Το  σύστημα  κλήρινγκ (clearing)  στις  διεθνείς   εμπορικές  συναλλαγές  είναι διακρατικό  σύστημα  περιορισμού  των συναλλαγματικών  εκροών  δια  μέσου  της  συμψηφιστικής  λειτουργίας. Το clearing συνίσταται στον συμψηφισμό των απαιτήσεων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν στη διάρκεια της συναλλαγής.

Σ” αυτές τις περιπτώσεις του, αποφεύγεται η αγορά ή η πώληση μέσω χρήματος, αλλά το χρέος κάποιας χώρας καλύπτεται από μια άλφα διευκόλυνση που θα κάνει στην πιστώτρια χώρα ή γίνεται με ανταλλαγή προϊόντων. Η  Ελλάδα  πωλούσε  επί  δεκαετίες  , μετά  το Β΄ΠΠ , με  τον  τρόπο  αυτό  πορτοκάλια  στα  Ανατολικά  Κράτη , εισάγοντας  αγροτικά  μηχανήματα  και  φθηνά  αυτοκίνητα . Δεν  πωλούσε  όμως  πάντα  μόνο  πορτοκάλια , ούτε   ο εμπορικός  της  εταίρος  στο κληρινγκ  ήταν  μόνο  η COMECON .

Στη  δεκαετία  1930 – 1940  το  κύριο  εξαγωγικό  προϊόν  της  Ελλάδας  δεν  ήταν  το  πορτοκάλι . Ήταν  τα  καπνά . Η  Ελλάδα  μάλιστα  μετά  την  προσάρτηση  των  εδαφών  της  Μακεδονίας  και  της  Θράκης , με  την  παραδοσιακή  καλλιέργεια καπνού ,  μετά  από  τους   Βαλκανικούς  Πολέμους   είχε  γίνει  μία  από  τις σημαντικότερες  καπνοπαραγωγούς  Χώρες . Η  εγκατάσταση  μάλιστα  του  φιλοπρόοδου  και  εργατικού  προσφυγικού  στοιχείου , μετά  τις  ανταλλαγές  των  πληθυσμών  που  ακολούθησαν  τη  Μικρασιατική Καταστροφή ,  συνετέλεσε  ώστε  η  αύξηση  της  παραγωγής  καπνών  να  γίνει  αλματώδης  και  θεαματική . Τα  καπνά , όχι  μονο  πήραν  τη  θέση  τους  δίπλα  στα  παραδοσιακά  ελληνικά  αγροτικά  και  ημιαγροτικά  προϊόντα ( σταφίδα , βαμβάκι, βαμβακονήματα, λάδι, το 20 %της παραγωγής , κρασί , μούστος κ.λπ. ) , αλλά  αναδείχτηκαν  στην  εξαγωγική  ατμομηχανή  της  Ελλάδος φθάνοντας  να  καταλαμβάνουν  το  40% έως  45 % των  ελληνικών  εξαγωγών .

Στη   δεκαετία  του  1930  η  Ελλάδα  ,  εισπράττοντας   τα  επίχειρα   της  διεθνούς  οικονομικής  κρίσης  του  1929  , την   εμμονή  της  Βενιζελικής  ηγεσίας  στο  σκληρό  νόμισμα  ( κανόνας  ισοτιμίας χρυσού – δραχμής ),   κήρυξε  χρεωστάσιο  το  1932 . Στα  πλαίσια  αυτά  προσπάθησε  να  ελέγξει  το  εμπορικό  της  ισοζύγιο  εισάγοντας  προστατευτικά  μέτρα  για  τον  περιορισμό  των  εισαγωγών  και  την  αύξηση  των εξαγωγών . Ο  χαλαρός  έως  ασθενής  έλεγχος  της  ροής  του  συναλλάγματος  συνέβαλε  στη  μείωση  των  εισαγωγών  κατά  17% , αλλά  ταυτόχρονα  οι  εξαγωγές  μειώθηκαν  κατά  41% .

Η  μείωση  των  εξαγωγών  , επηρέασε  ιδιαίτερα  την  παραγωγή  και  εμπορία  καπνών . Καπνοπαραγωγούς , καπνεμπόρους και καπνεργάτες . Δημιούργησε  τη  δεύτερη  μεγάλη  , μετά  τη  σταφιδική στα τέλη  19ου – αρχές 20ου αιώνα , εμπορική εξαγωγική κρίση . Ανεφύη έτσι  το  «καπνικόν ζήτημα » , που  χτύπησε  ιδιαίτερα  τις  παραδοσιακές  βενιζελικές περιοχές  της  Βορείου  Ελλάδος  που  πλέον  είχαν  ενδυναμωθεί  από  το συμπαγές βενιζελικό  προσφυγικό  στοιχείο .

Ταυτόχρονα  οι έλληνες  έμποροι  καταλάμβαναν  τεράστιο  ποσοστό  της  διεθνούς οικονομικής  δραστηριότητας  και  ήλεγχαν  σε  διεθνικό  επίπεδο  το εμπόριο  καπνού , σταφίδας  και βαμβακιού .

Το  σχέδιο  για  την  αντιμετώπιση  της  κρίσης  ήταν  το  εξής  μείωση  των  εισαγωγών  με  ποσοστώσεις  και  με  τους  νόμους  5422 αρχικά  και   5426 του  1936  επιβλήθηκαν  σαρωτικοί  εισαγωγικοί  και  συναλλαγματικοί  περιορισμοί , ενώ  το  άρθρο 3  του  ν. 5426  ενίσχυε  την  προσπάθεια  να  αυξηθεί  το  εμπόριο  μέσω  του  συμψηφισμού .

Οι  περιορισμοί  και  το  συμψηφιστικό  μοντέλο  εν  τέλει  απέδωσαν  αλματωδώς  μετά  το 1934 . Η  βιομηχανία  κινήθηκε  σε  προσπάθεια  αναπλήρωσης των  μη  εισαγομένων προϊόντων και σημείωσε  αλματώδη  αύξηση , ενώ  σε πολύ  μεγάλη άνθηση  κινήθηκε  και  η  γεωργία .  Η  Ελλάδα  συνήψε  συμβάσεις  κλήριγκ  με  πάρα  πολλές  χώρες . Πολλές  από  αυτές  τις  συμβάσεις  ήταν  εντελώς  απροσδόκητες όπως  π.χ.  η σύμβαση  κλήριγκ  για  εξαγωγή  ελληνικών κρασιών  στη  Γαλλία , για  να  συμψηφισθούν  χρέη  προς  τους  Γάλλους  εμπόρους  που  προέκυψαν  από το  χρεωστάσιο .

O Hjalmar Schaht

Για  την  επίλυση  του  καπνικού ζητήματος , η  Ελλάδα  συνήψε  συμφωνίες  με  το  Αυστριακό  Μονοπώλιο  Καπνού  και  κατόπιν  με  τη  Γερμανία , αφού  οι  ελληνικές  κυβερνήσεις  απέτυχαν  να  προσελκύσουν το  ενδιαφέρον  των  Βρετανώνσιγαροβιομηχάνων προς  τα Ελληνικά  Καπνά  . Η  Ελλάδα  έτσι επέλυε  με  εξαγωγές  το  καπνικό  ζήτημα , ενώ  μπορούσε  να  εισάγει μηχανήματα ,  σιδηρομετάλλευμα  και  άνθρακα .  Με  τη  Γερμανία  υπήρχε  ένα  χρόνιο  εμπορικό  περίσσευμα  ( ελληνική ζημία ) που  κυμαινόταν  στο 3-5%  περίπου  του ισοζυγίου  με  χρεώστη  τη  Γερμανία . Η  ανισορροπία  αρχίζει  να  μεγεθύνεται  το μετά  το  1934 , όπου  τίθεται  σε  εφαρμογή το  Νέο Σχέδιο του Γιάλμαρ Σαχτ, προέδρου της Reichsbank , και    το 1935 σε σύνολο  γερμανικών  εισαγωγών 10, 7 δισεκατομμυρίων δραχμών , η  ελληνική ζημία  , γερμανικό παθητικό  να  εμφανίζεται σε  ένα  ποσοστό 5% , δηλ.  περίπου  550 εκ. δραχμές .

O Εμμ. Τσουδερός

Μετά  την  ανάληψη  της  εξουσίας  από  το δικτατορικό καθεστώς  της 4ης Αυγούστου 1936  στις   8 Δεκεμβρίου 1936   επιτυγχάνεται  η  Συμφωνία  Τσουδερού , Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος  ,  και  του  Διοικητή  της Reichsbank  Χιαλμαρ Σάχτ , Εμπνευστή  του  «Νέου  Σχεδίου» . Συμφωνείται  ότι  η  Ελληνική  Ζημία  από  το  κληρινγκ  είναι  περίπου  94.000.000  ReichsMark ( RM ) . Από  αυτά  τα  34 εκ.RM  θα μπορούσε  να  τα  αναλάβει  η  Ελλάδα  σε  μετρητά , εντός  ενός  έτους , και  τα  υπόλοιπα  60  θα  διακανονίζονταν  σε  γερμανικά  κρατικά  ομόλογα  επταετούς  διάρκειας .  Τα  χρήματα  αυτά  όμως   ουδέποτε  πληρώθηκαν  .

Η  Ελλάδα  όμως  είχε  παγιδευθεί  στον  εξαγωγικό  εγκλωβισμό  του  καπνού  προς  τη  Γερμανία . Η προσπάθεια  να περισταλεί   η  ζημία  έγινε  με  υπερτιμολογήσεις  των γερμανικών προϊόντων  και  υποτιμολογήσεις  των  ελληνικών , με  την  αύξηση  των  Γερμανικών  Εξαγωγών . Και  αργότερα  με  προσπάθεια  να  αγορασθεί  γερμανικής  προέλευσης  οπλισμός.

Το  1937  το  φιλόδοξο   πρόγραμμα  του  Μεταξά  για την  ανοικοδόμηση  τη  γραμμής  Οχυρών (που  κόστισε  περί το 1,5 δις  δραχμών  της  εποχής  και  πάνω  από  65 σημερινά δις  ευρώ  )  είναι σε  πλήρη  εξέλιξη ,  όπως  και  η  στρεβλή  καταιγιστική  ανάπτυξη , πιο σωστά μεγέθυνση,  της  Ελληνικής  Οικονομίας  ,συμπληρώνεται  ανισομερώς  με  παραγγελίες  γερμανικού  οπλισμού  72.000.000  μάρκων,   από  τα  οποία , όπλα  56.000.000  μάρκων  παραδόθηκαν  στην Ελλάδα .

Άλλοι όμως  μελετητές  υποστηρίζουν  ότι  οι  συνολικές  γερμανικές  εξαγωγές  την περίοδο αυτή  ήταν   περίπου  117.000.000 (  σε  όπλα 72.000.000 μάρκα   και  45.000.000 μάρκα σε  βιομηχανικό εξοπλισμό), και  άλλοι   127.000.000  μάρκα  ( 72.000.000 για  όπλα και 55.000.000 για βιομηχανικό εξοπλισμό ) τα   οποία  ισοσκελίζουν  τη  διαφορά  κλήρινγκ  μεταξύ  των  ετών 1936-1940  , αφού  το  επίπεδο  των  ελληνικών  εξαγωγών  για  το  ίδιο  διάστημα ,  κινήθηκε  στο  επίπεδο  των  116.000.000 μάρκων

Ο Ελληνογερμανικός  λογαριασμός   κλήρινγκ1932-1940  δεν  είναι  είναι  επομένως  ισοσκελισμένος ,  αφού   η  διαφορά  των  94.000.000  μάρκων 1935  συνεχίζει  να  υφίσταται .  Ακόμη υιοθετήσουμε  την  πλέον  αισιόδοξη  εκτίμηση  ότι  η  διαφορά  κλήρινγκ ήταν  υπερ  της  Ελλάδος  116.000.000 μάρκα  για  την  περίοδο  1936-1940  και  η  γερμανικές  εξαγωγές  127.000.000 μάρκα  ,  και  αφαιρέσουμε  από  αυτή  τη  διαφορά  των  11.000.000  μάρκων  από  τα   94.000.000  μάρκα  στα  οποία  αντιστοιχεί  η   σύμβαση  του  1935 , απομένουν  83.000.000  μάρκα  1935 , που  οφείλει  βάσει  διακρατικών  συμφωνιών  η  Γερμανία , για  τη  διαφορά  κλήρινγκ  1932 -1940

O  Γκαίμπελς με  το Μεταξά στην Αθήνα

Η  εμπορική  οφειλή  της  Γερμανίας , ληξιπρόθεσμη  στο  τέλος  κάθε  έτους  από  το 1932  υφίσταται  και  ουδέποτε  έχει  ρυθμισθεί . Παραμένει  σε  εκκρεμότητα ως  αλληλόχρεος λογαριασμός   μεταξύ  της  Bundesbanκ ( διαδόχου της ReicηhsBank )  , και  της  Τραπέζης  της  Ελλάδος . Η  Γερμανία  οφείλει  στην  Ελλάδα  από  αυτή  την  αιτία  84.000. 0000  προπολεμικά Reichsmark . Βέβαια , υπάρχουν  και  μελετητές  που  έχοντας  ως  βάση  τη  σταθεροποιημένη  δραχμή  σε  ιστοτιμία  με  το  χρυσό μάρκο  , υπολογίζοντας   τις  τεράστιες  διεθνείς  πληθωριστικές  πιέσεις  , κυρίως  σε  ότι  αφορά  το γερμανικό νόμισμα  την τετραετία 1935-1938 ,   και  λαβάνοντας  υπ΄ όψιν  το  υπολογιστικό πρότυπο Αγγελόπουλου  – Βαρβαρέσου με  αναγωγή  στο δολάριο αγοραστικής  αξίας  1938 ,  υπολογίζουν την υπέρ  της  Ελλάδος  διαφορά  Ελληνογερμανικού κλήρινγκ σε 523.873.000   δολάρια αγοραστικής  αξίας  1938 . Το χρέος  αυτό  ως  χρέος  μεταξύ κυριαρχιών  δεν  παραγράφεται και  η Γερμανία  είναι υπερήμερη  από το 1941 .

Παρά το  μικρό της  ύψος , η διαφορά από το προπολεμικό κλήρινγκ ίσως  είναι  η  μόνη  πτυχή  των  Ελληνικών  αξιώσεων  κατά  της  Γερμανίας  που  δεν  συζητείται . Γιατί  άραγε ;  Μήπως  γιατί  λόγω  της  βασιμότητάς  του  ο Γερμανικός  παράγοντας  αποφεύγει  εντελώς  την  ανακίνησή  του ;

Το  χρέος  αυτό  δεν  είναι  του  μεγέθους   του  κατοχικού  δανείου  , ή  των  επανορθώσεων. Είναι  όμως το  χρέος  που  παραδεκτά  τοκίζεται  και  ανατοκίζεται  από  1.1.1941  και  εντεύθεν . Δεν  είναι  ένα  χρέος  της  τάξεως  μεγέθους  που  δυνητικά  θα  επέλυε  το πρόβλημα  χρέους  τη  Χώρας .  Είναι  όμως  το  μόνο  χρέος , ως  διακρατική  εμπορική  οφειλή  εν  καιρώ  ειρήνης , για  την  οποία  αν  οχληθεί  η  Bundesbank   από την  Τράπεζα  της  Ελλάδος, δεν  νομίζω  ότι  θα  μπορέσει  να  αντείπει  και  θα  αναγκασθεί  να  διαπραγματευθεί .

Και  φυσικά  επάνω  στις  διαπραγματεύσεις  το  Ελληνογερμανικό κλήρινγκ  μπορεί  να  αναδειχθεί  στον  πολιορκητικό  κριό  για  τη  διεκδίκηση   και  του  κατοχικού  δανείου , και  των  επανορθώσεων και  των  ατομικών  αξιώσεων , κυρίως  όμως  για  να  γίνει η  σύνδεση  με  τη μεγάλη  λεηλασία  που  έγινε  στη  χώρα  με  τις  συμβάσεις  του κατοχικού  κλήρινγκ 1941-1944 , που  ούτε  αυτές  έχουν  ρυθμισθεί .

1 COMMENT

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.