Ο Αθανάσιος Παπανδρόπουλος εκτιμά ότι η δημοσιογραφία δεν θα πεθάνει. Παρά τις αλλαγές δεν έχει χάσει την αξία της. Αντίθετα καθίσταται περισσότερο πολύτιμη καθώς αποτελεί το τελευταίο οχυρό της γενίκευσης στην εποχή της εξειδίκευσης. 


Πολλά πρόσφατα δραματικά γεγονότα, είτε είναι τρομοκρατικές ενέργειες, είτε είναι φυσικές καταστροφές, φέρνουν στο προσκήνιο και νέες μορφές δημοσιογραφίας. Αυτές που όλο και περισσότερο θα μπαίνουν στη ζωή των πολιτών. Kαι ως εκ τούτου θα μεταβάλλουν το επικοινωνιακό τοπίο.

Από αυτή την οπτική γωνία, έτσι αν δούμε τα γεγονότα, γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι οι πρώτες αναφορές σε αυτά, στην πράξη καταγράφονται σε ιστοσελίδες και ιστολόγια προέρχονται δε από ανθρώπους που βιώνουν το συγκεκριμένο συμβάν. Και οι άνθρωποι αυτοί, με τη χρήση κινητών τηλεφώνων και όχι μόνον, στέλνουν και αναρτούν σε συναφείς ιστοσελίδες αυτά τα οποία κατέγραψαν. Έως ότου γίνουν «viral» μέχρι δηλαδή στην πράξη, αξιοποιηθούν από τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης.

Μια νέα δημοσιογραφία

Είναι ξεκάθαρο έτσι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μία νέα δημοσιογραφία. Μια δημοσιογραφία χωρίς ιεραρχίες. Όπου ο καθένας είναι κύριος του εαυτού του, συμμετέχοντας ταυτόχρονα και σε μια διαδικασία ενημέρωσης. Πρόκειται για μια νέα εξέλιξη που κάποιοι ακόμη και σήμερα αρνούνται να δουν και να ερευνήσουν σε βάθος. Τα γεγονότα ωστόσο είναι πεισματάρικα. 

Ο τρόπος της δημοσιογραφικής πρακτικής και γραφής αλλάζει με την κυριαρχία πιο άμεσων και πιο προσωποποιημένων κειμένων. Κείμενα που συχνά δεν συμβαδίζουν με τις παραδοσιακές αξίες της αντικειμενικότητας, της ερμηνείας και της απόστασης από τα γεγονότα. Έτσι, η δημοσιογραφία σταδιακά μετατρέπεται σε μια πολυφωνική, ανοικτή διαδικασία με τα κείμενα κατασκευασμένα ως έναν βαθμό από κοινού με τους επισκέπτες των ιστολογιών.

Πολλοί μάλιστα μελετητές της επικοινωνίας και δημοσιογράφοι υποστηρίζουν ότι το διαδίκτυο έχει επιφέρει αλλαγές στις δομές και στους ρόλους της δημοσιογραφίας, καθώς στο νέο ενημερωτικό οικοσύστημα οι ειδήσεις μετατρέπονται σε μια συμμετοχική δραστηριότητα. Το δε κοινό πλέον είναι σε θέση να συνεισφέρει τις δικές του μαρτυρίες και αντιδράσεις σε σχέση με τα γεγονότα.

«Σε τελική ανάλυση, οι ειδήσεις εξελίσσονται σε κοινωνική εμπειρία» υποστηρίζει ο καθηγητής και αρθρογράφος Στέλιος Παπαθανασόπουλος. Αναρωτιέται σε, πολύ σωστά εάν σήμερα η δημοσιογραφία τελικά καταλήγει να αποτελεί ένα είδος «καφενείου» όπου όλοι λένε τη γνώμη τους και στην πράξη αυτό-αναφέρονται.

Είναι περιττή η δημοσιογραφία;

Κι αν κάτι τέτοιο ισχύει, το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι εάν η δημοσιογραφία στις μέρες μας καθίσταται περιττή και ως επάγγελμα ή και λειτούργημα καταρρέει. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης ισχυρίζονται ότι η μετατόπιση από τα έντυπα στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης δεν βοηθά το επάγγελμα, καθώς η τηλεόραση προτιμά απλά προβλήματα και σύντομες αναφορές και το Διαδίκτυο τις 190 λέξεις το πολύ.

Επίσης, οι νέες τεχνολογίες έχουν συμβάλλει στην έκρηξη των πληροφοριών (π.χ., παράγονται περισσότερες πληροφορίες και αυξάνεται η δυνατότητα πρόσβασης στις πηγές της πληροφορίας, όπως τις τράπεζες δεδομένων) με αποτέλεσμα να μειώνεται η εμβέλεια της δημοσιογραφίας. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Η ταχύτητα με την οποία η ενημέρωση διακινείται στη σύγχρονη κοινωνία αυξάνεται σταθερά. Για τον δημοσιογράφο, η γρήγορη κάλυψη σημαίνει λιγότερο χρόνο για την επιλογή και την επεξεργασία της είδησης.

Επιπλέον, η χρονική διαφορά ανάμεσα στο γεγονός και στην κάλυψη μειώνεται. Ακόμη, οι δημοσιογράφοι έχουν στη διάθεση τους λιγότερο χρόνο για να ερευνήσουν ένα θέμα. Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι οι δημοσιογράφοι δίνουν, πλέον, προτεραιότητα στην ταχύτητα και στη «διάδραση». Οι ειδήσεις στο Διαδίκτυο πρέπει να ανανεώνονται διαρκώς (καθώς πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν οι επισκέψεις και τα κλικ στην ιστοσελίδα) κι αυτό πρέπει να γίνεται με ταχείς ρυθμούς.

Δημοσιογραφία σε αναζήτηση νέου ρόλου

Πρόκειται, δηλαδή, για μια συνθήκη που επηρεάζει το περιεχόμενο της δημοσιογραφικής εργασίας πόσο μάλλον της δημοσιογραφικής έρευνας, της κριτικής ανάλυσης και της ερμηνείας. Επίσης, όλο και πιο συχνά η άποψη της κοινής γνώμης αναζητείται μέσα από τις αυτοματοποιημένες έρευνες δημοσκόπησης, ενώ η μέση διάρκεια ζωής των δημόσιων θεμάτων μειώνεται. Παράλληλα, η ανάπτυξη ενός παγκόσμιου επικοινωνιακού συστήματος δημιουργεί επίσης νέα διλήμματα και προβλήματα. 

Στην ψηφιακή εποχή, η δημοσιογραφία πρέπει και πάλι να αναζητήσει τη θέση της σε μία κοινωνία που αλλάζει. Μια κοινωνία που είναι ανοικτή, περισσότερο εξαρτώμενη από τα Μέσα, διεθνοποιημένη και τα μέλη της είναι σχετικά καλά μορφωμένα, αλλά πλέον και ανήσυχα, αν όχι φοβισμένα. Αυτό υποδηλώνει ότι η δημοσιογραφία δεν έχει χάσει την αξία της. Αντίθετα καθίσταται περισσότερο πολύτιμη καθώς αποτελεί το τελευταίο οχυρό της γενίκευσης στην εποχή της εξειδίκευσης. 

Μπορεί η κάλυψη ενός γεγονότος, ιστορίας ή θέματος στις μέρες μας να είναι περισσότερο άμεση και αδιαμεσολάβητη, τόσο σε διεθνές όσο και σε τοπικό επίπεδο. Η κοινωνική διάσταση  της πληροφορίας όμως εξατομικεύεται όλο και περισσότερο. 

Είναι όλο και περισσότερο δύσκολο να οργανώσει κανείς τις πληροφορίες. Να τις συγκεντρώσει και να προκαλέσει κάποιον ουσιαστικό διάλογο. Γι’ αυτό και θα συνεχιστεί να υπάρχει η ανάγκη για διαχειριστές και αγωγούς του δημόσιου διαλόγου. Που δεν είναι άλλοι από τους δημοσιογράφους. 

«Η δημοσιογραφία θα συνεχίσει να επιβιώνει. Γιατί παραμένει ένα από τα τελευταία οχυρά της γενίκευσης σε μια κοινωνία που διαρκώς εξειδικεύεται και κατακερματίζεται. Ο μεγαλύτερος βαθμός ατομικής ελευθερίας των πολιτών και ταυτόχρονα ανασφάλειας εντείνουν περισσότερο παρά ποτέ την ανάγκη για κοινό προσανατολισμό», υποστήριζαν παλαιότερα σε άρθρο τους στα «ΝΕΑ» ο Στέλιος Παπαθανασόπουλος και η Κάτια Μεταξά. Και χωρίς αμφιβολία έβλεπαν σωστά. Ιδιαίτερα δε σήμερα που στο διαδίκτυο οργιάζουν οι ψευδείς ειδήσεις. 

Previous articleΟ Τραμπισμός είναι τρόπος σκέψης
Next articleΘα έπρεπε να πανηγυρίζει ο Τσίπρας για τις συντάξεις;
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας. Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc. Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.