθενός, αποτέλεσμα της εργασίας του, της αποταμίευσης και της καταναλωτικής του συμπεριφοράς, αποτελούν ένα μικρό τμήμα μόνον από τις συνολικές οικονομίες, καθώς τη μεγάλη μάζα των οικονομιών τη συνθέτουν τα «αποθέματα της ιδιωτικής οικονομίας» κι ό,το εξαρτάται άμεσα από τα κέρδη και τις αποφάσεις των μετόχων των κεφαλαιουχικών εταιρειών. Σε μία «σχεδιασμένη οικονομία», όπου το κράτος καλείται να παίξει τον ρόλο του διευθυντή εταιρείας και να εξασφαλίσει τις συνθήκες πλήρους απασχόλησης, που θα του εξασφαλίζουν και την ανάπτυξη, αλλά και την ικανοποίηση του ίδιου του του γενικού προϋπολογισμού, είναι τούτες οι αποθεματικές οικονομίες που θα πρέπει να εκμεταλλευθεί, ούχ ήκιστα όμως και τούτες αποτελούν μόνον ένα μικρό κλάσμα του συνολικού όγκου. Και τούτο γιατί όλα εξαρτώνται από τις αποφάσεις των ίδιων των επιχειρήσεων για απογραφές, αποθεματικά, τις μετοχές και τις δαπάνες τους. Στη σημερινή συγκυρία ωστόσο, το κράτος είναι δύσκολο, εάν όχι ακατόρθωτο, να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη ισοσκέλισης του προϋπολογισμού και με τη συμβολή των «αμφίβολων πελατών της οικονομίας» (για να θυμηθούμε μία έκφραση του Schumpeter), ιδίως βέβαια εάν η γενικώτερη κυβερνητική πολιτική είναι ταγμένη να εξυπηρετήσει την αμείωτη κερδοφορία τους, επιτρέποντας τη μείωση του κόστους εργασίας, άρα και της φορολογίας, συντηρώντας τον φαύλο κύκλο της οικονομίας του κράτους.

Κατά γενική ομολογία, όλες σχεδόν ανεξαιρέτως οι χώρες του κύκλου των  Pigs, δεν μπορούν να εγγυηθούν κάποια είτε βραχυπρόθεσμη, είτε μεσομακροπρόθεσμη ανάπτυξη, καθότι έχουν βασίσει κατά το μέγιστο την παραγωγικότητά τους σε τομείς που δεν μπορούν να έχουν ουσιαστική συμβολή στην ανάπτυξη. Ακόμη και τα χρέη, τόσο τα δημόσια, όσο και τα ιδιωτικά, σχετίζονται περισσότερο με την κακή, αντιπαραγωγική, χρήση που εν πολλοίς εξακολουθεί να γίνεται και όχι τόσο με αυτό καθαυτό το δημόσιο χρέος. Η διαμορφωμένη κατάσταση στο ελάχιστο αφήνει να διαγραφούν ελπίδες ότι στο εγγύς μέλλον χώρες όπως η Ελλάδα θα μπορέσουν να αποτολμήσουν γενναίες αλλαγές στις παραγωγικές τους δομές, να επιβάλουν τέτοιες αλλαγές στη νοοτροπία και τη λειτουργία της εσωτερικής τους αγοράς κι οικονομίας, ώστε να πετύχουν με τις ίδιες τους δυνάμεις την επιστροφή στην ανάπτυξη και στην ικανοποίηση του δημόσιου χρέους τους.  Φευ, καμμία αλλαγή, ειδικά στην οικονομία δεν μπορεί να τελεσθεί Ab ovo κι όπως έλεγε κι ο   Schumpeter (The Theory of Economic Development, σελ 9) «το οικονομικό σύστημα δεν πρόκειται να αλλάξει έτσι για καπρίτσιο με βάση τη δική του πρωτοβουλία , αλλά σε κάθε περίπτωση θα είναι συνδεδεμένο  με την προηγούμενη κατάσταση των πραγμάτων».

Μολαταύτα, ποια μπορεί να είναι η λύση, πέρα φυσικά από τις αναπόφευκτες εικοτολογίες για αναδιαρθρώσεις χρέους, έξοδο από το ευρώ κι ότι άλλο θρυλείται, ίσως και τεχνηέντως για να προλειάνει το έδαφος για νέα επώδυνα μέτρα υπό τη γενική αποδοχή του κόσμου κάτω από το κράτος του φόβου για επικείμενη χρεωκοπία και μόνιμη απώλεια όλων των κατακτημένων δικαιωμάτων, αλλά και υλικών, εργασιακών και άλλων αγαθών; Βέβαια, η απάντηση είναι δύσκολη, γιατί προϋποθέτει να υπήρχαν οι συνθήκες ώστε να μην προσβληθεί μία χώρα από την «ασθένεια του Μπόμολ». Γιατί μία ενδεχόμενη λύση προτάσσει να εφαρμοσθούν σύνθετες πολιτικές μίας σχεδιασμένου τύπου οικονομίας, που θα συμπεριλαμβάνει κρατικές και μη κρατικές παρεμβάσεις.
Από τις προτεινόμενες από τον Μπόμολ λύσεις για την διόρθωση της απόδοσης των τομέων μικρής παραγωγικότητας  (μείωση της ποσότητας/προσφοράς, μείωση της ποιότητας, αύξηση τιμών, αύξηση της μη νομισματικής αμοιβής (ή απασχόληση εθελοντών), ή πολυπαραγοντική παραγωγικότητα), είναι η πολυεπίπεδη παραγωγικότητα που κατέχει κύρια θέση, με την ποιοτική μεταφορά της τεχνολογίας/τεχνογνωσίας ως πραγματική αξία του παραγόμενου έργου (output) στη συνδυασμένη  εισφορά (input) εργασίας και κεφαλαίου, που θα αντικαταστήσει την χρονοβόρα/ εργατοβόρα παραγωγή του προϊόντος με ταχύτερες και ποιοτικώτερες διαδικασίες (στο παράδειγμα της μηχανογράφησης εν σχέσει με τα πατροπαράδοτα βιβλία στις επιχειρήσεις, ή της μεθόδου των πολλαπλών επιλογών αντί για τις κλασσικές ερωτήσεις ανάπτυξης στις μαθητικές εξετάσεις).

Οι κρατικές παρεμβάσεις είναι εξόχως απαραίτητες μέσα από α) κοινωνικές επενδύσεις για την παραγωγή χρήσιμων αντικειμένων και της εκπαίδευσης του ανθρώπινου κεφαλαίου, β) παραγωγικές επενδύσεις, ιδιαίτερα εκεί όπου η ιδιωτική τεχνογνωσία υστερεί με την εκμετάλλευση και εμπλοκή των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των μεγάλων κοινωφελών εταιρειών και γ) διαμέσου της αύξησης της καταναλωτικής (ιδιωτικής και συλλογικής δαπάνης) χάρις στην ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών, την εξασφάλιση της εργασίας και των κοινωνικών δικαιωμάτων. Επιπλέον, επείγει η επένδυση στην (μετ)εκπαίδευση του ανθρώπινου κεφαλαίου στη βασική τεχνολογική γνώση και στην εφαρμογή της και  τη διαμόρφωσή του σ’ έναν ex equo ‘συνομιλητή’ της επιχείρησης. Επίσης, στο επίπεδο του βιομηχανικού (;) σχεδιασμού, που θα πρέπει σταδιακά ν’ αντικαταστήσει τη μεταπρατική δραστηριότητα στη χώρα μας (που κάποτε αντιπροσωπευόταν από τις νεκρές πλέον μικρο-βιοτεχνίες, που όμως εξασφάλιζαν την ζήτηση στην αγορά εργασίας—άσχετο το πώς λειτουργούσαν και πως τις αξιοποιούσε το κράτος), θα πρέπει να τεθεί ως κεντρικός άξονας η διεθνής ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, διότι μόνον με τη διεθνή επέκταση μπορεί να παραχθεί το κίνητρο για την τεχνολογική ανανέωση και τη συνεπακόλουθη εκπαίδευση κι ενίσχυση του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Διότι, και τούτος είναι ακριβώς ο πυρήνας της θεωρίας του Μπόμολ για το «κόστος» και τις ασθένειές του, το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι το κινούν αίτιο της οικονομίας. Όχι μόνον στο μόνον επίπεδο της εκπλήρωσης των «αναγκών» όποιο κι εάν είναι το αρχικό κίνητρο, όπως έλεγε κι ο Schumpeter, αλλά κι επειδή η παραγωγικότητα αυτή καθαυτή παραμένει η ίδια—όπως περιγράφει στο διάσημο παράδειγμά του με το έργο για κουαρτέτο εγχόρδων του Μπετόβεν, που χρειάζεται τον ίδιο αριθμό ατόμων, με τις ίδιες ικανότητες, γνώσεις κι αισθήματα, για να εκτελεσθεί το κοντσέρτο τόσο τον 19ο, όσο και τον 20ο αιώνα. Η παραγωγικότητα, όσο κι εάν εξαρτάται σε μέγιστο βαθμό από την τεχνολογία αιχμής, είναι κατ’ απόλυτο βαθμό συναφής με τις θεμελιακές δυνατότητες του ατόμου, τόσο στον χειρισμό, όσο και στη λήψη των αποφάσεων. Η διάπλαση ικανού ανθρώπινου κεφαλαίου, μέσα από τις κοινωνικές παροχές και δυνατότητες και μέσα από την αξιοποίησή του, αποτρέπει την απαξίωση της απαραίτητης εργασιακής δύναμης και νομοτελειακά συμβάλλει στην επαύξηση και ποιοτική άνοδο της ανάπτυξης. Η διαπίστωση τούτη είναι κάτι που ως σήμερα οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν αγνοήσει, είτε στη χειρώτερη περίπτωση εθελοτυφλούν κι αντιμετωπίζουν όχι οραματικά, αλλά στενά λογιστικά, μελετώντας μόνον τις έτοιμες λύσεις των μειώσεων των δαπανών κι όχι την ανάγκη μετατροπής τους σε κερδοφόρα, στο μέλλον, επένδυση.   Εν τέλει η μόνη διέξοδος από την κρίση δεν  είναι η άνοδος των φόρων, η μείωση των αμοιβών, η καταρράκωση του ανέργου, είναι η ποιοτική μεταβολή των παραγόμενων υπηρεσιών και της εργασίας, δεν είναι η εκμετάλλευση του υποκειμένου, αλλά η αξιοποίησή του.