Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017
η διελκυστινδα τησ λιβυησ στο μεταιχμιο

Η ΔΙΕΛΚΥΣΤΙΝΔΑ ΤΗΣ ΛΙΒΥΗΣ ΣΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

του ΣΤΕΛΙΟΥ ΑΛΕΙΦΑΝΤΗ

Ένας εμφύλιος πόλεμος, δύο παράλληλες στρατιωτικές επιχειρήσεις, μια άτυπη διπλωματική δραστηριότητα με στόχο να πεισθεί ο Καντάφι να παραδώσει την εξουσία σε μια χώρα με περιορισμένη γεω-στρατηγική σημασία αλλά με σημαντικά πετρελαϊκά αποθέματα και πολλούς επίδοξους οικονομικούς μνηστήρες της «επόμενης μέρας».

Η «επόμενη μέρα» έχει την δική της «Οδύσσεια» και επειδή ποτέ αεροπορικές επιθέσεις δεν κέρδισαν πολέμους, οι χερσαίες επιχειρήσεις επαγγελματικών στρατιωτικών μονάδων ελίτ (μισθοφόρων ή μη) αναμένεται μοιραία να δράσουν εντός του συνασπισμού των ανταρτών, να τους εξοπλίσουν, κατευθύνουν, συντονίσουν και να κερδίσουν για λογαριασμό τους όποιες χερσαίες επιχειρήσεις αδυνατούν λόγω απειρίας αυτοί να κερδίσουν.

Όπως όλα τα αραβικά αυταρχικά καθεστώτα που αντιμετώπισαν τα κινήματα δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, έτσι και το ιδιόρρυθμο καθεστώς Καντάφι αιφνιδιάστηκε από τις εξελίξεις, αντέδρασε με βίαιη καταστολή, μη υπολογίζοντας την αντίδραση του διεθνούς παράγοντα. Μοιράζοντας συμβόλαια εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων της χώρας και εγκαταλείποντας την αντι-δυτική ρητορεία και πρακτική του, το καθεστώς Καντάφι εφησύχασε πιστεύοντας ότι είχε πετύχει την μετάβαση του στην μεταψυχροπολεμική εποχή. Καθώς τα σύννεφα της διεθνούς αντίδρασης μαζεύονταν πάνω από την χώρα, το καθεστώς κατέφυγε σ’ έναν αγώνα δρόμου ανακατάληψης της ανατολικής Λιβύης που τον έφερε στα πρόθυρα της Βεγγάζης, αλλά παράλληλα επέσπευσε τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Προφανώς ούτε ο Καντάφι, ούτε οι αντι-καθεστωτικοί, ούτε ισχυροί διεθνείς κύκλοι θέλησαν να αξιοποιήσουν τα διπλωματικά περιθώρια ενός συμβιβασμού, που θα ήταν εφικτός εάν ο Καντάφι αντιλαμβανόταν ότι έφτασε το «τέλος εποχής» του.

Ο ΟΗΕ, με την κάλυψη του Αραβικού Συνδέσμου, πρόκρινε ναυτικό και αεροπορικό αποκλεισμό, τον οποίο η Γαλλία και Αγγλία ερμηνεύουν με τέτοιο τρόπο ώστε μονομερώς να παρέχουν εγγύς αεροπορική υποστήριξη στις ανανεωμένες χερσαίες επιθέσεις των ανταρτών. Το ΝΑΤΟ με βάση ένα ελάχιστο κοινό παρονομαστή περιορίζεται σε εναέρια και ναυτική επιτήρηση και πιθανόν θα αποτελέσει, εφόσον χρειαστεί, τον επιχειρησιακό βραχίονα μιας ειρηνευτικής αποστολής από κοινού με αραβικές συνιστώσες για την σταθεροποίηση της κατάστασης στην μετά Καντάφι εποχή.

Ο ταχύς τερματισμός του πολέμου εξακολουθεί να είναι ζητούμενο για τις διεθνείς δυνάμεις, ωστόσο εναπόκειται στον Καντάφι να κρίνει ότι η παράταση της σύγκρουσης απλά καθιστά ολοένα και δυσκολότερη την διαπραγμάτευση της αποχώρησης του. Η επίκληση Καντάφι μιας διαμεσολάβησης από δυνάμεις όπως η Γερμανία, η Ρωσία, η Κίνα μπορούν να συνεισφέρον στην εγκαθίδρυση μιας μεταβατικής κυβέρνησης θέτοντας τέρμα στο καθεστώς του και στην αιματοχυσία. Το Λονδίνο φαίνεται τόσο τον έλεγχο διπλωματικών εξελίξεων όσο και τον έλεγχο της πορείας της κρίσης, ενώ το καθεστώς επιχειρεί να διευρύνει το διπλωματικό πεδίο με ανοίγματα σε Ελλάδα και Τουρκία, οι οποίες ωστόσο δεν έχουν το ειδικό βάρος μιας Ουάσιγκτον, Μόσχας ή Βερολίνου.

Ο Μπάρακ Ομπάμα επέδειξε συστηματική αυτοσυγκράτηση, αφήνοντας την πρωτοβουλία στους αγγλο-γάλλους, προκειμένου να διατηρήσει την βασική κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής του, δηλαδή της βαθμιαίας αποχώρησης από το Ιράκ, της προσπάθειας εξεύρεσης λύσης απεμπλοκής από το Αφγανιστάν και της επικέντρωσης της προσοχής στις συνέπειες των δημοκρατικών προκλήσεων του αραβικού κόσμου, όπου έχουν πραγματική γεωστρατηγική αξία, δηλαδή στην Αίγυπτο και στην Σαουδική Αραβία. Ο Νικολά Σαρκοζί επέλεξε για λόγους εσωτερικής πολιτικής και ενδο-ευρωπαϊκών ισορροπιών να λάβει το ρίσκο της στρατιωτικής επέμβασης που μέχρι στιγμής έχει μόνο πολιτικό κόστος για αυτόν και μαζί με το Λονδίνο επιδιώκει να έχει επιρροή στις διευθετήσεις της «επόμενης μέρας». Αντίθετα, η Γερμανία επιλέγοντας την μη-εμπλοκή φαίνεται να δίνει έμφαση στην διατήρηση των οικονομικών σχέσεων με την Ρωσία, η οποία μαζί με την Κίνα διαπραγματεύτηκαν με τους δυτικούς εταίρους τους την αποχή στο Συμβούλιο Ασφαλείας και τηρούν πλέον στάση αναμονής. Ελλάδα και Τουρκίας ακολουθούν για τους δικούς τους λόγους μια προσεκτική προσέγγιση στα όρια της «μη-εμπλοκής», παραμένοντας στο περιθώριο των άμεσων στρατιωτικών συγκρούσεων και στην ανάγκη διπλωματικής διεξόδου για την επίτευξη της μετά-Καντάφι εποχής.

Αυτό το ασύμμετρο «διπλωματικό πόκερ», σημείο των καιρών ενός πολυκεντρικού συστήματος, αποτελεί από μόνο του συνιστώσα διεθνούς αστάθειας και ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικής ύφεσης και κρίσης σαν αυτή που μαστίζει την ευρω-ζώνη, οι μικρότερες δυνάμεις – όπως η Ελλάδα – απαιτείται να επιδεικνύουν διπλωματική επαγρύπνηση και ετοιμότητα αντιδράσεων, τα οποία μπορούν να εξασφαλίσουν μόνο η εσωτερική πολιτική σταθερότητα και η σαφή επίγνωση κινδύνων που αφορούν θεμελιώδη εθνικά συμφέροντα. Η «επόμενη μέρα» στην Λιβύη εξακολουθεί είναι υποκείμενη της πολιτικο-στρατιωτικής διελκυστίνδας, αντίθετα η «επόμενη μέρα» για την χώρα μας εδράζεται στην αυτοπεποίθηση μιας χειραφετημένης πολιτικής ασφάλειας.