Αν θέλουμε να μιλάμε τη γλώσσα της αλήθειας δεν έχουμε παρά να αναγνωρίσουμε πως η αξιοκρατία στο Δημόσιο παραμένει ακόμα πολιτικό ζητούμενο. Σε μια χώρα εξοικειωμένη σε διαχωρισμούς “ημετέρων και μη”, υπάρχουν ακόμα πολιτικές δυνάμεις που επιμένουν να υπερασπίζονται την αντίληψη του κράτους-παραμάνα (nanny-state), η οποία οδήγησε τη χώρα στη σημερινή κατάσταση.

Καλώς ή κακώς το σύγχρονο ελληνικό κράτος στελεχώθηκε σε σημαντικό βαθμό (ευτυχώς όχι σε απόλυτο…) από πολίτες που είχαν ή επιτύγχαναν πρόσβαση σε κομματικά γραφεία και έβρισκαν τελικά μια “θέση στον ήλιο”. Μια θέση που παρείχε την ασφάλεια της μονιμότητας και όχι μόνο, σε αντίθεση με εκείνους που έμεναν στη …σκιά του ιδιωτικού τομέα, παλεύοντας για μια θέση στο σκληρό ελεύθερο ανταγωνισμό.

Είναι σαφές πως η “κακή συνήθεια” πρέπει να αλλάξει. Η χώρα δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να συντηρεί ένα ογκώδες και αντιπαραγωγικό κράτος. Η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά, παρά τις όποιες εσωτερικές αντιστάσεις, έχει πετύχει την μείωση από 950.000 σε 700.000 δημοσίων υπαλλήλων μόνιμων και έκτακτων, καθώς και του μισθολογικού κόστους του δημοσίου από τα 24,5 δισ.€ σε 16 δισ.€, γεγονός στο οποίο οφείλεται η επίτευξη του πολυπόθητου πλεονάσματος.

Αποδεικνύεται έτσι πως το “κράτος-επιχειρηματίας” (πόσο μάλλον το “πελατειακό κράτος”) λειτουργεί σε βάρος της οικονομίας και της κοινωνίας ευρύτερα και η συντήρηση του δεν προσφέρει καμία ελπίδα εξόδου της χώρας από την κρίση. Είναι χαρακτηριστικό, με βάση στοιχεία του υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης, πως αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε την ευκαιρία να επαναπροσλάβει τους δημοσίους υπαλλήλους που αποχώρησαν και διόρθωνε τις μειώσεις των μισθών κατά το ήμισυ σε σχέση με τους μισθούς του 2009, το κόστος της πολιτικής του θα ανέρχονται στα 4 δισ.€. Που θα βρίσκονταν αυτά τα χρήματα;

Όλοι γνωρίζουν πως τα χρήματα αυτά δεν υπάρχουν. Όπως γνωρίζουν την ανάγκη περαιτέρω μείωσης του Δημόσιου Τομέα και βελτίωσης της ποιότητας των υπηρεσιών της Δημόσιας Διοίκησης που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την αντικειμενική αξιολόγηση των υπαλλήλων.

Όπως λοιπόν, στον ιδιωτικό τομέα η πολιτική ταυτότητα δεν αποτελεί κριτήριο αξιολόγησης, καθώς εκ των πραγμάτων η διεκδίκηση ή διατήρηση μιας θέσης εργασίας ενέχει τα χαρακτηριστικά της αξιοκρατίας (ουδείς ιδιώτης θα πλήρωνε ένα αντιπαραγωγικό υπάλληλο, πολύ περισσότερο θα αναζητούσε άξιους συνεργάτες, ικανούς να καταστήσουν ανταγωνιστική την επιχείρηση του…), έτσι και στο δημόσιο τομέα, είναι τα αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης που θα πρέπει να προσδιορίζουν την πρόσληψη ή παραμονή ενός υπαλλήλου – κάτι που σε τελική ανάλυση ευνοεί τους ικανούς και όχι τους “ημετέρους”…

Από τη στιγμή λοιπόν που η κυβέρνηση προκρίνει τη διαδικασία της αξιολόγησης σε όλο το φάσμα του δημόσιο τομέα. Από τη στιγμή που τα αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης αποδεδειγμένα προάγουν και διασφαλίζουν την αξιοκρατία, η άρνηση όλων των κομμάτων να συμφωνήσουν πως η αξιοκρατία στο Δημόσιο οφείλει και πρέπει να αποτελεί εθνικό στόχο, προφανώς ενέχει στοιχεία πολιτικής ιδιοτέλειας. Διότι ποιος αρνείται τον εκσυγχρονισμό του κράτους και τη συνεπαγόμενη ανάκαμψη της οικονομίας, πέραν όσων προσβλέπουν σε πολιτικό όφελος από τους διαχωρισμούς του παρελθόντος ή εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται το κράτος ως “λάφυρο” για κάθε κομματικό σχηματισμό που καταλαμβάνει την εξουσία;

Η κυβέρνηση έχει αποδείξει πως δεν επενδύει πολιτικά στην κρατικιστική αντίληψη, ούτε φοβάται το “πολιτικό κόστος” από παρεμβάσεις που έχουν σαν στόχο την αναβάθμιση (μέσω της αξιολόγησης) του επιπέδου των δημοσίων υπαλλήλων, το διαρκή, αυστηρό και δίκαιο πειθαρχικό έλεγχο. Η κυβέρνηση στοχεύει σε ένα κράτος αξιοκρατικό, αποτελεσματικό και διαφανές που θα συμβάλει και δεν θα εμποδίζει την ανάπτυξη της χώρας, που θα είναι φιλικό προς τους πολίτες, που θα ρυθμίζει και θα εποπτεύει τους κανόνες λειτουργίας της αγοράς που θα απαγκιστρωθεί από την παθογένεια των πελατειακών σχέσεων, δίνοντας πραγματικές ευκαιρίες γρήγορης ανέλιξης στους άξιους και εργατικούς δημοσίους υπαλλήλους.

Ο παραπάνω στόχος δεν είναι υπακοή στις επιταγές της Τρόικας. Είναι εθνική επιταγή. Για αυτό και η κυβέρνηση επιδιώκει ένα ανοικτό και ειλικρινή διάλογο, προκειμένου οι μεταρρυθμίσεις στο Δημόσιο να τύχουν της ευρύτερης δυνατής πολιτικής νομιμοποίησης. Έχει αποδείξει πως επιθυμεί την ενεργό συμμετοχή όλων των κομμάτων και είναι πρόθυμη να εισακούσει και υιοθετήσει εποικοδομητικές προτάσεις. Κι είναι προς το συμφέρον των κομμάτων (γιατί ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό κράτος είναι προς το συμφέρον της χώρας) να ανταποκριθούν στο κάλεσμα.

Δεν είναι ανάγκη να περιμένουμε κάθε φορά τους υπαλλήλους της Τρόικας να μας υποδείξουν το σωστό. Πρόσφατα για παράδειγμα, λίγες μέρες την πρόταση δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ ο Κυριάκος Μητσοτάκης έφερε προς ψήφιση στη Βουλή ένα νομοσχέδιο που καταργούσε το μπόνους για χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή στους δημοσίους υπαλλήλους, εκλογίκευε τη χορήγηση αναρρωτικών και εκπαιδευτικών αδειών. Δεν το έκανε καθ” υπόδειξη της Τρόικας. Το υπέδειξε η κοινή λογική. Παρόλα αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ το πολέμησε για να μη θίξει κάποιους οι οποίοι στεναχωρήθηκαν από την απώλεια ενός μικρού αλλά συμβολικού κεκτημένου.

Η πολιτική στόχευση του ΣΥΡΙΖΑ και κάποιων άλλων πολιτικών δυνάμεων είναι προφανής. Όμως, όσοι διακηρύσσουν αυτόκλητα την “κοινωνική ευαισθησία” τους με υποσχέσεις προστασίας όσων ευνοήθηκαν από την “κακή συνήθεια” του παρελθόντος ή που υπόσχονται την άσκηση “κοινωνικής πολιτικής” μέσω αθρόων προσλήψεων (με πολιτικά προφανώς κριτήρια) παραπλανούν το λαό και συντηρούν την “πελατειακή αντίληψη” ενός “κράτους-παραμάνα”, το οποίο σε τελική ανάλυση πληρώνουν οι φορολογούμενοι, η ιδιωτική οικονομία και η ανάπτυξη της χώρας.

Ο Μάξιμος Σενετάκης είναι βουλευτής Ηρακλείου, ΝΔ.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.