Ο Δημήτρης Μπιάγκης διαβλέπει την μεγάλη ευκαιρία του τουρισμού για την Ελλάδα. Αναφέρεται στην λανθασμένη αντίληψη, που θέλει την ενίσχυση του τουρισμού με δημόσια φροντίδα, να είναι κατά κάποιο τρόπο περιττή!


Για πολλές δεκαετίες ο τουρισμός αποτέλεσε το ισχυρό χαρτί πάνω στο οποίο επένδυσε ετούτη η χώρα. Οι τουριστικές επιχειρήσεις ήταν εκείνες που κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης σήκωσαν το τεράστιο βάρος. Πάλεψαν να κρατήσουν ζωντανή μια οικονομία που έμοιαζε να μην διαθέτει άλλα ισχυρά όπλα στην φαρέτρα της.

Μα είναι γενικώς αποδεκτό, πως σε ελάχιστα σημεία ο τουρισμός αναπτύχθηκε στη βάση ενός στοιχειώδους στρατηγικού σχεδιασμού.

Για δεκαετίες ολόκληρες κυριαρχούσε μια γενικευμένη αντίληψη, ότι η ενίσχυση του τουρισμού με δημόσια φροντίδα είναι κατά κάποιο τρόπο περιττή, οι μεν πόροι είναι ανεξάντλητοι και η τουριστική οικονομία αυτοτροφοδοτούμενη. Οι φυσικές ομορφιές και η πλούσια πολιτιστική κληρονομιά μετέτρεψε την πατρίδα μας σ’ έναν από τους κορυφαίους πόλους έλξης τουριστών.

Το λάθος πρότυπο του οργανωμένου μαζικού τουρισμού

Η ανακάλυψη ετούτου του παραδείσου από τους διακινητές του μαζικού τουρισμού καθιέρωσε τη χώρα μας ως έναν φθηνό και προσιτό προορισμό. Χρηματοδοτήθηκε η δημιουργία φθηνών καταλυμάτων από το σύστημα. Την ίδια στιγμή που η πολιτεία αδιαφορούσε και αδυνατούσε ουσιαστικά να αντεπεξέλθει στην δημιουργία της αντίστοιχης τουριστικής υποδομής.

Το πρότυπο του οργανωμένου μαζικού τουρισμού κυριάρχησε ως η εύκολη λύση επενδύοντας στην προβολή των περίφημων 3S (sea, sun, sand). Ο τουρισμός αναπτύχθηκε άναρχα και άπληστα κυρίως στις παράκτιες και νησιωτικές περιοχές τους καλοκαιρινούς μήνες.

Δημιουργήθηκαν τουριστικά χωριά χωρίς να διαθέτουν τις απαραίτητες υποδομές. Αλλά ούτε και την αναγκαία ταυτότητα με μοναδικό πλεονέκτημα το ότι βρίσκονταν δίπλα στη θάλασσα. Ωστόσο, αυτού του είδους η ανάπτυξη, άρχισε να προκαλεί σοβαρά προβλήματα και η τουριστική δραστηριότητα οδήγησε αρκετές περιοχές στην υπέρβαση της αντοχής του συστήματος.

Νομοτελειακά, το προϊόν μπήκε στη φάση του κορεσμού, παρουσιάζοντας χαρακτηριστικά όπως έντονη εποχικότητα, χαμηλή ποιότητα υποδομών και υπηρεσιών. Προσέλκυση τουριστών χαμηλού εισοδήματος, χαμηλές τιμές, υψηλή εξάρτηση από τους διακινητές.  Χαμηλή πληρότητα, ανεπαρκής εκπαίδευση του δυναμικού, υψηλή χωρική συγκέντρωση.

Δυο άλλα πρότυπα άρχισαν δειλά – δειλά να αναπτύσσονται ως λύση για την ανατροπή αυτής της κατάστασης, παρουσιάζοντας μια διαφορετική αναπτυξιακή προσέγγιση. Πιο επιλεκτική και εξατομικευμένη, με έμφαση στην ποιότητα και όχι στη ποσότητα. Στηριζόμενα στα ειδικά ενδιαφέροντα των τουριστών και στον διαφορετικό τρόπο των διακοπών.  Συγκροτώντας τις ειδικές και εναλλακτικές μορφές τουρισμού που συνδέονται με τις αρχές της αειφόρου ανάπτυξης.

Η τουριστική οικονομία πρέπει να επιβιώσει

Η κρίση της πανδημίας χτύπησε την επιχειρηματικότητα του τουρισμού περισσότερο από κάθε άλλη. Οι επιχειρηματίες και οι εργαζόμενοι βιώνουν μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Ευελπιστώντας να προσαρμοστούν σχετικά γρήγορα στη νέα υγειονομική πραγματικότητα. Ώστε μπορέσουν να περισώσουν ότι μπορεί να διασωθεί από ετούτη τη χαμένη χρονιά, ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν και να σχεδιάσουν με μεγαλύτερη αισιοδοξία την επόμενη που θα είναι κι αυτή δύσκολη.

Πλέον, η θωράκιση της υγείας από την πολιτεία και ο ρόλος της πολιτείας αποδεικνύεται καθοριστικός και συνυφασμένος με το τουριστικό προϊόν. Κι έτσι κατέρρευσε πανηγυρικά το αίολο επιχείρημα της αντίληψης που κυριαρχούσε για ολόκληρες δεκαετίες.

Η τουριστική οικονομία πρέπει να επιβιώσει. Με άμεσα μέτρα στη λογική της μείωσης του λειτουργικού κόστους για τους μήνες της κρίσης, της στήριξης της απασχόλησης. Της εξασφάλισης ρευστότητας και της δυνατότητας γρήγορης «επαναφοράς» μετά την εξομάλυνση της κατάστασης.

Ειδική μέριμνα πρέπει να ληφθεί για τους εργαζομένους του κλάδου. Χωρίς αυτούς δεν υπάρχει τουριστικό προϊόν.

Χρειάζεται να απλωθεί ένα δίχτυ προστασίας γύρω τους με διεύρυνση του ταμείου ανεργίας, απαλλαγές και διευκολύνσεις, αλλά και η θέσπιση από την πολιτεία ειδικών κινήτρων, ώστε να μπορούν όσοι δεν απασχολούνται να επιμορφωθούν στα νέα μέσα και εργαλεία της αγοράς, αλλά και στην εκμάθηση νέων ξένων γλωσσών. Μα αυτά δεν είναι τα μόνα που πρέπει να κάνουμε και δεν είναι αρκετά.

Η κρίση της πανδημίας μπορεί να γίνει η μεγάλη ευκαιρία

Η κρίση της πανδημίας αποτελεί ίσως την καλύτερη ευκαιρία για να μπορέσουμε να εκπονήσουμε ένα νέο τουριστικό στρατηγικό σχέδιο με ορίζοντα δεκαετίας σε στέρεες νέες βάσεις για την υποστήριξη της τουριστικής βιομηχανίας της χώρας.

Να θωρακίσουμε το προϊόν με πρωτοβουλίες, ώστε να ελέγξουμε καλύτερα την αγορά και τους διακινητές της, να ενδυναμώσουμε τον ρόλο του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού που δεν πρέπει να έχει ως μοναδικό του αντικείμενο τη διαφήμιση και προώθηση του προϊόντος αλλά και την τεκμηριωμένη υποστήριξή του, με επιστημονικές μελέτες και αναπτυξιακές προτάσεις για την αναβάθμισή του.

Να δημιουργήσουμε τους απαραίτητους εκείνους μηχανισμούς που θα μας βοηθήσουν να θωρακίσουμε επιτέλους το προϊόν μας και να το διαφυλάξουμε (Επιτροπή Κρίσεων, Δημιουργία Τράπεζας Τουριστικών Επενδύσεων).

Μα κυρίαρχα, να προχωρήσουμε στην εκπόνηση ενός νέου στρατηγικού σχεδίου με όραμα και προοπτική που θα εμπλουτίσει τις δομές και το προϊόν.

Με σεβασμό στο περιβάλλον, με εκμετάλλευση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού, επενδύοντας στα συγκριτικά πλεονεκτήματα του τόπου μας που δεν εξαντλούνται με τον ήλιο, την άμμο και την θάλασσα. Αλλά μπορούν να συνδυάσουν το περιβάλλον με την ιστορία, τον πολιτισμό με την παράδοση και την κουλτούρα της φιλοξενίας που ευδοκιμεί αιώνες σε τούτον τον ευλογημένο τόπο.

Κι αυτή είναι η πρόκληση και η ευκαιρία που καλούμαστε να εκμεταλλευτούμε.

Ένας απαισιόδοξος βλέπει μια καταστροφή σε κάθε ευκαιρία. Ένας αισιόδοξος βλέπει μια ευκαιρία σε κάθε καταστροφή.

Ας εντρυφήσουμε λοιπόν την αισιοδοξία στον κλάδο, όχι με λόγια και υποσχέσεις, αλλά με έργα και ουσιαστικές πρωτοβουλίες.

Προηγούμενο άρθροΣτόχος μας η προστασία των δικαιωμάτων όλων
Επόμενο άρθροΤο ψυχορράγημα της αριστερής ιδεολογικής αυταπάτης
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΙΑΓΚΗΣ
Ζει και εργάζεται ως δικηγόρος στην Κέρκυρα και δηλώνει πως γνωρίζει από πρώτο χέρι τα προβλήματα των νησιών μας. Στις εθνικές εκλογές του Ιουλίου 2019 εξελέγη Βουλευτής Κέρκυρας με το Κίνημα Αλλαγής. Όπως αναφέρει ο ίδιος ... «Λέγεται πως οι άνθρωποι εκκινούν από ιδιοτελή κίνητρα για να ασχοληθούν με την πολιτική. Δεν σας κρύβω ότι έχω και εγώ τα δικά μου: Να δω το μικρό γιο μου, τον Σπύρο, να μεγαλώνει και να δημιουργεί σε ένα τόπο που θα δίνει πραγματικές ευκαιρίες στους ανθρώπους του. Και που με τη δική σας… βοήθεια, θα μπορέσω, ίσως, μια μέρα να του εξομολογηθώ ότι ο πατέρας του συνέβαλλε, με τις μικρές του δυνάμεις, σε αυτό. Το Κίνημα Αλλαγής μου έδωσε την ευκαιρία να κάνω κάτι περισσότερο για τον τόπο μου και τους συμπολίτες μου. Θέλω να μοιραστώ αυτή μου την προσπάθεια μου με όσο το δυνατόν περισσότερους από εσάς. Λίγη σημασία έχει αν έχετε σχέση με την πολιτική. Η αγάπη σας για τον τόπο μας μου είναι αρκετή για να ενώσω τις δυνάμεις μου μαζί σας».

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.