Ο Αντώνης Κεφαλάς προβλέπει ότι δεν υπάρξει σύντομα επιστροφή στην κανονικότητα και η κανονικότητα δεν θα είναι όπως τη γνωρίζαμε. Το νέο τοπίο φέρνει το 1/3 των σημερινών θέσεων εργασίας να μην υπάρχουν, η ανάπτυξη να έρχεται από τη δημοσιονομική πολιτική όχι τις τράπεζες και το αύριο να ζητά επιδότηση της ανεργίας με επαγγελματική κατάρτιση και καινοτομία.


Το δεύτερο κύμα της πανδημίας έχει στείλει σχεδόν όλους τους οικονομολόγους στα γραφεία τους για να αναθεωρήσουν τις προβλέψεις τους. Από κοντά και οι πολιτικοί.

«Ύβρις» αποδεικνύεται η μέχρι σήμερα σιγουριά πολλών. Η έλλειψη προετοιμασίας για τη νέα κρίση θα κοστίσει πολύ. Ήταν ο ελέφαντας στο δωμάτιο και κάναμε ότι δεν τον βλέπαμε – γιατί δεν θέλαμε να τον δούμε. Οι εξελίξεις, όμως, δεν επιτρέπουν πλέον ούτε την αφέλεια, ούτε την εθελοτυφλία, ούτε το κατά συνθήκη ψεύδος.

Δεν υπάρχει επιστροφή στην κανονικότητα

Η ελληνική κυβέρνηση υποχρεώνεται τώρα να αναθεωρήσει (ελπίζω εκ των βάθρων) τον προϋπολογισμό. Να επεκτείνει – με άγνωστη πλέον λήξη — τα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Κι αυτό καλείται να το κάνει εγκαταλείποντας την λογική της γρήγορης επιστροφής στην κανονικότητα. Διότι η επιστροφή ούτε γρήγορη θα είναι ούτε στην κανονικότητα θα είναι.

Παράδειγμα: σύμφωνα με διεθνείς μελέτες πάνω από το 1/3 των θέσεων εργασίας που σήμερα επιδοτούνται δεν θα υπάρχει όταν ανοίξει ξανά η οικονομία. Κάποια στιγμή, όχι στο άμεσο μέλλον, η χώρα θα εγκλωβιστεί σε μία νέα οικονομική πραγματικότητα.

Θα υπάρχει νέο οικονομικό τοπίο

Το οικονομικό τοπίο θα χαρακτηρίζεται από:

• Εξαιρετικά υψηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, καθώς οι κεντρικές τράπεζες τυπώνουν χρήμα για να απορροφήσουν το δημόσιο χρέος.

• Υψηλό ρυθμό αποταμίευσης, καθώς άτομα και εταιρείες αποταμιεύουν ως μέσο προφύλαξης κατά της αβεβαιότητας

• Αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας, που συνεπάγεται συσσώρευση μεγαλύτερου πλούτου σε κέντρα που αναλογικά με το εισόδημα τους αποταμιεύουν πολύ περισσότερο σε σύγκριση με τις χαμηλές εισοδηματικές τάξεις

• Ευμετάβλητη αγορά εργασίας, και λόγω κορονοϊού και λόγω της ψηφιοποίησης, με την ανεργία να συγκρατείται σε υψηλά επίπεδα

• Την παγίδευση, ως εκ τούτου, των επιτοκίων σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, και, ταυτόχρονα,

• Την διατήρηση των τιμών των αξιών (ομολόγων, μετοχών, σπιτιών) σε υψηλά επίπεδα.

• Στη βάση αυτή η χρηματιστηριακή-χρηματοπιστωτική οικονομία θα παραμείνει αποδεσμευμένη από την πραγματική, με αποτέλεσμα

• Την χειροτέρευση των ανισοτήτων κάθε μορφής, γεγονός που θα δημιουργήσει νέες πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις, ενώ θεσμοί της δημοκρατίας θα αμφισβητηθούν

• Την επιβράδυνση, αλλά όχι την ανατροπή, της παγκοσμιοποίησης, καθώς σε αρκετούς τομείς θα επιδιωχθεί η δημιουργία βραχύτερων αλυσίδων εφοδιασμού και σε ακόμη λιγότερες η ανάδειξη εθνικών πρωταθλητών
• Την ταχύτατη επέκταση της 4ης τεχνολογικής επανάστασης, με αποτέλεσμα την μείωση του ανταγωνισμού και την περαιτέρω άνοδο τη ανεργίας.

Η διαχείριση του αύριο

Είναι γεγονός ότι οι οικονομολόγοι δεν γνωρίζουν πως θα διαχειριστούν αυτό το τοπίο. Προς το παρόν, όπως έγραψα πριν από λίγες ημέρες, η τακτική είναι να αντιμετωπιστεί η κρίση σήμερα — με ότι μέσα υπάρχουν. Κατά μία έννοια με όποιο κόστος.

Τρία είναι τα σημεία που μπορούν να δώσουν ενδείξεις για την καλύτερη διαχείριση του αύριο.

– Πρώτο, από την στιγμή που οι κεντρικές τράπεζες έχουν χάσει την δυνατότητα να επηρεάζουν την οικονομία μέσω των αλλαγών στα βραχυχρόνια επιτόκια, η ανάκαμψη υποχρεωτικά θα προέλθει από την δημοσιονομική πολιτική. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Κeynes πάλι δικαιώθηκε. Ανάλογα πρέπει να προσαρμοστεί η δημοσιονομική πολιτική και το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων.

– Δεύτερο, εφόσον πολλές δουλειές θα χαθούν, οπότε και η βαρύτητα του κάθε κλάδου στην εθνική οικονομία θα αλλάξει, είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις όπου η αγορά θα είναι σε θέση να αποφασίσει για την κατανομή των πόρων, με την κρατική εποπτεία να ασκείται ώστε να διασφαλιστεί ο ανταγωνισμός και την κρατική παρέμβαση να επικεντρώνεται στον εκσυγχρονισμό των υποδομών αλλά έχοντας κατά νου ότι θα πρέπει να υπηρετούν και την παραγωγή – όχι μόνο την κατανάλωση όπως γίνεται σήμερα.

– Τρίτο, την άμεση προτεραιότητα στην εκπαίδευση, την μετεκπαίδευση και την δια βίου μάθηση, καθώς μόνο με τις γνώσεις θα διασφαλίζεται η εργασία, θα αποφεύγεται η διόγκωση των μόνιμα άνεργων και θα περιορίζονται οι κοινωνικές εντάσεις και οι πολιτικές ακρότητες.

Επιδοτήσεις για την ανεργία, όχι την παρούσα εργασία

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, η αύξηση του δημοσίου χρέους δεν θα πρέπει να μας απασχολεί πλέον. ‘Όλα τα κράτη θα βρεθούν περίπου στην ίδια μοίρα. Αυτό που έχει σημασία είναι να μην δίνονται χρήματα στην αγορά αξιών — διότι τότε οι τιμές τους θα συνεχίζουν να αυξάνονται, η τάση αποταμίευσης θα συνεχίζει να εντείνεται και τα λάθη του 2008 θα επαναληφθούν. Πολύ απλά, το νέο χρήμα οφείλει να κατευθύνεται στην πραγματική οικονομία, στην καινοτομία και στην εκμετάλλευση νέων επιχειρηματικών ευκαιριών.

Στη βάση αυτή η συνεχιζόμενη επιδότηση των θέσεων εργασίας και όχι της ανεργίας υπονομεύει το μέλλον – την οικονομική προοπτική και την πολιτική σταθερότητα.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.