Τον είδα στο καφενείο της Βουλής. Τον χαιρέτησα με αμηχανία, σχεδόν βουβά. Δεν  ήξερα τι να πω – δεν είμαι και καλός στα παρηγορητικά. Η ματιά μου έπεσε αυθόρμητα στην μαγκούρα  που κρατούσε και συνέχεια στο πληγωμένο του κεφάλι.

Είδε την ματιά μου και εξήγησε με λέξεις που του βγαίναν δύσκολα, σαν να προσπαθούσε να συνθέσει τις συλλαβές: μου βαλαν καλώδια και σίδερα το κεφάλι, και τη μαγκούρα την έχω γιατί καταστράφηκε ο κοχλίας και δεν έχω ισορροπία.

Τον γνώριζα από το πεζοδρόμιο τον συνάδελφο Μανώλη Κυπραίο. Ανθρωπος λεβεντιά, στα 43 του, αντί να είναι  στο γραφείο, αντί να κάνει ρεπορτάζ από το τηλέφωνο, αντί να κρυφτεί  πίσω από τις ασπίδες των ΜΑΤ, επέμενε να είναι στη λάβα των γεγονότων. Εκεί τον βρήκε η χειροβομβίδα κρότου- λάμψης από τον μπάτσο και τον άφησε μισό άνθρωπο. Γλύτωσε από τα πυρά στην Παλαιστίνη και το Κόσοβο και τον σακάτεψε ένα κάθαρμα, που κατ’ επίφαση λέγεται όργανο της τάξης, στην πλατεία Συντάγματος.

Το περιγράφει ο ίδιος στην συγκλονιστική επιστολή που έστειλε στον «Εξάντα» του Γιώργου Αυγερόπουλου: «(…)ξαφνικά βρισκόμενος στο τέλος της πλατείας Συντάγματος, άρχισε ομοβροντία χημικών, δακρυγόνων και χειροβομβίδων κρότου λάμψης. Μαζική και χωρίς στόχευση. Ο κόσμος πανικόβλητος έτρεχε να κρυφτεί. Και εγώ μαζί τους σε μια γωνιά Μητροπόλεως και Φιλελλήνων. Με το ένα το κινητό για να μεταδίδω με την άλλη η φωτογραφική μηχανή. Τα λεπτά ατελείωτα και μαζί το κλάμα και η δυσφορία στην αναπνοή. «Θα αντέξεις» έλεγα στον εαυτό μου δίνοντας κουράγιο. Βλέπω μέσα από την στοά του υπουργείου Οικονομικών πίσω από τα ΜΑΤ να βγαίνουν κουκουλοφόροι με καδρόνια στα χέρια. Πάγωσα (…) Αυτή τη φορά τα επεισόδια γίνονταν Φιλελλήνων και Ξενοφώντος. Τα ΜΑΤ έριχναν αδιάκριτα και αναίτια χειροβομβίδες κρότου λάμψης και χημικά. Το ίδιο σκηνικό. Κανένα έλεος σε κανέναν. Τα ΜΑΤ χτυπούσαν με τα κλομπ ό,τι κινιόταν. Μια φρενίτιδα οργής και βίας. Αυτό με έκανε να μπω στις αρχές μιας στοάς επί της Φιλελλήνων, να μεταδίδω και να τραβώ φωτογραφίες από εκεί. Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος μου. Οπισθοχωρώντας μια ομάδα των ΜΑΤ, ο διμοιρίτης με ρωτάει γιατί τραβάω φωτογραφίες. Και ξέροντας τη διαδικασία του λέω είμαι δημοσιογράφος και του δείχνω την ταυτότητα της Ενώσεως Συντακτών. Μάταια. Αυτό τον εξόργισε.

Αφού με στόλισε σε «άψογα γαλλικά», με δείχνει με το δάκτυλο σε έναν από την ομάδα του. Κατάλαβα πως κάτι θα γινόταν. Αλλά πίστευα πως το πολύ-πολύ να εισέπραττα καμία «βουρδουλιά». Όχι. Ο ευτραφής άνδρας των ΜΑΤ σε κλάσματα δευτερολέπτων πετάει μπροστά μου μια χειροβομβίδα κρότου-λάμψης. Όταν η προβλεπόμενη απόσταση έκρηξης είναι 50 μέτρα, καταλαβαίνετε τι έπαθα όταν η έκρηξη έγινε στους 50 πόντους.
Ένιωσα όλο το σώμα μου να τινάζεται, πέφτω μέσα στην στοά και για δευτερόλεπτα νόμιζα πως ήμουν νεκρός.
Λίγο μετά ένιωσα χέρια να με σηκώνουν και θολά να προσπαθώ να τους δω. Δεν μπορούσα όμως να τους ακούσω (…)Χωρίς ακοή, χτυπημένος και να σφαδάζω από τους πόνους έφτασα στον «Ευαγγελισμό». Όμως δεν εφημέρευε και έπρεπε να πάω στον «Ερυθρό». Στην κατάσταση που ήμουν, ούτε ένα ασθενοφόρο δεν υπήρχε να με μεταφέρει(….)Είχε επέλθει πλήρης κώφωση και στα δύο αυτιά. Είχε καταστραφεί πλήρως το βασικό όργανο ακοής ο κοχλίας και στις δύο πλευρές του κεφαλιού. Ήμουν κωφός…»
Ετσι περιγράφει το μαρτύριό του στην επιστολή. Υπάρχουν και τα …επέκεινα: Λέει στον συνάδελφο Κώστα Πουλακίδα σε συνέντευξή του στην Αυγή, αφού πλέον έχασε και τη δουλειά του: Προσπαθώ να αντιμετωπίσω και τα καθημερινά μου προβλήματα, εκτός από αυτά που προέκυψαν από την αναπηρία. Μέχρι τις 15 Ιουνίου ζούσα ως φυσιολογικός εργαζόμενος και άνθρωπος. Τώρα όλα έχουν γκρεμιστεί. Οι λογαριασμοί τρέχουν, τα έξοδα, είμαι άνεργος και δεν έχω καμία πηγή εσόδων. Στα 43 χρόνια μου, ούτε να πάω στο περίπτερο να πάρω τσιγάρα δεν μπορώ» και προσθέτει: «Έτσι, μέσα σε αυτό τον απέραντο κόσμο της σιωπής, τον πόνο της επέμβασης και την αδυναμία βάδισης, της νέας σκληρής καθημερινότητας όπου κάποιοι αποφάσισαν να με οδηγήσουν, έχω και το άγχος του αύριο».
Ο Μανόλης βρέθηκε την Παρασκευή στη Βουλή, επειδή σε λίγο θα συζητείτο από κοινού η ερώτηση που είχαν κάνει ξεχωριστά ο Αλέξης Τσίπρας και ο Γιάννης Δημαράς. Μού ’κανε εντύπωση η στωικότητά του. Δεν ένιωθε μίσος για τον άνθρωπο που του κατέστρεψε τη ζωή. Τα ίδια λέει και στον Κώστα Πουλακίδα:  δεν περιμένει τιμωρία, περιμένει απόδοση Δικαιοσύνης: «Εύχομαι η δημοκρατία και οι νόμοι, το δίκαιο και ορθό εν ολίγοις, να νικήσουν. Και πιστεύω πως θα νικήσουν. Γιατί όσοι παραβιάζουν τη δημοκρατία και το Σύνταγμα πρέπει να τιμωρούνται. Όχι από εκδίκηση. Η δημοκρατία δεν εκδικείται».

Παπουτσής, Μόσιαλος και Λοβέρδος ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωσή του.  Δεν έχω λόγο να πιστεύω ότι παίξαν θέατρο. Όμως ο Παπουτσής περιμένει την εσωτερική ΕΔΕ που διενεργεί η Υπηρεσία για τον καταλογισμό ευθυνών, (δηλαδή οι κόρακες να βγάλουν κοράκου μάτι). Ως πότε θα την περιμένει; Τόσα βίντεο τηλεοπτικών σταθμών, τόσες κάμερες ασφαλείας των γύρω καταστημάτων καταγράφουν τα γεγονότα. Ο Μανώλης έχει δηλώσει το σημείο που τον χτύπησαν. Πόσο χρόνο θέλουν για να εντοπίσουν το κάθαρμα με τη στολή; Επίσης δήλωσε ότι έχει υποχρέωση να περιμένει να εκδικαστεί η υπόθεση της αγωγής ή μήνυσης που έχει υποβάλει ο Κυπραίος (φέξε μου και γλίστρησα, που λένε στο χωριό μου).

Ένας άνθρωπος που έκανε απλώς την δουλειά του ζει την κόλαση της σιωπής, ανάπηρος, φτωχός και άνεργος, από τα δολοφονικά ένστικτα ενός … «οργάνου Τάξης». Και μόνο οι εγχειρίσεις που θα κάνει στο κεφάλι, μπας και σε κανα ‘ξάμηνο μπορέσει να ακούει …μεταλλικούς θορύβους(!) θα στοιχίσουν πάνω από 100 χιλιάδες, (τα καλώδια που του εμφύτευσαν στο κεφάλι στοίχισαν 20 χιλιάρικα!). Δεν έχει ψωμί να φάει, και οι υπουργοί βαδίζουν με το πρωτόκολλο στο χέρι.
Τόσες θέσεις έχει το Δημόσιο. Μια, εκτός διαδικασιών, πρόσληψη για ένα δημοσιογράφο που σακατεύτηκε την ώρα του καθήκοντος από όργανο του Κράτους,  δεν θα είναι παρατυπία ούτε ρουσφέτι. Είναι υποχρέωση της Πολιτείας!

Previous articleΕΓΩ ΜΕΧΡΙ ΤΟ “ 13 ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ
Next articleΥΠΟΥΡΓΙΚΟΙ ΕΜΦΥΛΙΟΙ ΓΟΝΑΤΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΗΣ
Ο Γιάννης είναι δημοσιογράφος. Ασχολήθηκε με την δημοσιογραφία στα 30 του επειδή, όντας άεργος δεν είχε τίποτε καλύτερο να κάνει (όχι ότι έκανε και το καλύτερο…) Γεννήθηκε το ‘53 στο Δίστομο Βοιωτίας, σε μια άλλη Ελλάδα - στα 18 του αυτός και οι συνομήλικοί του στο χωριό, δεν φαντάζονταν ποτέ πως στη ζωή τους θα είχαν τα λεφτά να αγοράσουν ΙΧ. Όσο για τα νησιά τα ξέραν μόνο από το μάθημα της Γεωγραφίας, ενώ στη γειτονική του Αράχοβα τα μαγαζιά πουλούσαν χειροποίητα χαλιά στους τουρίστες των Δελφών. (μετέπειτα ήρθε ο Ανδρέας με τις επιδοτήσεις και τα δανεικά, το να οδηγείς "μπέμπα" έγινε …«λαϊκό δικαίωμα», ενώ η Αράχοβα έγινε η Μύκονος του χειμώνα και ο Παρνασσός γέμισε σαλέ...) Εξ αυτού, θαρρεί πως είναι από τους λίγους Έλληνες που δεν ξαφνιάστηκαν με την οικονομική κρίση που ενέσκηψε...

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.