Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

Ο Παναγιώτης είναι κατά βάση δημοσιογράφος, αν και τα τελευταία χρόνια ασχολείται ευρύτερα με την επικοινωνία. Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης.
Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Διεθνείς Σχέσεις, και έκανε μεταπτυχιακό στις Στρατηγικές Σπουδές. Ως πολιτικό επιστήμονα και διεθνολόγο τον κέρδισε η δημοσιογραφία, όπου σε αυτήν βρήκε και τον κατάλληλο τρόπο έκφρασης των όσων σπούδασε και του άρεσε να ασχολείται. Επί μια δεκαετία εργάστηκε στην τηλεόραση (ΕΤ2, ΕΤ3, POLIS, ΣΚΑΙ) ως ρεπόρτερ, παρουσιαστής και αρχισυντάκτης εκπομπών, στο ραδιόφωνο (ΑΝΤ1, PLANET), στον περιοδικό Τύπο (ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ). Από το 1996 μέχρι και τον Ιούλιο του 2013 υπήρξε πολιτικός και διπλωματικός συντάκτης στην εφημερίδα ΕΞΠΡΕΣ κι από το 2004 ο βασικός συντελεστής της στήλης γνώμης «ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ». Επί σειρά ετών αρθρογραφεί στα περιοδικά ΕΠΙΛΟΓΗ και ΤΑΣΕΙΣ, ενώ από τον Ιούνιο του 2009 διατηρεί το new-Deal, το οποίο ίδρυσε μαζί με τον Αλφόνσο Βιτάλη.
Από το καλοκαίρι του 2012 ασχολείται πιο οργανωμένα με την πολιτική και εταιρική επικοινωνία, ως διευθύνων σύμβουλος της Apertus Alveo Communications...
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ
ζητημα διακυβερνησησ

ΖΗΤΗΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Είθισται στις δημοκρατίες, μετά από εκλογές να προκύπτει μια νέα κυβέρνηση. Οι πολίτες δίνουν την εντολή και οι πολιτικοί αναλαμβάνουν να την εκτελέσουν. Στην Ελλάδα της κρίσης και του Μνημονίου, η κάλπη της 6ης Μαίου, περιέπλεξε τα πράγματα. Οι πολίτες έκριναν:

Πρώτον, πως ουδείς εκ των εκπροσώπων του πολιτικού συστήματος δεν μπορεί να κυβερνήσει μόνος του. Κάπως έτσι, πολιτικοί με παντελή έλλειψη κουλτούρας συνεργασίας, εξωθήθηκαν να συνεργαστούν.

Δεύτερον, πως το Μνημόνιο δεν είναι η λύση για την έξοδο της χώρας απ” την κρίση. Είτε το θέλουμε, είτε όχι, είτε είναι σωστό, είτε λάθος, η πραγματικότητα είναι μια: Τα 2/3 των ψηφοφόρων ψήφισαν αντι-μνημονιακά.

Επειδή όμως, η χώρα δεν μπορεί να μείνει ακυβέρνητη και επειδή πρέπει να τηρηθεί και η συνταγματική τάξη, τα κόμματα έπρεπε να εξαντλήσουν κάθε περιθώριο αναζήτησης μιας αμοιβαίας αποδεκτής βάσης συνεργασίας. Το αυτό πράττουν μια βδομάδα τώρα. Πλην όμως δεν είναι εύκολο να καταλήξουν ετερόκλητες πολιτικές δυνάμεις όπως η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΔΗΜΑΡ. Πόσο μάλλον όταν διαφωνούν ριζικά στην ουσία και το περιεχόμενο της πολιτικής που θα ακολουθήσει η νέα κυβέρνηση, πολιτική που σύμφωνα με τη λαϊκή ετυμηγορία, οφείλει να είναι αντι-μνημονιακή. Το περιεχόμενο αυτής της πολιτικής θέτει και το ζήτημα της Διακυβέρνησης.

Άρα, ψήφος εμπιστοσύνης ή ανοχής, βάση της εκλογικής εντολής, θα πρέπει να δοθεί σε κυβέρνηση με αντι-μνημονιακή πολιτική. Σε αυτή τη βάση δυο λύσεις υπάρχουν. Είτε θα σχηματιστεί μια κυβέρνηση (οικομενική, εθνικής ενότητας, εκ προσωπικοτήτων κοκ), την οποία θα στηρίξουν πολιτικές δυνάμεις για να να προχωρήσει στην εφαρμογή του Μνημονίου με κάποιες τροποποιήσεις. Είτε θα οδηγηθούμε σε επαναληπτικές εκλογές.

Στην πρώτη περίπτωση οι αλλαγές που προβλέπει το Μνημόνιο θα πρέπει να επιβληθούν στους πολίτες που πλειοψήφισαν εναντίον τους, γεγονός που θα προκαλέσει κοινωνικές αντιδράσεις και εκ των πραγμάτων, σύντομη, νέα προσφυγή στις κάλπες.

Στη δεύτερη περίπτωση τα κόμματα που πραγματικά πιστεύουν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και θεωρούν πως το Μνημόνιο περιλαμβάνει μέτρα απαραίτητα για τη διάσωση της χώρας, θα έχουν άλλη μια ευκαιρία να πείσουν τους πολίτες για την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων. Διότι οι μεγάλες αλλαγές δεν επιβάλλονται δια της βίας και του εκβιασμού, αλλά δια της ευρύτερης κοινωνικής αποδοχής τους.

Στην συντριπτική του πλειοψηφία οι Έλληνες υποστηρίζουν την παραμονή της χώρας στην ΕΕ και το ευρώ. Όμως, αρνούνταν να αποδεχθούν την παρατεταμένη λιτότητα που παράγει μεγαλύτερη ύφεση, διαλύει την κοινωνική συνοχή και στο βάθος οδηγεί τη χώρα εκτός ευρώ. Συνεπώς, χρειαζόμαστε άλλη συνταγή εντός του ευρώ για να παραμείνουμε στο ευρώ.