ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Η Παιδεία δεν είναι ξεκομμένη από την κοινωνία μας – είναι θεμέλιος λίθος της. Δεν είναι ξεκομμένη από την οικονομία μας – είναι βασικός πυλώνας της. Δεν είναι ξεκομμένη από τον πολιτισμό μας – είναι το ακρογωνιαίο συστατικό του. Γιατί λοιπόν βολοδέρνουμε τόσο χρόνια και δεν μπορούμε να καταλήξουμε στη Παιδεία που θέλουμε; Γιατί τόσα χρόνια η μία μετά την άλλη μεταρρυθμιστική προσπάθεια αποτυγχάνει; Νομίζω πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα ΔΕΝ είναι το αίτιο. Είναι το σύμπτωμα της αδυναμίας του πολιτικού συστήματος να καταλήξει ποια κοινωνία οραματιζόμαστε, ποια οικονομία οικοδομούμε, ποιο πολιτισμό προάγουμε, ποια Ελλάδα θέλουμε!

Νομίζω όμως ότι με αφορμή και την κρίση έχουμε αρχίσει και ως πολιτικό σύστημα, αλλά και ως κοινωνία να αντιλαμβανόμαστε ΠΟΥ πρέπει να πάμε και ΠΩΣ πρέπει να πάμε. Τουλάχιστον έχουμε αντιληφθεί πως πρέπει να αλλάξουν πολλά.

Ήδη το οικονομικό μοντέλο μεταβάλλεται. Σταδιακά το κράτος παύει να είναι απόλυτος πρωταγωνιστής και το βάρος της ανάπτυξης μετατοπίζεται κατά κύριο λόγο στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Σε αυτή τη νέου τύπου οικονομία που σχηματοποιείται η Πολιτεία δημιουργεί τις προϋποθέσεις, ώστε η επιχειρηματικότητα να ανθίσει από ανθρώπους που έχουν το ταλέντο και το μικρόβιο της δημιουργίας. Αυτοί θα γίνουν οι πρωτοπόροι της ανάπτυξης, αυτοί θα δώσουν δουλειές, θα παράξουν πλούτο, θα χρηματοδοτήσουν, το νέο κοινωνικό κράτος.

Σε αυτή τη διαδικασία μετάβασης, χρέος της Πολιτείας είναι να βοηθήσει τους πολίτες της να αναπτύξουν τις δεξιότητες τους, να απελευθερώσουν τη δημιουργικότητα τους; Κι επειδή οι βάσεις για τη μεταβάση στη νέα εποχή μπαίνουν στο σχολείο, είναι σαφής η ανάγκη αναμόρφωσης του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Άπαντες αναγνωρίζουν ότι το σχολείο στην παρούσα του μορφή δεν είναι ικανό να ανταποκριθεί σε αυτό τον σπουδαίο ρόλο; Άρα, κάτι έπρεπε να γίνει. Και έγινε! Το Ν/Σ που ψηφίστηκε είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς που έγινε σε βάθος και με υπευθυνότητα. Είναι αποτέλεσμα εκτεταμένου διαλόγου. Πέντε χρόνια φωτισμένοι άνθρωποι προσπαθούσαν να βρουν τη χρυσή τομή, προτείνοντας ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που θα ενισχύει, αναδεικνύει και αξιοποιεί τις ιδιαίτερες δεξιότητες των Ελλήνων, με απώτερο σκοπό η Ελλάδα να βρει τη θέση που της αξίζει στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, καλύπτοντας τις ανάγκες της, αξιοοποιώντας τις δυνατότητες της.

Κι όμως κάποιοι πετούν αβασάνιστα αυτή την εργώδη προσπάθεια στο καλάθι των αχρήστων. Την απορρίπτουν για να την απορρίψουν, αποκρύπτοντας ότι το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας στο οποίο στηρίχθηκε η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, απαντούσε σε ορισμένα ουσιώδη και διαχρονικά ερωτήματα.

Το πρώτο αφορά στο Λύκειο που χρειαζόμαστε. Θέλουμε ένα σχολείο στο φυσικό εκπαιδευτικό και παιδαγωγικό του ρόλο που θα διαμορφώνει ολοκληρωμένες προσωπικότητες, ή θέλουμε ένα σχολείο “εξεταστικό κέντρο” που θα εμφορείται από την αντίληψη των εξεταστικών SOS στις πανελλήνιες εισαγωγικές εξετάσεις; Θα πρέπει δηλαδή το Λύκειο να αποκοπεί από τη τριτοβάθμια εκπαίδευση, χωρίς κατευθύνσεις, προσφέροντας απλώς ένα προσανατολισμό για τα ΑΕΙ, ή θα είναι προτιμότερος ένας συνδυασμός, των πλεονεκτημάτων της γενικής Παιδείας με την αύξουσα εξειδίκευση των ενδιαφερόντων στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου. Μετά από γόνιμη ανταλλαγή διαφορετικών και τεκμηριωμένων απόψεων κρίθηκε σκόπιμη η δεύτερη επιλογή, με τη γενική Παιδεία να ενισχύεται σημαντικά. Έτσι, κατοχυρώνεται η εκπαιδευτική αυτονομία του Λυκείου. Αυτονομία που κατοχυρώνεται περαιτέρω από την ενίσχυση των Τεχνικών και Επαγγελματικών Λυκείων που δίνουν επιλογή σε όσους μαθητές εστιάζουν στην κατάρτιση για την άμεση επαγγελματική τους αποκατάσταση μετά το Λύκειο, χωρίς να υποβαθμίζεται η σημασία του απολυτηρίου τους.

Το δεύτερο αφορά στο τρόπο διδασκαλίας. Χρειαζόμαστε ένα Λύκειο που θα εμβαθύνει στη δημιουργική προσέγγιση της γνώσης ή ένα Λύκειο που θα διατηρεί την πρακτική της παθητικής απομνημόνευσης; Εδώ ο θεσμός των projects δίνει ένα σαφή προσανατολισμό προς την πρώτη επιλογή. Διότι, όπως πολλοί υποστηρίζουν, η «ομαδοσυνεργατική μέθοδος» κεντρίζει το ενδιαφέρον των μαθητών, καλλιεργεί το συνεργατικό πνεύμα, διδάσκει την αναζήτηση, την επεξεργασία, την κριτική της γνώσης. Στο σημείο αυτό ο ρόλος του εκπαιδευτικού αλλάζει. Δεν οδηγεί μηχανικά. Εμπνέει δημιουργικά. Για αυτό και συνιστά μια μεγάλη πρόκληση για τους εκπαιδευτικούς που καλούνται να μην ενδώσουν στους βολικούς αυτοματισμούς των εκπαιδευτικών πρακτικών των τελευταίων δεκαετιών, δίνοντας την ευκαιρία στους μαθητές να ξαναγαπήσουν το σχολείο, μακριά από τα φροντιστήρια.

Το τρίτο ερώτημα αφορούσε στο πως θα αποφευχθεί να κρίνεται το μέλλον των υποψηφίων στη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση αποκλειστικά και μόνο από μια ολιγόλεπτη γραπτή εξέταση. Η αναζήτηση ενός αξιόπιστου και αντικειμενικού συστήματος αξιολόγησης ήταν το ζητούμενο. Επιλέχθηκε να συνυπολογίζεται η συνολική εικόνα και επιδόσεις του μαθητή σε όλες τις τάξεις του Λυκείου. Κι επειδή υπήρχε ο φόβος να μεταφερθεί πίεση στους καθηγητές την πίεση για υψηλή (ίσως και χαριστική) βαθμολόγηση, προτάθηκε η καινοτομία του Εθνικού Οργανισμού Εξετάσεων, που θα δίνει ένα αριθμό κεντρικά οριζόμενων θεμάτων μέσα από Τράπεζα θεμάτων. Παράλληλα θέματα θα θέτουν και οι διδάσκοντες και θα διορθώνονται από τους εκπαιδευτικούς του σχολείου., γεγονός που αποδεικνύει την πρόθεση του υπουργείου να αναβαθμίσει το ρόλο του εκπαιδευτικού.

Με τη γενικότερη επίδοση να λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλίδα για τον μαθητή και τους διδάσκοντες σε κεντρικό ρόλο θα ανέμενε κανείς οι εκπαιδευτικοί να είναι οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του Ν/Σ, καθώς αναβαθμίζοντας το σχολείο, επανεκτιμάται η δουλειά τους. Κι όμως… Στενά συντεχνιακά συμφέροντα αποπροσανατολίζουν την εκπαιδευτική κοινότητα να συμβάλει και να στηρίξει την αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Συνδικαλιστικές ηγεσίες με παρωχημένες μορφές διεκδίκησης συμπαρασύρουν σε αδιέξοδο μεγάλο μερίδιο εκπαιδευτικών που αντιλαμβάνονται τη σημασία των προτεινόμενων αλλαγών και του νέου προσανατολισμού της Παιδείας.

Κενά και παραλείψεις ίσως να υπάρχουν ακόμα. Όμως εκείνο που υπάρχει είναι η πολιτική βούληση της κυβέρνησης για εξαντλητικό διάλογο σε όλα τα επίπεδα, χωρίς μονομερείς και αυθαίρετες αποφάσεις, με επιδίωξη της μέγιστης δυνατής πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης. Για αυτό και “η αντίδραση για την αντίδραση” που επιλέγουν ορισμένοι, εκθέτουν τελικά τους ίδιους. Ο καθολικός αρνητισμός μέρους της αντιπολίτευσης και των συνδικαλιστικών ηγεσιών, δεν οδηγεί πουθενά. Συντηρεί το φαύλο κύκλο της στασιμότητας και ευτυχώς οι πολίτες έχουν πια τη δυνατότητα να το αντιληφθούν.

Ο Μάξιμος Σενετάκης είναι βουλευτής της ΝΔ στο Ηράκλειο Κρήτης

 

Previous articleRICH MAN’S RECOVERY
Next articleΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙO
Ο Μάξιμος Σενετάκης είναι βουλευτής ΝΔ Ηρακλείου. Είναι πολιτικός μηχανικός, πτυχιούχος του Ε.Μ.Π. Την άνοιξη του 2012, βρέθηκε, για πρώτη φορά, από το εργοτάξιο στο ελληνικό κοινοβούλιο με τη ΝΔ - την πρώτη φορά που έθεσε υποψηφιότητα. Στις εκλογές του 2015 δεν πέτυχε να επανεκλεγεί. Ο Πρόεδρος της ΝΔ του εμπιστεύτηκε την θέση ειδικού προεδρικού συμβούλου για θέματα ανάπτυξης Κρήτης. Στις εκλογές του Ιουλίου του 2019 εκλέχθηκε δεύτερη φορά βουλευτής.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.