Ίσως φανεί μία παραδοξολογία, ιδίως έπειτα από όσα έχουν συμβεί στις παρελθούσες συνελεύσεις, τις ψηφοφορίες, τις απεργιακές κινητοποιήσεις–και όσα, φευ, μέλλουνε να συμβούν ακόμα–να ισχυρίζεται κανείς πως οι απόψεις δημοσιογράφων–εκφωνητών των εργοδοτικών απόψεων είναι άκρως παραγωγικές.

Εξηγούμαι: εάν αφαιρέσουμε τον ωφελιμισμό των προσωπικών τους κινήτρων, την αήθεια των ελατηρίων τους και τον προκλητικό κυνισμό της στάσης και του περιεχομένου των επιχειρημάτων του, μας επισημαίνουν με τον πλέον εύγλωττο τρόπο την τροπή που έχουν ακολουθήσει οι εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα, όχι μόνον στον χώρο της δημοσιογραφίας, αλλά καθ” όσον τα μέσα επικοινωνίας (θέλουμε να) αποτελούν τον “καθρέπτη” της κοινωνίας, μας καταδεικνύουν το κατά πόσον οι μεταφορντικές πρακτικές απασχόλησης έχουν διεισδύσει κι έχουν διαμορφώσει το εύπλαστο –διότι ποτέ του δεν διεπόταν από κανόνες–υλικό της ελληνικής πραγματικότητας.

Η ολοένα και μεγαλύτερη διασύνδεση των τρόπων παραγωγής με την επικοινωνία, έχει καταστήσει το δημοσιογραφικό επάγγελμα–ως κοινωνού της, προνομιακής, πληροφορίας και φορέα της ενημέρωσης–ταυτόσημο με τον τρόπο εργασίας που απορρέει από τις νέες τούτες τάσεις. Ποιός δεν έχει διαπιστώσει πλέον πως η παραγωγή ενημέρωσης, αλλά και η απασχόληση στον κλάδο, δεν βασίζεται στην επιλεγόμενη just-in-time παραγωγή, που εξαρτάται κι εκπορεύεται από την εκάστοτε “ζήτηση” κι “ανάγκη”;

Εκείνο που προσδίδει αξία στο “κεφάλαιο” δεν είναι πλέον η σωματική εργασία,. αλλά οι γλωσσικές ικανότητες και κατά συνέπειαν ο εργασιακός χρόνος δεν ταυτίζεται με τη φυσική παρουσία στον χώρο, δεν περιορίζεται πλέον στο συγκεκριμένο ωράριο, αλλά εξαπλώνεται χρονο-χωρικά ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο. Άλλωστε η τεχνολογία (κινητά τηλέφωνα, ιντερνέτ, skype) μεταβάλλουν όλην την ημέρα σε εργασιακό χρόνο και οποιοδήποτε σημείο σε χώρο απασχόλησης, και ολάκερη τη ζωή σε “εργοστάσιο”. Ποιός εκ των δημοσιογράφων δεν το αντιλαμβάνεται πως έχει μετατραπεί σε ένα διηνεκές εργαλείο παραγωγής κι ανά πάσα στιγμή; Μήπως δεν έχουν μετατραπεί πλέον στις “γλωσσολογικές μηχανές” (macchine linguistiche) που εύστοχα περιγράφει ο Κριστιάν Μαράτσι (Il posto dei calzini: La svolta linguistica e i suoi effetti nella politica, 1994);

Αυτή η lean production, που μετακυλίνδει το κόστος παραγωγής στη δαπάνη εργασίας, οδηγώντας στο outsourcing των στελεχών, στην κατά περίπτωση και κατ” ανάθεση, πιό φθηνή και περιστασιακή, εργασία, έχει καταστεί κανόνας στο επάγγελμα, υπό το ρητορικό πέπλο της “κινητικότητας”. Το κυρίαρχο συστατικό πάντως σε τούτη τη μεταφορντική μεταφορά της παραγωγής εντοπίζεται στην ραγδαία αυξανόμενη μετατροπή της απασχόλησης σε «δουλική»  παραγωγική εργασία (servility).

Με βάση τούτο το μοντέλο, η απαρέγκλιτη αφοσίωση στους στόχους της επιχείρησης αποτελεί την ανυπέρβλητη αναγκαιότητα. Ο εργαζόμενος οφείλει να υιοθετεί και να εγκλιματίζεται άμεσα (εξ ου χρειάζεται να είναι μία πλήρης “γλωσσική μηχανή” και “δεξιοτέχνης” όπως θα έλεγε ο Π. Βίρνο) με τις αλλαγές ύφους και έκφρασης συμφερόντων της επιχείρησης, ανάλογα προς τις ταλαντεύσεις που προκαλεί η μεταβολή της ζήτησης. Η ταύτιση τούτη στα συμφέροντα επιτάσσει τηνν αύξηση του χρόνου εργασίας, συχνά απλήρωτου, που συχνά εντείνει το παράδοξο του να υπάρχει τόση ανεργία και να υπεραπασχολείται, έως την κατάρρευση, το υπάρχον προσωπικό.

Μέσα σ” αυτό το πλέγμα και το διαπιστώνουμε, φευ, σήμερα όλοι μας, καταρρεέι η κανονιστική ρύθμιση της αγοράς εργασίας, και διατρανώνεται ένας “επιχειρηματικός φεουδαλισμός”, όπως θα έλεγε ο Μαράτσι, στα πλαίσια μίας (τύποις) «δημοκρατίας χωρίς δικαιώματα», όπου χάριν της ενίσχυσης της ισχνής ανάπτυξης θα πρέπει να θυσιασθούν οι προτεραίες, κερδισμένες από αγώνες, εργασιακές συνθήκες. Πλέον οι μισθοί θεωρούνται όχι ως ένα σταθερό μέγεθος, αλλά ως μία προσαρμοζόμενη μεταβλητή στις εκάστοτε οικονομικές πολιτικές και ανάγκες κέρδους, ως το αντίβαρο για την εξισορρόπηση των πληγμάτων που δέχονται οι επιχειρήσεις από τις αγορές και τις σφαλερές επενδύσεις τους.

Μετατρέπονται, όπως είχαμε γράψει παλαιότερα, σε απλές «λειτουργικές δαπάνες». Στο εφεξής, η επιχείρηση δεν αισθάνεται καμμία υποχρέωση να εφαρμόσει μία συμβατική μισθολογία των εργαζομένων της` οι μισθοί «προσωποποιούνται», ανάλογα με τον εργαζόμενο, εξ ου κι η τάση όλων των “εκλεκτών” του Τύπου να ταυτίζονται ασμένως με τα συμφέροντα της εργοδοσίας, με τα προσόντα του εκάστοτε εργαζομένου να μην αντιστοιχούν παρά μόνον σε ένα μικρό και σχετικό ποσοστό των απολαβών του: εκείνο που προκρίνεται είναι ο «ζήλος», η διαθεσιμότητά του κι η εμπλοκή του στην «ευδοκίμηση» της εταιρείας! Η επιδοκιμασία για τα καλά αποτελέσματα πλέον συνδέονται με την απόδοση ενός “μπόνους” (και τούτο πάλι όχι ex ante, βάσει μίας συμβατικής υποχρέωσης, αλλά, αυθαίρετα και μη δεσμευτικά, στα πλαίσια της ευαρέσκειας εκ μέρους της εργοδοσίας προς το πρόσωπο κι όχι το σύνολο), γεγονός που επιτείνει τη «δουλικότητα»: πρέπει να προσπαθήσω να ευχαριστήσω τον εργοδότη για να κερδίσω τα ψίχουλα που ίσως μου δώσει). Μία επιδοκιμασία που όμως δεν είναι μία αδιαβατική διαδικασία, αλλά αποτελεί αναστρέψιμο, ανά πάσα στιγμή, γεγονός: είναι κάτι σαν τις χιμαιρικές ψευδαισθήσεις που γεννά στιγμαία η υπόσχεση ενός «μερίσματος» σε μία, αβέβαια κατά τ” άλλα, επένδυση.

Επιπλέον τούτη η επιδοκιμασία, το μπόνους, όπως κι ο μισθός σε μία εργασιακά απορρυθμισμένο περιβάλλον, είναι υποκείμενο με τη σειρά του στην εξίσωση της προσφοράς-ζήτησης στην αγορά, που με τη σειρά της εξαρτάται κατά το μέγιστο βαθμό από την προσωποποιημένη, εξατομικευμένη, ιδιωτικοποιημένη και συνεπώς δουλοπρεπή εργασία. Αυτή πλέον δεν έχει ως χαρακτηριστικό της, είναι πασιφανές στον κλάδο, την αντικειμενική αξία των προσόντων, αλλά κατ” αύξοντα τρόπο βασίζεται στις προσωπικές σχέσεις και στις προσωπικές αναθέσεις, που παρουσιάζονται ως «υπηρεσίες προς το πρόσωπο αυτό»: ο εργαζόμενος αισθάνεται πως ο εργοδότης του κάνει χάρη, τον εμπιστεύεται, και για τούτο θα πρέπει να του παραδωθεί ψυχή τε και σώματι…..

Κάποτε, και η Βεμπεριανή ανάλυση το εντοπίζει επακριβώς, ήταν υπαρκτή η διάκριση ανάμεσα στη “γλώσσα” του επιχειρηματία και σ” αυτήν του πολιτικού –και ως αντανάκλαση του τελευταίου και του δημοσιογράφου. Άπαξ και στο μεταφορντικό πλαίσιο παραγωγής, η πολιτική συμφύρεται με τα επιχειρηματικά συμφέροντα στον βαθμό όχι μόνον της ταύτισης, αλλά της πλήρους υπαγωγής της, ταυτόσημη έχει γίνει και η έκφραση πολιτικής-επιχειρηματιών και η μεταγωγή της στην δημοσιογραφική εκφορά.  Είναι γεγονός πως σήμερα το είδος της γλώσσας που χρησιμοποιείται σε κάθε επιχείρηση καθορίζει και την οργάνωσή της και φυσικά την παραγωγή της–ιδίως στις τελευταίες δεκαετίες που το μοντέλο παραγωγής έχει μετατοπισθεί από το κατασκευάζειν απλώς και μόνον  οντολογικώς “πυκνά” υλικά αγαθά στην εφεύρεση και υλοποίηση υπηρεσιών και συναφών παροχών. Αυτό παράγει την ανάγκη για τη διαμόρφωση μίας λογικο-τυπικής γλώσσας, η οποία θα είναι όσο το δυνατόν πιό ξερή κι απογυμνωμένη ώστε να συνταιριάζεται με οποιοδήποτε προϊόν και τη γοργά μεταβαλλόμενη μορφή του.

Δημοσιογραφικά, με τον ίδιο τρόπο και προβολή αντιμετωπίζεται ένα κοινωνικό γεγονός, μία οικονομική συγκυρία, ένα αστυνομικό συμβάν, εξισούμενα στη “ρευστότητα” του εναλασσόμενου ενδιαφέροντος ανάλογα με τη βαρύτητα που προκαταβολικά αποδίδουμε στην είδηση.

Οι εξουσίες πλέον τάχιστα βαδίζουν προς τη δημιουργία ιεραρχημένων δομών επί τη βάσει της διεθνοποιημένης πρόσβασης στην “ιδιοκτησία της γνώσης” , των οποίων τα κόστη έχουν μία αποφασιστική σημασία για τον καθορισμό των σχετικών τιμών και των κερδών των παραγόμενων (και παρεχομένων) αγαθών κι υπηρεσιών. Πλέον, πνευματικά δικαιώματα, ιδέες, και εμπιστευτικές πληροφορίες, αποτελούν το διακύβευμα όλων των συναλλαγών με κύριο συστατικό την ταχύτητα μετάδοσής τους. Για τούτο, από δεκαετίες η προνομιακή επένδυση των αγορών και των επιχειρήσεων σε διεθνή κλίμακα εστιάζεται στα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα απανταχού του κόσμου (όλοι βλέπουμε σήμερα τον “κερδοσκοπικό” και καιροσκοπικό ρόλο που παίζει το πρακτορείο Ρόιτερς υπέρ των αγορών στην τωρινή κρίση, αλλά και τους ενθαδικούς εκδότες πως επεμβαίνουν μέσω της εστιασμένης ειδησεογραφίας στην κατάσταση).

Οι δημοσιογράφοι θέλησαν να καταλάβουν τη θέση που κάποτε είχε πλάι στην εξουσία η θρησκεία κι οι λειτουργοί της: ιερουργοί κι ιεροφάντες, που διαιώνιζαν την τυφλή υπακοή στο ένα και μοναδικό σύστημα και τις αξίες του. Γι” αυτό κι ο ιδιαίτερος «Καισαροπαπισμός», που ενίοτε και με κάθε μέσο –ακόμη και μ” αποκαλύψεις εναντίον όσων ίσαμε τη στιγμή εκείνη υπηρετούσαν, προκειμένου ν” αποκαταστήσουν την  προτεραία ιδιαίτερη σχέση τους– διεκδικούσαν: ήθελαν να μοιράζονται μεγαλύτερο μερίδιο, όχι τόσο στη λήψη αποφάσεων, όσο στον έλεγχο του υπόλοιπου –κοινωνικού, κι εν προκειμενω επαγγελματικού–συνόλου.

Παλαιότερα, η δημοσιογραφία λειτουργούσε ως το καταφύγιο, η μόνη πρόσοδος του βίου, για τους διανοουμένους, που δεν μπορούσανε μ” άλλον τρόπο να συντηρηθούν. Σήμερα, η κατάσταση –ιδίως και μετά την αύξουσα εξειδίκευση της γνώσης και της ακαδημαϊκής έρευνας–η δημοσιογραφία έχει γίνει το άσυλο όσων ουδέποτε θα μπορούσανε να ακολουθήσουν μίαν πραγματική κι ουσιαστική ακαδημαϊκή, ή επαγγελματική, σταδιοδρομία στο αντικείμενο των σπουδών τους. Εξ ου, η αυχμηρή, προσποιητή εμβρίθεια, κι ο τεχνητός σχολαστικισμός τους, που καταντά γελοίος με την ακινησία του σ” απολιθωμένες εκφράσεις, που παραμένει τυφλός στην υφολογική και λεκτική καινοτομία.

Έξω από το αυτοσυντήρητο σύστημά τους, όλοι τούτοι μνέσκουν ακυβέρνητοι, γυμνοί από ιδέες και κοσμοθεωρίες, μουγγοί από προσωπική έκφραση και γλωσσικό πλούτο. Είναι παραδομένοι στην ουτιδανή και τυποποιημένη, ασφυκτική, θέση που έχουν προκαθορίσει οι αράδες των στηλών, τα περιορισμένα λεπτά του ραδιοτηλεοπτικού χρόνου.Ολάκερη η ζωή τους είναι σμιλεμένη, προλειασμένη, να χωρεί σ” αυτά τ” ασφυκτικά πλαίσια, που υπακούει μόνον –και τούτο μέσω της ολοκληρωτικής παράδοσης και των εκφορέων της–στην ανάγκη της, κατά Γκράμσι, οργάνωσης της «πελατείας» των αναγνωστών-θεατών/ακροατών τους.

Διαπιστώνουμε πως και πόσο, ακόμη και σήμερα, που η απομυθοποίηση, απαλλοτρίωση κι αποκαθήλωσή τους φθάνει ώσαμε την πλήρη εκμηδένισή τους, οι δημοσιογράφοι πασχίζουνε να συντηρήσουνε την επινοημένη θέση τους ως «τεχνικοί διανοούμενοι», ως oργανικά στοιχεία της συγκεκριμένης εξουσίας, που τους επέβαλε σε μία δεδομένη συγκυρία και διαδικασία ανόδου κι επικράτησής του, ώστε «να τους εμπιστευθεί» για να οργανώσουν, παγιώσουν και νομιμοποιήσουν καλλίτερα όλες τις υπόλοιπες υποθέσεις εξωτερικά της επιχείρησης και της παραγωγής. Είναι κοντολογίς, οι comessi, οι υπάλληλοι, οι  impiegati spacializzati, οι εξειδικευμένοι εργαζόμενοι, που αναφέρει στο μνημειώδες του «Οι Διανοούμενοι» ο Γκράμσι.

Οι διανοούμενοι, κι αναρωτιέμαι εάν θα έπρεπε να τοποθετήσουμε μεταξύ αυτών και τους δημοσιογράφους, που καίτοι θέσει καλύπτουν στη σημερινή μεταφορντική κατάσταση τούτη τη λειτουργία, είναι οι «υπάλληλοι» της κυρίαρχης ομάδας, μέσω της εξάσκησης των υφισταμένων λειτουργιών (funzioni subalterne) της κοινωνικής ηγεμονίας, στο πλαίσιο μίας ιεράρχησης των λειτουργιών της τάξης των διανοουμένων, οι οποίες καθορίζουν και την «οργανικότητά» τους στο σύστημα. Και τούτο, με τη συμμετοχή τους στα δύο επίπεδα της «υπερδομής», α) της “πολιτειακής κοινωνίας” (societa” civile) , που εμπεριέχει τους «ιδιωτικούς» οργανισμούς (τους) και β) της «πολιτικής κοινωνίας», ή του «κράτους», που αντιστοιχούνε αμφότερες στην «ηγεμονία» που ασκεί η κυρίαρχη ομάδα και στην «άμεση κυριαρχία» που ασκεί το κράτος μέσω της «νομοδικαστικής διακυβέρνησης», όπου στην οποία η γιγάντωση και η διαπλοκή των μέσων ενημέρωσης έχει διευκολύνει την παρέμβαση των «ηγεμονευόντων».

Πρόκειται στην ουσία, για τον τελευταίο σπασμό της τάξης αυτής των «οργανικών υπαλλήλων», που πασχίζουνε ν” αποδείξουν πως έχουν ακόμη τη δυνατότητα και την ικανότητα να υπηρετήσουν τ” αφεντικό τους, αρκεί να διατηρήσουν τα προνόμιά τους.   Οι δημοσιογράφοι θέλησαν να καταλάβουν τη θέση που κάποτε είχε πλάι στην εξουσία η θρησκεία κι οι λειτουργοί της: ιερουργοί κι ιεροφάντες, που διαιώνιζαν την τυφλή υπακοή στο ένα και μοναδικό σύστημα και τις αξίες του. Γι” αυτό κι ο ιδιαίτερος «Καισαροπαπισμός», που ενίοτε και με κάθε μέσο –ακόμη και μ” αποκαλύψεις εναντίον όσων ίσαμε τη στιγμή εκείνη υπηρετούσαν, προκειμένου ν” αποκαταστήσουν την  προτεραία ιδιαίτερη σχέση τους– διεκδικούσαν: ήθελαν να μοιράζονται μεγαλύτερο μερίδιο, όχι τόσο στη λήψη αποφάσεων, όσο στον έλεγχο του υπόλοιπου –κοινωνικού, κι εν προκειμενω επαγγελματικού–συνόλου.

Βέβαια είναι τραγικό να διαπιστώνει κανείς πως ο δημοσιογραφικός κλάδος δεν κατορθώνει, για μία φορά ακόμη, να διαμορφώσει μία αμιγή στάση απέναντι στα θεώρατα προβλήματα, που κίνδυνος υπάρχει να μας κατεδαφίσουν. Τραγικώτερη όμως όλων είναι η διαπίστωση ότι μέγα τμήμα του κλάδου αυτού βρίσκεται συντεταγμένο –θέλετε εξ ανάγκης, επειδή καταναγκάζεται από τα πιεστικά δεδομένα εντός του χώρου της εργασίας, θέλετε εκ πεποιθήσεως (sic)–με την αντίπαλη πλευρά και δείχνει μάλιστα εμφανέστατα μιαν ανατριχιαστική ευχαρίστηση να το κάνει. Δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που την επαύριο των παρελθουσών κρισίμων ψηφοφοριών θριαμβολογούσαν καγχαστικά, επέχαιραν για το “ταπεινωτικό” για τον κλάδο αποτέλεσμα, σχολίαζαν περιπαικτικά το «πως είναι δυνατόν η πλειοψηφία να συντάσσεται με τους εργοδότες» και κλείνοντας το μάτι ειρωνεύονταν πως «θα πρέπει η ΕΣΗΕΑ να καταγγείλει τούτην την πλειοψηφία». Είναι, τωόντι, λυπηρό να βλέπει κανείς συναδέλφους τόσο αλλοτριωμένους, τόσο θεληματικά εθελότυφλους κι εγωϊστές, να είναι έτοιμοι ν” αποτελέσουν την Πέμπτη Φάλαγγα, υποσκάπτοντας κάθε διάθεση διεκδίκησης και υπηρετώντας εκείνους που εν τέλει θα κατασκάψουν το επάγγελμα, απλώς γιατί πιστεύουν πως εκείνοι προσωπικά θα διασωθούν, θα επιπλεύσουν και θ” αποζημιωθούνε για την λαμπρή, γενναία και “συνεπή” στάση τους. Φευ!

Τούτη η ταύτιση, εν πολλοίς, οφείλεται στην “ψευδή συνείδηση”, πως επειδή συνομιλούν άμεσα με τ” αφεντικά, μπορούνε και ταυτόχρονα την κρίσιμη στιγμή να συνδιαλλαγούν μαζύ τους επί ίσοις όροις` ή ακόμη χειρότερα έχουν πλάσει στο μυαλό τους τη φενάκη και κολακεύονται πως ήδη έχουν εξισωθεί μαζύ τους, πως μοιράζονται τα «οράματά» τους για μία δημοσιογραφία του «μέλλοντος». Για τον λόγο τούτο επικαλούνται και το “τρανό” παράδειγμα του Στιβ Τζομπς της Apple και τις καινοτομίες του–που όμως έχουν οδηγήσει την επιχείρηση εκτός των ΗΠΑ και ήκιστα έχουνε συμβάλλει στην παραγωγή “εγκεφάλων” στη χώρα του (σχετικό δημοσίευμα στην Il Sole -24 Ore με τίτλο «Cara America»). Έχουνε, κοντολογίς, δημιουργήσει στον εαυτό τους την εντύπωση πως ανήκουν σε μία υψηλώτερη βαθμίδα δημοσιογράφων, διότι απλώς εργάζονται εκεί, διότι τους εμπιστεύονται στήλες επί στηλών κι εκπομπές επί εκπομπών, γιατί είναι απλοί είλωτες, χωμένοι στα γραφεία τους από τα οποία δεν οραματίζονται να βγουν, θεωρώντας ότι από εκεί θε” να αρθούν στα κράσπεδα της «αναγνώρισης», του «πλούτου», κυρίως της «υπεροχής» και της «δύναμης».

Εν ολίγοις, συμπεριφέρονται σαν τους πλούσιους Γερμανοεβραίους κατά την άνοδο του Χίτλερ, που δεν ανησυχούσαν γιατί σφαλερά πίστευαν ότι πλέον έχουν αφομοιωθεί, ότι τους έχουν αποδεχθεί και τους τιμούν. Μάλιστα, υποτιμούσαν και τους ομόθρησκούς τους για την κακομοιριά τους να παραμένουν χωρίς φιλοδοξίες, όνειρα, κλεισμένοι στα γκέτο, δίχως έγνοια να «προοδεύσουν», να «εξανθρωπισθούν» και ν” ανέβουν κοινωνικά: όλοι μας, θαρρώ, γνωρίζουμε τη συνέχεια. Όπως όλοι γνωρίζουμε και τις τύχες όσων στον σηκωμό του ’21 πίστευαν πως έπρεπε να συνομιλήσουμε με τον Τούρκο, να μην τον εξαγριώσουμε κι έσπευσαν να δείξουν την ιθυφροσύνη τους καταδικάζοντας την Επανάσταση–το τέλος των Γρηγορίων Ε” μας είναι γνωστό (βέβαια τούτος, γι” άλλους λόγους, ανακηρύχθηκε αργότερα ήρωας. Πλην όμως αναμφισβήτητο ιστορικά γεγονός παραμένει ότι απαγχονίσθηκε από τ΄αφεντικά του).

Αλλά λησμόνησα: η πίστη στο μέλλον απαιτεί θυσίες κι αναγκάζει να φιλήσουμε το χέρι όσων μας ραπίζουν γιατί είναι οι «πεφωτισμένοι» επιχειρηματίες, οι Σλουμπετεριανοί «ημίθεοι» επαγγελματίες-επενδυτές, είναι εκείνοι που θα μας οδηγήσουν στην πρόοδο (όπως ακριβώς το έπρατταν όλα τούτα τα χρόνια και με τις κρύφιες πρακτικές τους, τις συνδιαλλαγές τους, τα θαλασσοδάνεια και τη συνάφεια με την εξουσία–όσα μας έφεραν στην τωρινή θέση).

Βέβαια, όμως, όλοι τούτοι στο τέλος, κατηφείς μεν, ευπειθείς δε, αποδέχονται τις μειώσεις που τους επιβάλλουν οι «συνομιλητές» τους σε τούτην την «ανώτερη περιωπή». Το λένε άλλωστε απερίφραστα: «τι θέλετε εσείς; να βάλλει ο άνθρωπος από την περιουσία που σόδιασε τόσα χρόνια για να σώσει το “μαγαζί” κι εσάς;» Όχι φυσικα: ας βάλλουμε εμείς για να έχει το μαγαζί και να μπορεί να μας κόβει, να μας διώχνει (τους άλλους δηλ. κι όχι εμάς). Βέβαια, πλείστοι εξ αυτών έχουν την πολυτέλεια μίας δεύτερης (και τρίτης και τέταρτης) δουλειάς–συχνά δε και σε κρατικά μέσα, τα οποία δεν χάνουν την ευκαιρία να κατακρίνουν και να υποβαθμίζουν, για να γίνουν αρεστοί στον “πλειοδότη”, ιδιώτη, εργοδότη τους.

Ωστόσο, τι μέλλει να πράξουν αυτοί όταν οι εργοδότες επιβάλλουν τη βούλησή τους για μία και μοναδική απασχόληση; Τι θα επιλέξουν; Πόσα είναι διατεθειμένοι να χάσουν; Θα επιλέξουν άραγε την βεβαιότητα ενός κρατικού μέσου, ή τη σιγουριά όσων βοήθησαν να μειώσουν, να απολύσουν, καταναγκάσουν, χάρις στους “αγώνες”  με «ανοικτά μαγαζιά» και «διάλογο»; Αστειότητες, θα μου απαντήσει κάποιος: όταν αναγνωρισμένα ένας έχει πράξει το «καλό» αμοίβεται. Θα κρατήσουν και τις δύο και τρεις δουλειές τους–άλλωστε πιστεύουν πως κάποια από τα κρατικά μέσα θα περάσουν αργά, ή γρήγορα στα χέρια των εργοδοτών τους–και όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου καθίσουν εκ δεξιών του πατρός και θα κρίνουν μαζύ του τους απολωλότες.

Βεβαίως, στην πρόταση των συναδέλφων υπάρχει η αντίφαση: πότε στ” «ανοικτά» μαγαζιά τους υπερασπίσθηκαν, προτάσσοντας τον εαυτό τους οι ίδιοι για να συνομιλήσουν και να διεκδικήσουν χάριν των προς απόλυση συναδέλφων τους; Πώς βοήθησαν, πώς παρενέβησαν; Ή απλώς επιχειρηματολόγησαν «γιατί να είναι οι δημοσιογράφοι (όχι εκείνοι βέβαια, αλλά οι υπόλοιποι, με τη μία δουλειά) διαφορετικοί από τους άλλους εργαζομένους; Απρόσβλητο επιχείρημα, όντως, κι αποστομωτικό…

Δυστυχώς γι’αυτούς, οι «τρανοί» άνθρωποι δεν υποσκελίζονται σταδιακά, αλλά πέφτουν απότομα και βαρύγδουπα και μάλιστα από το χέρι εκείνου που κάποτε στήριζαν: λησμονούν πως σε τούτο το επάγγελμα τα πάντα, οι πάντες, είναι αναλώσιμοι. Αλλά και πάλι, όταν ζυγώσει η καταστροφή, οι ίδοι μπορεί όπως κι άλλοι να ψελλίσουν: «εγώ δεν ήξαιρα τότε, εργαζόμουν …….»

Previous articleΑΛΛΟ ΠΑΡΑΤΑΣΗ …ΑΛΛΟ ΕΠΑΝΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ
Next articleΜΗΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟ ΠΑΣΟΚ;
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ
Ο Γιώργης είναι ποιητής και κριτικός τέχνης. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Μετά τις σπουδές Πολιτικού Μηχανικού, Φιλοσοφίας, Κοινωνιογλωσσολογίας, Ελληνικού Πολιτισμού, δίδαξε Αισθητική, Πολιτική Φιλοσοφία και Μεθόδους Κριτικής στην Ιταλία (Σχολή Καλών Τεχνών Μιλάνου, Παν/μιο Βίγο Ισπανία, Πάντειο). Έχει δημοσιεύσει τρεις ποιητικές συλλογές στην Ελλάδα, και δύο στην Ιταλία (όπου βραβεύθηκε το 2006 με το εθνικό βραβείο Ποίησης Astrolabio στην Πίζα) και συμμετάσχει με κείμενα σε πολλά περιοδικά και διεθνή συνέδρια. Ως θεωρητικός έχει διοργανώσει λίγες, πλην όμως σημαντικές, μεγάλες εικαστικές εκθέσεις σε Ελλάδα και Εξωτερικό. Συγγραφέας βασικών κειμένων σε πλείστους καταλόγους τέχνης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, μεταφραστής πολλών βιβλίων από 9 γλώσσες (τελευταίο "Η Γραμματική του Πλήθους" του Πάολο Βίρνο, εκδόσεις Αλεξάνδρεια).

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.