Πλείστα όσα είναι τα γεγονότα και οι πράξεις της Κυβέρνησης τα οποία αποδεικνύουν την συρρίκνωση της Δημοκρατίας στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική της διάσταση. Θα χρειάζονταν σελίδες ολόκληρες να αναλύσει κανείς την κυβερνητική πρακτική με την οποία η Κυβέρνηση τόσο η σημερινή όσο και η προηγούμενη λειτουργεί περιθωριακά, ενίοτε δε και εκτός του πλαισίου του Πολιτεύματος. Άλλοτε παραβιάζει, άλλοτε παρακάμπτει και άλλοτε αυταρχικοποιεί τους θεσμούς και τις δομές της συντεταγμένης πολιτείας. Στο όνομα της βάναυσης εφαρμογής της μνημονιακής πολιτικής, έχει ακυρώσει ουσιαστικά τη νομοθετική λειτουργία της Βουλής.

Ποιος, επιτέλους, θα σταματήσει την αχαλίνωτη παραβίαση του Συντάγματος, αλλά και του Κανονισμού της Βουλής από την Κυβέρνηση, η οποία στο όνομα της «σωτηρίας της Πατρίδας» ισοπεδώνει τα κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα δικαιώματα του Λαού;

Ποιος θα πει στις συστημικές δυνάμεις ότι η σημερινή Δημοκρατία είναι Δημοκρατία των οικονομικοπολιτικών ελίτ, ότι έχει αναιρεθεί η Δημοκρατία του Λαού στην οικονομική και κοινωνική της διάσταση, ότι έχει ανατραπεί το κράτος δικαίου και έχει αμαυρωθεί η κοινωνική ηθική;

Ποιος θα ανακόψει την υποβάθμιση της Βουλής, δηλαδή της καρδιάς της Δημοκρατίας, η οποία λειτουργεί με παρακαμπτήριες;

 

Ποιος, δηλαδή, θα τους πει ότι οι έκτακτες διαδικασίες στο νομοθετικό έργο (επείγον, κατεπείγον, πράξη νομοθετικού περιεχομένου κ.α.) είναι εξαιρετικές διαδικασίες και εφαρμόζονται εκτάκτως καιεξαιρετικά, αλλά αυτές τον τελευταίο καιρό αποτελούν τον κανόνα στο νομοθετικό έργο και η τακτική διαδικασία έχει τεθεί εκ ποδών;

Δεν αντιλαμβάνονται οι θεσμοφύλακες ότι αυτό απαξιώνει στην συνείδηση του Λαού τον Κοινοβουλευτισμό, ενισχύει τα άκρα, τα οποία αργά ή γρήγορα θα καταστούν κεντρικές πολιτικές δυνάμεις. Κύριοι, γίνεστε ηθικοί αυτουργοί αυτών των ανεπιθύμητων πολιτικών εξελίξεων.

 

Να επισημάνουμε εδώ, με μεγάλη μας λύπη, ότι και το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έχει σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Αν το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε ακυρώσει εξόφθαλμα αντισυνταγματικούς νόμους τους οποίους άλλα θεσμικά όργανα (Δ.Σ.Α.) προσέβαλαν ενώπιόν του, κάποιοι της εκτελεστικής εξουσίας θα είχαν συγκρατηθεί στη νομοθετική πλημμυρίδα στην οποία έπνιξαν τα δικαιώματα του λαού. Αλλά φαίνεται ότι το ΣτΕ έχει προ πολλού εγκαταλείψει το Στασινοπούλειο ύψος από το οποίο σε σκοτεινούς καιρούς, σε εποχές ζόφου, ακτινοβόλησε το μεγαλείο της δικαιοδοτικής του ανεξαρτησίας. Αψηφώντας τότε τον τύραννο και αδιαφορώντας για το κόστος των συνεπειών, αντιτάχθηκε σε ανελεύθερες αποφάσεις των δικτατόρων.

Τότε, όμως, μέτρο συνείδησης ήταν το κόστος ελευθερίας. Σήμερα, μέτρο συνείδησης είναι η εθελοδουλεία. Τότε, ήταν οχυρό της καταλυθείσης δημοκρατίας. Τώρα είναι διεκπαιρωτής της τρέχουσας καθημερινότητας της Δημοκρατίας των ελίτ.

 

Εάν, γενικότερα, η τακτική δικαιοσύνη, στο βαθμό που έχει χειραφετηθεί, ήταν πιο αποτελεσματική, θα είχε περιορίσει την σήψη και τη διαφθορά.

Με λύπη παρατηρούμε την παραγωγή νομοθετικών τερατουργημάτων. Παρά ταύτα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν ευαισθητοποιήθηκε ώστε να ασκήσει το αποκλειστικότου δικαίωμα(χωρίς την προσυπογραφή κανενός υπουργού), το οποίο του παρέχει το Σύνταγμα (άρθρο 42 §2 σε συνδυασμό με το άρθρο 35 §2 εδαφ. δ) αναπέμποντας νόμο στη Βουλή (Ολομέλεια).

 

Ενώ έχουν συντρέξει πλείστοι όσοι πραγματικοί, τυπικοί και θεσμικοί λόγοι (παραβίαση συνταγματικών κανόνων, ανατροπή κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων, κατάχρηση συνοπτικών κοινοβουλευτικών διαδικασιών κ.α.), ιδιαίτερα την τελευταία τριετία, την προνομία αυτή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν άσκησε ούτεμίαφορά.

Τίθεται, συνεπώς, αμείλικτο το ερώτημα:

– Γιατί έχει τεθεί σε αχρησία μία τόσο σημαντική διάταξη του Συντάγματος, όπως η διάταξη περί αναπομπής;

Εάν είχε γίνει έστω και μία αναπομπή σε έναν από τους κατάπτυστους νόμους (μεσοπρόθεσμους, μνημονιακούς), που ψηφίστηκαν με φιμωτικές διαδικασίες, κάποιοι θα είχαν προβληματιστεί από αυτούς οι οποίοι, αντιστάσεως μη ούσης, σαρώνουν τα δικαιώματα των Ελλήνων πολιτών.

 

Εάν, με άλλα λόγια, λειτουργούσαν όπως το Σύνταγμα ορίζει, σε παράλληλη ισορροπία τόσο ο ΠτΔ όσο και η Δικαστική Εξουσία, θα ήταν προς το συμφέρον και της εκτελεστικής εξουσίας, εν προκειμένω της Κυβέρνησης, η οποία επικαλούμενη τις αποφάσεις των ανεξάρτητων θεσμών, θα διαπραγματευόταν με τους δανειστές από θέσεως θεσμικής ισχύος. Μία ισχύ, την οποία θα ήταν υποχρεωμένοι να σεβαστούν.

Έτσι, με μια τέτοια πολιτική θα υπηρετούσε την κοινωνική συνοχή και την εθνική ομοψυχία. Και ταυτοχρόνως, θα διατηρούσαν μια στοιχειώδη μορφή εθνικής ανεξαρτησίας.

Ο  Παναγιώτης Ν. Κρητικός είναι Πρόεδρος του Πολιτικού και Κοινωνικού Συνδέσμου «Ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΖΟΡΜΠΑΣ» και πρώην Αντιπρόεδρος της Βουλής

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.