Τούτο το κείμενο, αδέσποτο, μελαγχολικό, άνευ πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν είναι δικό μου. Τόγραψε ένα δεκάχρονο παιδί μιας ακριτικής επαρχιακής πόλης, σήμερα πανεπιστημιούπολης, κάπου εκεί στη δεκαετία του εξήντα.

Ο δεκάχρονος ήρωας, παιδί ταπεινό, μικροφτιαγμένο, περίμενε πως και πως την πασχαλιάτικη σχόλη. Του Λαζάρου πέταγε επιδεικτικά την σχολική τσάντα (ναι, υπήρχαν τότε τσάντες!) κι έτρεχε στην αλάνα, για μπάλα – ένα τόπι λαστιχένιο- σε φονικά ματς με τα «τουρκάκια», μικρογραφίες των συγκρούσεων Ελλάς-Τουρκία που τέλειωναν στα δέκα γκολ, με ματωμένα γόνατα.

[quote text_size=»small»]

Αργότερα, στη «μακριά γαϊδούρα», λεπτός όπως ήταν, πήδαγε ψηλά με την επιδίωξη να σταθμεύει στην πλάτη της Μαρούλας, του αγοροκόριτσου, σφίγγοντας τα πόδια πάνω της, δείγμα φυσικής επιλογής και υποχθόνιου-υποδόριου ερωτισμού.

[/quote]

Και το σούρουπο με τη σύνοψη και το κερί (πραγματικό, από κηρήθρα ) έσπευδε με τη μάννα του (α, ρε μάννα, που δεν πρόλαβε να σε κλάψει…) στη μικρή του Αγία Σοφία, του Παπα-Γιώργη, ελπίζοντας να της διαφύγει για ολιγόλεπτη επίσκεψη στο υπερώο-γυναικωνίτη, να δει από κοντά τη κυρά-Στέλλα,τη βυζαρού, ντυμένη στα καλά της, με το κουμπί της πουκαμίσας έτοιμο να σπάσει από την πίεση.

Κι αν περίσσευε χρόνος να στάξει λιωμένο κερί στη φαλάκρα του Κυρ-Γιάννη,υπό τα μειδιάματα των παρισταμένων πιστών.

Άκουγε, όμως, προσεκτικά και το τροπάριο της Κασσιανής και τα Ευαγγέλια, εκστασιασμένος από τις μουσικές «Σήμερον κρεμάται» «Ιησού πως θνήσκεις», «Ω, γλυκύ μου Έαρ», ψάχνοντας εναγωνίως να καταλάβει «αν υπάρχει θεός», μέσα στη Σταύρωση και το «λαμά σαβαχθανί», περνώντας πολλές φορές κάτου από τον Επιτάφιο-τίγκα στα ζουμπούλια και τους λεμονανθούς.

Κι ανάμεσα σ΄ αυτά, οι αυγομαχίες, με τους ηττημένους να αιτιώνται την ύπαρξη αυγού φραγκόκοτας (ή ακόμη και πέτρινου!) στα χέρια του νικητή κι αναμονές (ω, τι ευτυχισμένες αναμονές των σιελογόνων……..) στη μυρωδιά της μαγειρίτσας πούβραζε στη μασίνα αργά-αργά…

Ξημερώνοντας το μέγα Σάββατο, η μάννα του τον έπλυνε στην κοπάνα, τρίβοντας-έως πόνου-αγκώνες-φτέρνες-γόνατα.

[quote text_size=»small»]

Και αυτός μυξοκλαίγοντας από το σαπούνι στο μάτι, με καταιονισμό ζεστού νερού από κουβά (μάννα, καίει!) έβλεπε τις πρώτες τρίχες στα σκέλια και ντρέπονταν, μη γνωρίζοντας την εξέλιξη του εφηβαίου….

[/quote]

«Διαγενομένου του Σαββάτου», οι καμπάνες σε πάνδημο προσκλητήριο. Όλος ο μαχαλάς κι η οικογένεια εν σειρά, περίπου στρατιωτικός σχηματισμός με τον πατέρα επικεφαλής, με την ρεπούμπλικα ανά χείρας.

Δεύτε λάβετε φως, Χριστός Ανέστη, αυγά, φιλιά, στρακαστρούκες, σταυρός στην πόρτα. Το Άγιο φως στην καντήλα, με το ελαιόλαδο και το φυτίλι, φροντίδι του μικρού μας ήρωα.

Κι ύστερα-μετά τις κλεφτές-μα περήφανες- ματιές προς τα σκοτεινά τουρκόσπιτα, δείγμα υπεροχής του Πάσχα προς το Ραμαζάνι, η αχνιστή μαγειρίτσα άφηνε στον ουρανίσκο την τελειότητα κι έφερνε μικρές κραυγές γαστριμαργικής πανδαισίας.

Στο κρεβάτι σφάλισε τα μάτια ικανοποιημένος από την Ανάσταση και τις μυρωδιές της, ταξιδεύοντας σε όνειρα χρωματιστά, μέσα σε θάλασσες πλατιές κι ορίζοντες μακρινούς, ανοιχτούς, γεμάτους αρωματικές πασχαλιές και κόκκινες πασχαλίτσες.

Την άλλη, την Λαμπρή μέρα, μοιράστηκε μαζί με τον Σαδίκ, το αδελφοποιτό καρντάσι, αυγό και τσουρέκι, ενόσω παίζανε το πιστόλι με τις τάπες, υπό το βλέμμα της αδελφής του ,της μικρής κορακοφρύδας Αισέ ,(όμορφης, σα το μελαχρινό αηδόνι του Γιλδίζ, έλεγαν), με τον άσπρο γιακά και τα καινούρια λουστρίνια. Έσκυψε πάνω του, τον φίλησε και του έδωκε φοντάν, λέγοντας σιγανά και τρυφερά, ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ.

Και «πέρασαν μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα», κατά τον ποιητή και τον-χωρίς έλεος-χρόνο….

Πάσχα 2015 και το κείμενο αυτό, γραμμένο τότε ιδιόχειρα με πένα σε σχολικό τετράδιο, βρέθηκε τυχαία.

Παίδες παλίμπαιδες, μπορείτε να το κάνετε δικό σας. Να γίνετε σεις ο συγγραφέας του, με ή χωρίς ψευδώνυμο, να το διαβάσετε στα παιδιά σας «για να μαθαίνουν». Στην παρέα για μαγκιά. Στη γκόμενά σας, τέλος πάντων, για να σας θαυμάζει. Ακόμη,να το «κλέψετε» σε μεγέθυνση. Με ένα ρηράιτ γίνεται διήγημα για λαϊκό περιοδικό ή αποκλειστικό σε επαρχιακό φύλλο.

Κι ακόμη καλλίτερα, (πιο λαμπερά και γκλαμουράτα), σενάριο για ελληνοτουρκική παραγωγή, κάτι σα πολίτικη κουζίνα Νο 2 ή ως συνέχεια του σήριαλ «Σύνορα της Αγάπης».

Παίδες παλίμπαιδες, μόνον εμείς, του εξήντα οι εκδρομείς, μπορούμε (αν μας έμειναν δάκρυα) να κλάψουμε γλυκόπικρες αναμνήσεις πάνω σ΄ αυτή τη σελίδα…

Previous articleΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ
Next articleΦΙΛΙΑ: ΤΗ ΒΡΙΣΚΕΙΣ Ή ΤΗΝ ΨΑΧΝΕΙΣ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΜΕΛΗΣ
Ο Κώστας Γ. Μαμέλης γεννήθηκε στην Κομοτηνή από γονείς εκπαιδευτικούς και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει μόνιμα. Σπούδασε νομική στο ΑΠΘ και ειδικεύτηκε στο Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο. Είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και εδώ και 40 χρόνια ασκεί μάχιμη δικηγορία στη Θεσσαλονίκη. Από τα ιδρυτικά μέλη του ΠΑΣΟΚ, διετέλεσε Γραμματέας της Οργάνωσης Θεσσαλονίκης (1995-2003) και μέλος της Κ.Ε. συνεχώς από το 1999 μέχρι και σήμερα.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.