Η τρέχουσα εβδομάδα χαρακτηρίστηκε από την παταγώδη αποτυχία των Βρυξελλών να παράξουν οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα, τόσο για το παρατεταμένο «τανγκό της καταστροφής» ανάμεσα στην Τρόικα και την Ελλάδα, όσο και για τα γενικότερα θέματα «κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος», δηλαδή τον Κοινοτικό Προϋπολογισμό 2014-2020, την κατανομή των πόρων ανάμεσα σε πρώην και νέα μέλη της Ένωσης, το ύψος των αγγλικών rebates ή ακόμα και την ύπαρξη τους, κλπ. Η εβδομάδα που σήμερα τελειώνει ξανάφερε στο διπλωματικό προσκήνιο και μάλιστα ενώπιον της παγκόσμιας κοινής γνώμης την γνωστή εικόνα της Ευρώπης που ερίζει εσωτερικά, που διαπραγματεύεται σε επίπεδο διμερών σχέσεων και σχέσεων επιβολής των συστατικών του μερών, που αδυνατεί να βρει έναν κοινό παρονομαστή και αναβάλει τις αποφάσεις της, ακόμα και αν αυτό οδηγεί στον θάνατο διά της ασφυξίας των μελών του.

Την εβδομάδα που πέρασε, η Ευρώπη των Κρατών ήρθε εκ νέου στο προσκήνιο, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδείχθηκε ευγενής πόθος και όραμα που υπέκυψε στις σκοπιμότητες, προτεραιότητες ή/και αναγκαιότητες της «οικονομικής κρίσης».

Δεν λέω «θα υποκύψει», λέω «υπέκυψε»: πρόκειται περί παρελθούσης κατάστασης, δηλαδή, όχι για μελλοντικό κίνδυνο, αν και τόσο οι Κυβερνήσεις των ΚΜ της EΕ, όσο και τα ΜΜΕ συνεχίζουν να ερμηνεύουν τις «ενδείξεις αποτυχίας» ως πιθανή «νίκη». Τόσο μεγάλη προσπάθεια καταβάλλεται από τους μηχανισμούς της Προπαγάνδας1 που επιτελούν επί της Ελληνικής Κοινής Γνώμης που οι λέξεις «μοχλεύονται», αλλάζουν περιεχόμενο και χρησιμοποιούνται με στόχο τη δέσμευση της δυνατότητας δημιουργίας αυτόνομου συμπεράσματος προς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Έτσι, η «μάχη για τη νίκη μέχρι τελυταίας στιγμής» που ανέφερε ο κ. Σαμαράς γίνεται ο εύγλωτος τρόπος την απόκρυψης της πραγματικότητας από το ευρύ κοινό.

Την εβδομάδα που έρχεται, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πολύ λιγότερο «ευρωπαϊκή» και ακόμα λιγότερο «ένωση», σε σχέση με την προηγούμενη. Σχεδόν άνευ τόπου και χρόνου, οι αναλύσεις των κυρίαρχων ΜΜΕ και πολλών κυβερνητικών αξιωματούχων ανέδειξαν τις «επιτυχίες της Κυβέρνησης στις Βρυξέλλες», τη στιγμή που οι Βρυξέλλες απέτυχαν να παράξουν αποτέλεσμα ως προς το Νέο Μνημόνιο (ΙΙΙ). Η κατάσταση έχει μπλοκάρει ανάμεσα στις απαιτήσεις του ΔΝΤ και την απροθυμία συμμόρφωσης της Γερμανίας κυρίως. Αυτό το οποίο απαιτεί όλο και πιο επικτακτικά το ΔΝΤ – «κούρεμα των κυριάρχων» – και δεν αποδέχεται η Γερμανία είναι να καταρτιστεί ένα ακόμα Πρόγραμμα για την Ελλάδα, αφού το προηγούμενο «απέτυχε ως προς τον στόχο της βιωσιμότητας», κάτι για το οποίο το Ταμείο ισχυρίζεται ότι είχε εξ αρχής προειδοποιήσει. Για να καταρτιστεί το νέο πρόγραμμα και «να είναι βιώσιμο», το Ταμείο απαιτεί να γίνει μία «γενναία μείωση του Ελληνικού δημόσιου χρέους», η οποία θα προέλθει από το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων που κρατούν τα ΚΜ της ΕΕ, πλην εκείνων που έχει αγοράσει το ίδιο το ΔΝΤ και η ΕΚΤ, τα οποία «δεν γίνεται να κουρευτούν» βάση των καταστατικών των οργανισμών αυτών.

Τα προσωπικά «απομνημονεύματα» του Γιώργου Ρουμελιώτη αλλά και όλο και περισσότερα δημοσιεύματα των τλευταίων βδομάδων, «χτίζουν εικόνα» αλλαγής πλεύσης του Ταμείου σε σχέση με το αντι-αναπτυξιακό modusoperandi της δεκαετίας του ‘90, φτάνοντας πολλές φορές ακόμα και να υποστηρίξουν πως το Ταμείο «έχει διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος» ή και ότι «το Ταμείο είναι ο καλύτερος φίλος της Ελλάδας». Ακόμα και αν δεχθούμε πως το «έμαθε από τα λάθη του» ισχύει, ταυτόχρονα ισχύουν και δύο ακόμα παράμετροι της συνολικής δράσης του Ταμείου:

  • το ΔΝΤ δεν έμαθε να μην κάνει νέα λάθη, και

  • το ΔΝΤ δεν αναλαμβάνει την ευθύνη από τα λάθη που κάνει, είτε έγιναν σήμερα, είτε στο παρελθόν. Αντίθετα, συνεχίζει να «φορτώνει» τα δικά του λάθη σε όλους τους άλλους, ακόμα και αν αναγνωρίζει δημοσίως πως «οι εκτιμήσεις του έπεσαν έξω». Οι λάθος εκτιμήσεις είναι του Ταμείου, αλλά το κόστος πρέπει να το υπομείνουν άλλοι, είτε πρόκειται περί θεσμών, είτε περί λαών.

Μετά από δύο χρόνια «Ελληνικής κρίσης» κατά την οποία το βασικό μερίδιο της Ελληνικής αποτυχίας επιμερίζεται στην απροθυμία των Ελλήνων να κάνουν «αυτά που πρέπει» (αν και έχουν κάνει παραπάνω από ότι και οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι ανέμεναν ως πιθανό), αν και όλες οι (επίσημες) προβλέψεις και εκτιμήσεις του ΔΝΤ «έχουν πέσει έξω», η κα Λαγκάρντ έχει διαμηνύσει σε όλους τους τόνους ότι το Ταμείο δεν είναι διατεθειμένο να κάνει πίσω στις απαιτήσεις του. Με την ανιστόρητη επιβολή της «γερμανικής λιτότητας» στον Νότο («εσωτερική υποτίμηση»), η κα Μέρκελ υπέσκαψε την Ευρωπαϊκή συνοχή, ίσως τη μόνη ικανή συνθήκη για να προδιαγράφει ή – τουλάχιστον – να προσαρμοστεί η πολιτική του Ταμείου στις ανάγκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντί να διαλυθεί η ΕΕ προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ατζέντα του Ταμείου. Επιχειρώντας να κεφαλαιοποιήσει την κρίση υπέρ του Γερμανικού Αυτοκρατορικού της Οράματος, η κα Μέρκελ περιήλθε σε στρατηγικό αδιέξοδο, τόσο με στενούς οικονομικούς όρους, όσο και με πολιτικούς. Μαζί της δε, στο δράμα του αδιεξόδου σέρνει ολόκληρη την ΕΕ, απειλώντας να τινάξει τα πάντα στον αέρα. Πάλι, για τρίτη φορά!

  • Το αδιέξοδο της Μέρκελ και οι επιπτώσεις του

Το αδιέξοδο της Μέρκελ έχει να κάνει με τις δύο μόνες πιθανές επιλογές που έχει στη διάθεσή της. Σύμφωνα μ την πρώτη επιλογή, μπορεί να αποδεχθεί τον «εκβιασμό Λαγκάρντ» και μαζί με αυτόν μία ήττα πολιτικής πρώτης τάξεως. Αυτό θα στοιχίσει στην ίδια εντός της χώρας της, στη Γερμανία εντός της Ευρώπης και στην ΕΕ εντός του διεθνούς συστήματος.

Κούρεμα των κυριάρχων για την Ελληνική περίπτωση σημαίνει πως το ίδιο θα ακολουθηθεί και για τις λοιπές χώρες, αν και όταν υπάρξει η ανάγκη, δηλαδή πάρα πολύ σύντομα, εντός του 2013-14. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει πως σταδιακά θα κουρευτούν τα συνολικά αποθεματικά της Ένωσης και μαζί με αυτά οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές της προοπτικές στο μέσο και μάκρο επίπεδο. Εμφανώς, αυτή η κατεύθυνση ενδεχομένως αγοράζει λίγο χρόνο στην Άνγκελα Μέρκελ (το «μίκρο» επίπεδο), αλλά δεν της αγοράζει πραγματική διέξοδο: την οδηγεί πιο βαθιά στο αδιέξοδο, ενόσω αυτή ελπίζει να το αποτρέψει σε μελλοντική ευκαιρία, η οποία όμως γίνεται όλο και πιο απίθανη όσο πλησιάζουμε την 1/1/2013.

Η ταυτόχρονη εφαρμογή που θα σημάνει η ημερομηνία αυτή για τον Νόμο Dodd-Frank στις ΗΠΑ, η εφαρμογή της Βασιλείας ΙΙΙ και τα μέτρα αντιμετώπισης του «δημοσιονομικού γκρεμού» των ΗΠΑ – ο Κρούγκμαν τον ονομάζει «βόμβα λιτότητας» – από τον Λευκό Οίκο, μαζί με τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή και την γενική πτώση του Ευρώ θέτουν ένα πολυδιάστατο σκηνικό που μόνο θετικές προοπτικές δεν προμυνήει για την μελλοντική πιθανότητα επιτυχούς αποκατάστασης των ζημιών του σήμερα, από μια Ευρώπη του αύριο. Οπότε, για την κα Μέρκελ, η επιλογή να αποδεχθεί τον εκβιασμό του ΔΝΤ ίσως της αγοράσει το χρόνο που ζητά μέχρι τις εκλογές της, αλλά θα της αφήσει ελάχιστες πιθανότητες μελλοντικών επιτυχιών, οι οποίες περιλαμβάνουν και τις ίδιες τις εκλογές. Εμφανώς, πρόκειται περί μίας «μή-λύσης» για την Γερμανίδα Καγκελάριο.

Η δεύτερη επιλογή της είναι να μην αποδεχθεί τον εκβιασμό της Λαγκάρντ. Σε αυτή όμως την περίπτωση πρέπει να περιμένει πως το Ταμείο θα κάνει την απειλή του πράξη και θα διακόψει το Ελληνικό πρόγραμμα, αφού δεν θα μπορεί να στοιχειοθετήσει βιωσιμότητα του χρέους στο 120% για το 2020 και αυτο το χρησιμοποιεί ως την επίσημη δικαιολογία παραγωγής πολιτικών αποτελεσμάτων ανελαστικά. Εκεί ακριβώς είναι που ερχόμαστε στο ουσιαστικό δίλημμα που αντιμετωπίζει η Γερμανία και το οποίο δεν είναι άλλο από εκείνο που προ διμήνου της εξαπέλυσε ο Τζόρτζ Σόρος: «η Γερμανία πρέπει να ηγηθεί ή να αποχωρήσει από το ευρώ»2.

Εάν το Ταμείο αποχωρήσει από την ΕΕ ενόσω αυτή αδυνατεί να βρει συμφωνία ακόμα και για τα πλέον απλά ζητήματα, οι αγορές θα άρουν την εμπιστοσύνη τους στην ΕΕ και όλα τα κράτη μέλη της. Αυτά με τη σειρά τους δεν θα μπορούν να αντλήσουν ρευστότητα και θα περιέλθουν σε κατάσταση οικονομικής ασφυξίας, παραπλήσια εκείνης που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα αλλά με χειρότερες προοπτικές: πρόκειται περί της απόλυτης καταστροφής, με άμεσο τρόπο, για όλους από κοινού.

Η αλυσιδωτή αντίδραση που θα προκύψει ενόσω η Τραπεζική Ενοποίηση της ΕΕ βρίσκεται «σε εκκρεμότητα» μετά την απροθυμία της Γερμανίας να επιτρέψει την εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου Κορυφής του Ιουνίου και η οποία αποκλείει την εφαρμογή πολιτικών «ποσοτικής διευκόλυνσης» ανάλογη εκείνης της FED ή ακόμα και με τη μορφή της αγοράς ομολόγων από την δευτερογενή όπως πρότεινε ο Μάριο Ντράγκι, προβλέπεται να οδηγεί από άλλο δρόμο στο αυτό αποτέλεσμα: την εσωτερική κατάρρευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά την εξάντληση των ρευστών της διαθεσίμων και των αποθεματικών, ή λίγο πριν από αυτή.

Η «εξάντληση» αυτή αναμένεται να είναι άμεση και καταστροφική για όλες τις Ευρωπαϊκές οικονομίες: ο πραγματικός φόβος ενός “grexit” δεν είναι ένα φαινόμενο ντόμινο, είναι ένα φαινόμενο χιονοστιβάδας που θα παρασύρει τα πάντα. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει πλέον και με μια πιθανή «imfexit”: οι επιπτώσεις θα είναι κατακλυσμιαίες για την παγκόσμια οικονομία, η αρχή όμως θα γίνει με την ισοπέδωση της Ευρωπαϊκής οικονομίας και ισορροπίας ισχύος της περιοχής. Όλοι οι άλλοι θα έχουν τον χρόνο και την απαραίτητη απόσταση για να κεφαλαιοποιήσουν το Ευρωπαϊκό δράμα προς δικό τους όφελος, ενώ σε αυτόν τον μελλοντικό διαγκωνισμό για τον έλεγχο της Ευρώπης στρατηγικό προβάδισμα έχουν οι ΗΠΑ: ούτε οι Ρώσοι, ούτε οι Κινέζοι αναμένεται να μπορούν να επωφεληθούν από την Ευρωπαϊκή κατάρρευση, τη στιγμή που το ΝΑΤΟ ελέγχει γεωστρατηγικά την περιοχή και θα κάνει ότι είναι δυνατόν να συνεχίσει να την ελέγχει. Οι επιχειρησιακές δυνατότητες του ΝΑΤΟ και η ψαλίδα ανάμεσα σε αυτές και τις αντίστοιχες δυνατότητες άλλων Μεγάλων Δυνάμεων κάνουν αναμφισβήτητο ότι μπορεί να επιβάλει διά της βίας την «σταθερότητα και την ασφάλεια της Ευρώπης», εάν και εφόσον υπάρξει η ανάγκη.

  • Η Ευρώπη σε στρατηγικό αδιέξοδο και ο Λευκός Οίκος ως «καταφύγιο τελευταίας ανάγκης». Υψηλή κεφαλαιοποίηση μιας επιτυχούς διαχείρισης κρίσης ή ενός πολεμικού παιγνίου των ΗΠΑ;

 

Το στρατηγικό αδιέξοδο στο οποίο έχουν φέρει την Ευρώπη οι επιλογές Μέρκελ και η περίτεχνη στρατηγική του Λευκού Οίκου, επιβεβαιώνεται αμέσως από τα πλέον επίσημα χείλη: «εγώ είμαι με την κα Λαγκάρντ και τον αξιόλογο κ. Ντράγκι», δήλωσε ο πρώην Καγκελάριος Χέλμουτ Κολ σε τηλεοπτική του συνέντευξη εν μέσω της εβδομάδας. Την 22α Νοέμβρη, ο καθηγητής Διπλωματίας του Παν/μίου Σέτον Χωλ, κ. Μάρτιν Έντουαρντς, του thinktankBruegel στο οποίο προεδρεύει ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ κ. Τρισέ, προσπάθησε με άρθρο του να «σπάσει το αδιέξοδο της Ευρωζώνης»3. Ο τρόπος που βρήκε ήταν απλός: αποδέχθηκε ως λογικό τον στόχο του ΔΝΤ σε σχέση με το ελληνικό χρέος (120% / 2020) και κάλεσε τον Λευκό Οίκο να παρέμβει για να τον επιβάλει. Όπως ο ίδιος αναγνωρίζει: «οι Ευρωπαίοι δεν θα εκτιμήσουν μία τέτοια δήλωση [παρέμβαση], αλλά ο χρόνος της λεπτότητας έχει από καιρού περάσει».

Ακριβώς λοιπόν εδώ βρισκόμαστε: μετά το τέλος των αβροτήτων και της λεπτότητας, όταν αρχίζει να ρέει το νόμισμα της επιβολής στις διεθνείς σχέσεις, αλλάζοντας σταδιακά τις «ισοτιμίες της Ισχύος» μιας περιοχής, ή και όλων των περιοχών. Σε αυτές τις συνθήκες, πλήθος Ευρωπαίων ακαδημαϊκών, πολιτικών και διανοουμένων άρχισαν τις επικλήσεις ή/και παρακλήσεις προς τον Λευκό Οίκο να παρέμβει όπως επιβληθεί η «λύση Λαγκάρντ», αφού εμφανώς η «λύση Μέρκελ» σκοτώνει την Ελλάδα, τον Νότο και την Ευρώπη. Υποκρύπτεται όμως πως και η «λύση Λαγκάρντ» αποτελεί μία «μή-λύση» ανάλογη της «μή-λύσης» που εδώ και τριετία επιβάλεται από την Τρόικα στην Ελλάδα. Αποκρύπτεται δηλαδή πως και η «λύση Λαγκάρντ» δεν είναι πανάκεια, κάθε άλλο μάλιστα.

Από την δική του πλευρά, κατά την τελευταία διετία, ο Λευκός Οίκος παρακολουθεί την Ευρώπη να διαλύει την εσωτερική της συνοχή με αντιπαραθέσεις που κυμαίνονται από τη χρηματοδότηση της Ελλάδας μέχρι τον Κοινοτικό Προϋπολογισμό. Αυτή τη βδομάδα, είδε το Eurogroup και την Σύνοδο Κορυφής να διακόπτονται και να αναβάλλονται, ενώ παρατηρεί ένα συλλογικό θεσμό σαν το Συμβούλιο να μετατρέπεται σε αρένα διμερών επιδιώξεων. Με αυτόν τον τρόπο, όσο η ΕΕ αποδεικνύεται ανίκανη να επιλύσει το πρόβλημα, άλλο τόσο ο Λευκός Οίκος γίνεται απαραίτητος να λύσει το αδιέξοδο. Γινόμενος απαραίτητος, κατακτά εκ των προτέρων την «επικυριαρχία της λύσης»: ότι πει θα γίνει, αφού ότι πει θα είναι «η μόνη λύση», αφού κανείς άλλος δεν έχει λύση για να προσφέρει.

Χρησιμοποιώντας μία έκφραση που συνήθως έρχεται να περιγράψει την ανυπαρξία Τραπεζικής Ενοποίησης στην ΕΕ, μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως ο Λευκός Οίκος μετατρέπεται με πολύ επιδέξιες κινήσεις σε «πολιτικό καταφύγιο της τελευταίας ανάγκης», σε «ύστατο καταφύγιο της ανθρωπότητας» κατά κάποιον τρόπο. Έτσι, εφόσον δύναται να επιβάλει τις λύσεις που επιθυμεί ο ίδιος και με τον τρόπο που επιθυμεί ο ίδιος – ακόμα και διά της προσκλήσεως από τους Ευρωπαίους – ο κ. «ωραίος τύπος» κατά Τσάβεζ, έρχεται να εισπράξει την υψηλή κεφαλαιοποίηση της εσωτερικής διάλυσης της Ευρώπης, την οποία με εξαιρετική μαεστρία και στρατηγική προώθησε, χωρίς κανείς να μπορεί να του φορτώσει την ευθύνη.

Η υπεροψία της Άνγκελας Μέρκελ και ο μεγαλοϊδεατισμός του πανγερμανισμού, συστατικό στοιχείο του Γερμανικού κράτους από τον Μπίσμαρκ και έπειτα, που βγήκε εντέχνως στο προσκήνιο μέσω της “κρίσης χρέους» του Νότου (ή αλλιώς επίθεση των αγορών), “απορροφούν» την ευθύνη της επερχόμενης οικονομικής καταστροφής σχεδόν αποκλειστικά. Από την «Ελλάδα – Μαύρο πρόβατο», μπαίνουμε στη φάση της «Ευρώπης – Μαύρο Πρόβατο». Η διαφορά των μεγεθών προσδιορίζει και τη διαφορά των αποτελεσμάτων σε συνθήκες σταθερότητας: δύο χρόνια προώθησης της κατάρρευσης στην Ελλάδα απέδωσαν συγκεριμένα αποτελέσματα. Το σκηνικό αναμένεται να επαναληφθεί σε πανευρωπαϊκό επίπεδο αυτή τη φορά, φέρνοντας στο προσκήνιο μία ευρεία γκάμα κοινωνικών, οικονομικών και εθνικών προβλημάτων ή/και εντάσεων, για όλα τα οποία «θα φταίνε οι Ευρωπαίοι».

Κλείνοντας λοιπόν και έχοντας περιγράψει την κατάσταση στρατηγικού αδιεξόδου στην οποία περιήλθε ολόκληρη πλέον η ΕΕ και τις θλιβερές της προοπτικές, θέλω να κάνω μία τελευταία επισήμανση: η σημερινή «κρίση» της Ευρώπης γεννήθηκε στην Αμερική, με την «πτώση της LehmanBrothers»4, που έθεσε την αρχή της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Ο τότε CEO της Lehman Ντικ Φούλντ «ποτέ δεν κατάλαβε γιατί η δική του τράπεζα αφέθηκε να καταρρεύσει, ενώ όλες οι υπόλοιπες – πολύ πιο ένοχες όπως λέει ο ίδιος – διεσώθηκαν από την Αμερικανική Κυβέρνηση», όπως ισχυρίζεται η VickyWard στο βιβλίο της.

Μετά από έξι χρόνια «διαχείρισης κρίσης» από τον Λευκό Οίκο, αντικείμενο για το οποίο ο Γιώργος Παπανδρέου δίνει διαλέξεις από την έδρα JohnKennedy, το βασικό συμέρασμα είναι πως ο Λευκός Οίκος κατάφερε να αποποιηθεί την «ευθύνη της Αμερικής» για την παγκόσμια δημοσιονομική κρίση και να την «φορτώσει» στην Ευρώπη. Μεταφέροντας την ευθύνη, ο Λευκός Οίκος μεταφέρει και το κόστος της ευθύνης, τωρινό και μελλοντικό.

Μέσω της κατάρρευσης της Lehman “διαχύθηκε» (spill-overeffect) η κρίση στον Ευρωπαϊκό Νότο και τώρα απειλεί ολόκλητη την Ένωση, η οποία εντέχνως μετατρέπεται από θύμα σε θύτη, αφού πρώτα έγινε παιδοκτόνος μάνα για τα τέκνα της. Κανείς πλέον δεν θυμάται ότι η κρίση προέρχεται από την Αμερική, πλέον για όλα φταίνε οι Ευρωπαίοι. Με όρους γεωπολιτικής, η Ευρώπη έχει χάσει το ηθικό της ανάστημα και το δικαίωμά της να ορίζει τα του οίκου της.

Πλέον μπαίνουμε σε νέα φάση επιδιωκόμενης αμερικανικής επικυριαρχίας, η οποία μπορεί να φτάσει και μέχρι την πλήρη διάλυση της Ευρώπης, η οποία θα ήταν αδύνατον να συμβεί χωρίς την κρίση της αμερικανικής κτηματαγοράς του 2006, που οδήγησε στην πτώση της LehmanBrothers. Κάποιοι ισχυρίζονται πως πρόκειται για μια επιτυχή διαχείριση κρίσης από το Βαθύ Κράτος των ΗΠΑ, που εξετάζει τις εκάστοτε νέες συνθήκες με όρους ιστορικής δυναμικής. Κάποιοι άλλοι, πως πρόκειται για συντονισμένο πολεμικό παίγνιο, σχεδιασμένο εξαρχής να κάμψει την παγκόσμια οικονομία και να αναδείξει τις ΗΠΑ σε «οχυρό τελευταίας σωτηρίας». Ασχέτως ευγενών ή σκοτεινών προθέσεων του Λευκού Οίκου όμως, το συμπέρασμα δεν αλλάζει: ο Λευκός Οίκος επωφελείται συνεχώς από την διαχείριση της κρίσης, αντλώντας Ισχύ, Ηθική Ανωτερότητα και Νομιμοποίηση να παρέμβει, ενόσω όλοι οι υπόλοιποι ζημιώνονται, τόσο σε απόλυτους, όσο και σε σχετικούς όρους Ισχύος. Αν η πολιτική αυτή δεν αξιολογηθεί ως μια επιτυχημένη μακροχρόνια γεωπολιτική στρατηγική των ΗΠΑ, τότε πραγματικά η Ευρώπη δεν έχει κανένα μέλλον και πολύ σύντομα θα γράψω το άρθρο με τον τίτλο που φοβάμαι πιο πολύ:

«EuropeanUnion: TangoDown!”

 

1 «Προπαγάνδα είναι η παρουσίαση ενός μηνύματος με έναν συγκεκριμένο τρόπο ώστε να εξυπηρετήσει συγκεκριμένους σκοπούς. Ετυμολογικά, προπαγάνδα σημαίνει «διάδοση μίας φιλοσοφίας ή άποψης». Ιστορικά, ο όρος χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον εντός πολιτικού συγκειμένου και ιδιαίτερα αναφορικά με συγκεκριμένες κινήσεις που προωθούνται από κυβερνήσεις ή πολιτικές ομάδες. Το προπαγανδιστικό μήνυμα διαφέρει από την γενικότερη διαφήμιση στο ότι περιέχει τρανταχτές και επιτηδευμένες ψευδολογίες ή/και παραλείπει τέτοιον όγκο αληθειών/γεγονότων σχετικών με το θέμα που καθίσταται έντονα παροδηγητικό. Σκοπός της προπαγάνδας είναι να αλλάξει δραστικά τις απόψεις των άλλων αντί απλώς να μεταδώσει γεγονότα.»: πηγή http://el.wikipedia.org/wiki/Προπαγάνδα

2 «Why Germany Should Lead or Leave», G. Soros, 8/9/2012, http://www.project-syndicate.org/commentary/why-germany-should-lead-or-leave-by-george-soros

3 «Breaking the Eurozone Deadlock», M. Edwards, http://www.project-syndicate.org/blog/breaking-the-eurozone-deadlock

4 «Η πτώση της LehmanBrothers: η αρχή της κρίσης», V. Ward, Εκδόσεις Παπαδόπουλος Α.Ε., 2010.

Previous articleΜΕ ΤΗΝ ΣΗΜΑΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΗ
Next articleTHE FIGHT OF THE BULLS AND THE DRAMA OF THE FROGS
Avatar
Ο Αλέξανδρος είναι διεθνολόγος, με εξειδίκευση στην Ευρωπαϊκή πολιτική και τις Στρατηγικές Επιστήμες, DES IEE/ULB. Έχει συνεργαστεί με το Ευρωπαίκό Κοινοβούλιο, τη Δ/νση Νεολαίας του Συμβουλίου της Ευρώπης, την Ελληνική Προεδρεία και τον ιδιωτικό τομέα. Έχει διατελέσει Πρόεδρος της Επιτροπής Νέων της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (2003-05), εκλεγμένο μέλος του Advisory Council on Youth του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Επιτροπής Προγραμματισμού του Ευρωπαίκού Ιδρύματος Νεολαίας (2004-06).

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.