Στο δρόμο του Θησέα, ο Πιτυοκάμπτης έδενε τους ανθρώπους σε λυγισμένα πεύκα που τους έσκιζαν στα δύο. Ο Προκρούστης ακρωτηρίαζε ή εξάρθρωνε τα δικά του θύματα προκειμένου να τα προσαρμόσει στο κρεβάτι όπου τα έδενε. Για την απερίφραστα φιλο-ευρωπαϊκή αριστερά το ρόλο του Πιτυοκάμπτη ενδέχεται να διαδραματίσει η ριζοσπαστική αριστερά και εκείνον του Προκρούστη το μπλοκ των πολιτικών δυνάμεων που στήριξε τα δύο Μνημόνια. Κι εξηγούμαι:

Μετάτις εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012η Δημοκρατική Αριστερά (ΔΗΜΑΡ) έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα σε δύο δρόμους:

Ο πρώτος ήταν να συνεργαστεί με τις δυνάμεις που στήριξαν τα Μνημόνια Ι και ΙΙ υιοθετώντας μια μεταρρυθμιστική, αντι-λαϊκιστική και ρητά φιλο-ευρωπαϊκή (με ότι όλα αυτά μπορεί να σημαίνουν σήμερα) προσέγγιση του προβλήματος διακυβέρνησης της χώρας. Αυτός ο κυβερνητικός προσανατολισμός του λεγόμενου«αριστερού ευρωπαϊσμού» φέρεται πως συνάδει με παλαιότερες στρατηγικές επιλογές του ιδίου πολιτικού χώρου (π.χ. η στρατηγική της Εθνικής Αντιδικτατορικής Ενότητας μετά τη Μεταπολίτευση, η πρόταση των 5 σημείων της ΕΔΑ του 1965, το κείμενο του ΚΚΕ εσωτερικού «Στόχοι του Έθνους» που δημοσιοποιήθηκε το 1974 κ.α.).

Επιμέρους επιδιώξεις αυτής της επιλογής φαίνεται πως είναι η ενεργή συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ -από θέση κυβερνητικής επιρροής- στην πιθανολογούμενη διαδικασία ανασύνταξης του λεγόμενου χώρου της «κεντροαριστεράς» με στρατηγικό στόχο τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού σοσιαλδημοκρατικού και οικολογικού πολιτικού σχήματος σε συνεργασία με ότι θα έχει απομείνει από το «όλον» ΠΑΣΟΚ και «με ολίγη» από οικολογικές συσσωματώσεις.Είναι πρόδηλο ότι σε αυτό το εγχείρημα θα είχε να αντιμετωπίσει ισχυρότατες αντιδράσεις από εκείνους που θα θεωρούσαν ότι η στάση του κόμματος εκπορεύεται από υστεροβουλία, φιλαρχία και προσωπικές επιδιώξεις και πάντως ότι αντιφάσκει με την προγενέστερη στάση του.

Είναι ευνόητο ότι η στήριξη της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση Σαμαρά θα προκαλέσει την υπερφόρτωση της με βαρύ πολιτικό κόστος, σε σχέση με τις ευθύνες που της αναλογούν για την εθνική στρατηγική κατά της χρεωκοπίας, που άλλωστε έχει χαραχτεί από τις δύο προηγούμενες κυβερνήσεις. Η εμπειρία του συγκυβερνώντος Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου των ετών 1989-90 έχει καταδείξει ότι το εκλογικό ακροατήριο του πολιτικού αυτού χώρου, που είναι εθισμένο στην θέση της αντιπολίτευσης, δε συγχωρεί καθόλου εύκολα τη συμμετοχή των πολιτικών εκπροσώπων της στις ευθύνες διακυβέρνησης, αν οι τελευταίοι δεν επιβεβαιώσουν γρήγορα τα εφικτά ή ανέφικτα οράματα των ψηφοφόρων για την εξουσία και το ρόλο της.

Η άλλη επιλογή για την ΔΗΜΑΡ θα ήταν να παραμείνει στο ασφαλές λιμάνι της αντιπολίτευσης και να επιλέξει μια στάση «αντιοξειδωτική», που δε θα την έφθειρε ιδίως στην περίπτωση που η «Κυβέρνηση των Τριών Κομμάτων» δεν καταφέρει αξιοσημείωτα αποτελέσματα στις (επανα)διαπραγματεύσεις με την Τρόικα και το διευθυντήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους όρους δανειακής ενίσχυσης της χώρας μας και δεν αστοχήσει στην προώθηση των κρίσιμων θεσμικών και πολιτειακών μεταρρυθμίσεων,τις οποίες ευαγγελίστηκε.

Η τελευταία επιλογή είναι προφανώς χαμηλού ρίσκου,όμως θα συνέδραμε στην ανάδειξη ενός αμείλικτου ερωτήματος: Σε τι διαφέρουν τελικά οι στρατηγικές της ΔΗΜΑΡ και του ΣΥΡΙΖΑ;

Η πλάστιγγα τελικά έγειρε -όχι πάντως χωρίς αντιδράσεις- προς την πρώτη επιλογή, την οποία θα κληθεί να κρίνει ο ιστορικός του μέλλοντος. Στο πεδίο, όμως, της τρέχουσας πολιτικής δράσης δε θα αργήσει να κριθεί αν η επιλογή της συγκυβέρνησης με τους πάλαι ποτέ εταίρους του δικομματισμού επιφυλάξει ένα καλύτερο μέλλον για τον χώρο που εκφράζει η ΔΗΜΑΡ ή οδηγήσει σε μια «κομματοκτόνο» διχοτόμηση του ανάμεσα στο σχήμα που θα διαδεχτεί το παλαιό ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.