Καθόλου τυχαίο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δια του αρχηγού του Α. Τσίπρα, τέσσερις μόνο μήνες μετά το σχηματισμό της παρούσας κυβέρνησης, έβαλε στο πολιτικό τραπέζι ζήτημα νέας προσφυγής στις κάλπες.

Προφανώς αν οι συνθήκες και η κατάσταση της χώρας δεν ήταν σε αυτό το οριακό σημείο, το να ζητάει στη χώρα μας η αξιωματική αντιπολίτευση εκλογές, ακόμη και την επομένη σχηματισμού κυβέρνησης, κανέναν δεν θα εξέπληττε, γιατί σε όλη την ιστορία του ελληνικού κοινοβουλευτισμού είναι κάτι συνηθισμένο.

Γιατί όμως σε αυτή τη συγκυρία, τη στιγμή μάλιστα που οι τελευταίοι που πραγματικά θα ήθελαν εκλογές αυτή την περίοδο είναι εκείνοι που απολαμβάνουν την ασφάλεια της ανέξοδης καταγγελίας; Για να αναλάβουν, χωρίς να έχουν καμία πίεση να βγάλουν τα καυτά κάστανα απ’ τη φωτιά; Όχι βέβαια γιατί μάλλον θα ήταν πολιτικά αφελείς και κανένας δεν μπορεί να τους κατηγορήσει γι’ αυτό. Κάθε άλλο. Ίσα ίσα που η ευφυής επιλογή της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, να δώσει κυβερνητικό όραμα, που λειτούργησε ως συγκολλητική ουσία στις αλληλοσυγκρουόμενες συνιστώσες, ήταν εκείνη που επιπλέον προκάλεσε το ρεύμα μετανάστευσης  του συνδικαλιστικού ΠΑΣΟΚ, με αποτέλεσμα να φέρουν το μικρό κόμμα της αριστεράς στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Το σύνθημα λοιπόν των εκλογών, που για πολλούς ετέθη άκαιρα, ήταν μια υπολογισμένη κίνηση που ήρθε κατ’ αρχήν να ανατρέψει τις εντυπώσεις που δημιούργησε η δήλωση του κ. Λαφαζάνη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι έτοιμος να κυβερνήσει, δήλωση που προκάλεσε την βίαιη αντίδραση των προεδρικών. Παράλληλα ανανεώνει το όραμα της εξουσίας στις συνιστώσες που συνθέτουν τον πολιτικό σχηματισμό, κάνοντας άλμα προς το μέλλον, και στέλνοντας στις καλένδες την πολιτική συζήτηση για ενιαίο κόμμα. Είναι γνωστή εξ άλλου η κόντρα που σοβεί στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, μεταξύ ευρωπαϊστών και ευρωσκεπτικιστών…, που οι αντιθέσεις τους πολλές φορές θυμίζουν αντίπαλες ιδεολογίες.

Παράλληλα όμως ο Α. Τσίπρας στέλνει ένα μήνυμα και προς εκείνους που διαρρέουν σενάρια για ένα νέο δίπολο, το οποίο θα έχει από τη μια πλευρά του πολιτικού σκηνικού, το «συντηρητικό πατριωτικό κόμμα» του Α. Σαμαρά και από την άλλη τους «αριστερούς λαϊκιστές του κρατισμού», συνθλίβοντας με την πόλωση τους καταρρέοντες ενδιάμεσους, ότι είναι έτοιμος να σηκώσει το γάντι.

Κάποιοι «ξεδοντιασμένοι» παράγοντες του πρώην κραταιού συστήματος, δεν έχουν καταλάβει πού έχουν φέρει τη χώρα με τις επιλογές τους και εξακολουθούν να «μαγειρεύουν» τις εξελίξεις σαν να μη συμβαίνει τίποτα, παίζοντας αφελώς με τη φωτιά, παρασύροντας μάλιστα το ζαλισμένο πολιτικό προσωπικό σε επικίνδυνες ατραπούς.

 

Προφανώς όλες αυτές οι ασκήσεις επί χάρτου γίνονται και ως φυγή προς τα εμπρός με σκοπό τον εξωραϊσμό της αβάσταχτης για τους πολίτες οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, αλλά και την αποφυγή αντιμετώπισης των αντιφάσεων που προκαλεί η κρίση στο εσωτερικό των προβληματικών πολιτικών οργανισμών. Το ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί άμεσα είναι, αν αυτά τα παιχνίδια εντυπώσεων και τακτικής, είναι ικανά πλέον να δώσουν όραμα και ελπίδα σε μια κοινωνία σε απόγνωση ή θα έχουν σαν αποτέλεσμα να επιταχύνουν την έκρηξη της οργής της.

 

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.