Με πενήντα ένα χρόνια δημοσιογραφίας πίσω του, τα δε τριανταεπτά από αυτά αφιερωμένα κατά μεγάλο μέρος στις επιχειρήσεις και τους επιχειρηματίες, γιατί ένας δημοσιογράφος αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο για τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο –κορυφαίο Έλληνα επιχειρηματία, άνθρωπο της τέχνης και για οκτώ χρόνια πρόεδρο των Ελλήνων εργοδοτών; 

Ο ίδιος ο συγγραφέας αφηγείται:

Από την εποχή της προεδρίας του Γιώργου Δράκου, το 1963, στον τότε Σύνδεσμο Ελλήνων Βιομηχάνων, και με εξαίρεση την περίοδο 1967-1977, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω όλους τους προέδρους του ΣΕΒ. Άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο. Μπορώ έτσι να πω ότι γνωρίζω τον Σύνδεσμο πολύ καλά, έχοντας πάντα αποφύγει την όποια ανάμειξη στις εσωτερικές του διεργασίες και λειτουργίες. Υπήρξα επίσης από τους λίγους δημοσιογράφους που τον Μάϊο του 1979 κάλυψα την πρώτη ανοικτή συνεδρίαση του Συνδέσμου από την ίδρυσή του το 1907, την οποία κλήθηκαν να παρακολουθήσουν πολιτικοί και δημοσιογράφοι.

Ήταν μία ρηξικέλευθη πρωτοβουλία του τότε προέδρου του ΣΕΒ Δημήτρη Κυριαζή, ο οποίος ήθελε να αναδείξει το όνομα της ελληνικής βιομηχανίας στην Ευρώπη και τους δημοκρατικούς θεσμούς της. Τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια, έτσι, οι γενικές συνελεύσεις του ΣΕΒ –που από Σύνδεσμος Ελλήνων Βιομηχάνων έγινε Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών και σήμερα ονομάζεται Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών– αποτελούν ένα από τα κορυφαία γεγονότα της χρονιάς, στην διάρκεια των οποίων αποτυπώνονται τα αιτήματα της ελληνικής επιχειρηματικής τάξης προς την κυβέρνηση, αλλά και οι απαντήσεις της τελευταίας στην επιχειρηματική κοινότητα.

Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, παρά το διευρυμένο διοικητικό του συμβούλιο, ο Σύνδεσμος κατά κανόνα ταυτίζεται με τους εκάστοτε προέδρους του, οι οποίοι με την προσωπικότητά τους σμιλεύουν και την φυσιογνωμία του. Όχι χωρίς να προσδίδουν σε αυτήν και εκείνο το προσωπικό, ιδιαίτερα ανθρώπινο στοιχείο το οποίο τελικά διαμορφώνει και την υπόσταση του Συνδέσμου.

Στην βάση, λοιπόν, αυτής της λογικής, η οκταετής παρουσία του Δημήτρη Δασκαλόπουλου στην προεδρία του ΣΕΒ, κατά την εκτίμησή μου και για τους λόγους που παρατίθενται στο πόνημα αυτό, αποτελεί σταθμό στην υπερεκατονταετή πορεία του.

Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος δεν ανέλαβε την προεδρία του ΣΕΒ σε μία τυχαία περίοδο. Κατ’ αρχήν, ανέβηκε στον προεδρικό θώκο έναν χρόνο πριν ο Σύνδεσμος συμπληρώσει τα εκατό χρόνια από την ίδρυσή του, στις 29 Ιανουαρίου 1907. Την ίδια εποχή, η ελληνική βιομηχανία βίωνε μία πολλαπλή αλλά μη ορατή κρίση, η οποία είχε και σαφέστατες κοινωνικές προεκτάσεις. Παρά το γεγονός ότι οι ψυχροί αριθμοί έδειχναν να είναι αισιόδοξοι, η ελληνική μεταποίηση αντιμετώπιζε σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα που μόνον αβεβαιότητα θα προκαλούσαν σε έναν σοβαρό παρατηρητή. Με σχεδόν ανύπαρκτη εξωστρέφεια, χαμηλή ανταγωνιστικότητα, υψηλό κόστος λειτουργίας, σοβαρά γραφειοκρατικά εμπόδια και υποτυπώδη καινοτομική ροπή, η εγχώρια μεταποίηση πολύ δύσκολα θα αντιμετώπιζε τις εξελίξεις σε ένα γρήγορα μεταβαλλόμενο διεθνή καταμερισμό της εργασίας.

Ως επιχειρηματίας, αλλά και ως πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ) την περίοδο 1999-2006, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος τα γνώριζε όλα αυτά, όπως επίσης έβλεπε την μεγάλη ταχύτητα με την οποία η χρηματοοικονομία έπαιρνε πλέον το πάνω χέρι έναντι της πραγματικής οικονομίας.

Επίσης, πολύ πριν αναλάβει προεδρικά καθήκοντα στον ΣΕΒ, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, σε μακρά συνομιλία που είχαμε το καλοκαίρι του 2004, υποστήριζε προφητικά ότι η είσοδος της Ελλάδας στην ευρωζώνη, αν και θετική, έγινε με τρόπο που έκρυβε πολλούς κινδύνους. Και ο μεγαλύτερος, κατά την άποψή του, ήταν η παντελής έλλειψη γενναίων μεταρρυθμίσεων και άρα ρηξικέλευθων αλλαγών, ικανών να δώσουν μιαν άλλη δυναμική στην οικονομία και στις λειτουργίες του παραγωγικού ιστού της χώρας. «Για χώρες με χαμηλή ανταγωνιστικότητα όπως η Ελλάδα», μάς έλεγε το 2004 ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «η είσοδός τους σε νομισματικές ενώσεις όπου συμμετέχουν κράτη με ισχυρή παραγωγική βάση μπορεί να έχει δραματικές επιπτώσεις αν δεν γίνουν γρήγορα σοβαρές μεταρρυθμίσεις, ενισχυτικές της εξωστρέφειας». Σήμερα, η τότε πρόβλεψη του μετέπειτα προέδρου του ΣΕΒ επαληθεύεται καθημερινά, με δραματικό τρόπο.

Θα προσθέταμε δε ότι η είσοδός μας στην ευρωζώνη έγινε με ανεπαρκή υποτίμηση της δραχμής έναντι του ευρώ και έτσι, αντί η χώρα να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της ώστε να πετύχει αυτοτροφοδοτούμενη ανάπτυξη με ενίσχυση του εγχώριου παραγωγικού της ιστού, στήριξε την «ευημερία» της στον δανεισμό και την υπερκατανάλωση. Την ίδια στιγμή, η είσοδος στην ευρωζώνη αναιρούσε από τον μηχανισμό της αγοράς τον ρόλο «τιμωρού» για τις ανισορροπίες στην οικονομία και την ανεπάρκεια της οικονομικής πολιτικής και, με τον τρόπο αυτόν, μετέτρεπε τις οικονομικές αδυναμίες του παρελθόντος σε ανισορροπίες νέου τύπου, που σωρεύονται χωρίς να γίνονται άμεσα αντιληπτές. Ενώ, λοιπόν, με την κάλυψη του ισχυρού ενιαίου νομίσματος και σε περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων υπήρχε χρόνος για σοβαρές μεταρρυθμίσεις, στην χώρα μας τίποτε από όλα αυτά δεν απασχολούσε τις διάφορες πολιτικές και άλλες ελίτ.

Γνωρίζοντας την κατάσταση αυτή, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος έκανε δύο πολύ σοβαρές κινήσεις. Πρώτον, το 2007 πούλησε, όσο ήταν καιρός και έναντι αδρού τιμήματος, μία βιομηχανική οντότητα που ο ίδιος είχε οδηγήσει στα ύψη και που μέχρι τότε ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της ελληνικής βιομηχανίας ειδών διατροφής. Δεύτερον, απαλλαγμένος από καταπιεστικές επαγγελματικές υποχρεώσεις και έχοντας αναλάβει από τον Μάϊο του 2006 τα ηνία του ΣΕΒ, φιλοδοξούσε να παίξει ουσιαστικό μεταρρυθμιστικό ρόλο στην δημόσια ζωή της χώρας, όχι μόνον σε θεσμικό αλλά και σε πνευματικό επίπεδο.

Στην προσπάθειά του αυτή, ο επί οκταετία πρόεδρος του ΣΕΒ βρέθηκε, πριν απ’ όλα, αντιμέτωπος με την πιο βαθειά, κρίσιμη και διαβρωτική κρίση που γνώρισε και βιώνει η Ελλάδα από την Μικρασιατική Καταστροφή και μετά. Μία κρίση που δεν είναι μόνον οικονομική. Είναι ταυτοχρόνως βαθύτατα πνευματική, πολιτική και κοινωνική –και ως τέτοια φέρνει στο προσκήνιο και όλα τα κουσούρια μιας κοινωνίας που είναι προβληματική. Συμβαίνει δε η κρίση αυτή σε μία εποχή ριζικών μετασχηματισμών στο διεθνές περιβάλλον τους οποίους οι ελληνικές ελίτ αρνούνται να δουν και άρα να προσπαθήσουν να καταλάβουν.

Οφείλω να ομολογήσω ότι, στο επίπεδο αυτό, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος μού δίνει εδώ και χρόνια την αίσθηση ότι είναι άνθρωπος του πράττειν με την Ηρακλείτεια έννοια του όρου: «Τω ουν τόξω όνομα βίος, έργω δε θάνατος», αποφαίνεται ο Ηράκλειτος. Που σημαίνει ότι το έργο είναι ο «θάνατος», δηλαδή το τέλος ή το αποτέλεσμα της πράξης. Ο δε αληθής βίος είναι τόξο και η σκόπευσή του αποτελεί πρόθεση και αέναο προσπάθεια για έργο και δημιουργία. Αν στην ηρακλείτειο αυτή αντίληψη προσθέσουμε και το περίφημο «τα πάντα ρει», τότε μπορεί να καταλάβει κανείς πώς σκέπτεται ένας άνθρωπος της δράσης, που έχει την δύναμη να ελπίζει…

Με άλλα λόγια, είχα και έχω την αίσθηση ότι ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, σε αντίθεση με πολύ κόσμο που αρνείται την ανάληψη ευθυνών και άρα ψάχνει για αποδιοπομπαίους τράγους, αποδέχεται την ιστορικότητα του Είναι του και, σαν τον Ηράκλειτο, πιστεύει ότι η πραγματικότητα είναι ένα αίνιγμα. Ταυτοχρόνως, όμως, εφ’ όσον ελπίζει, πιστεύει πως το αίνιγμα μπορεί να γίνει κατανοητό και άρα το κλειδί για την επίλυσή του βρίσκεται στην ανακάλυψη νέων και διαφορετικών τρόπων σκέψης. Γι αυτή την αναζήτηση ο Ηράκλειτος πίστευε πως ήταν απαραίτητο να προχωρεί κανείς πέρα από την επιφάνεια της πραγματικότητας και να διεισδύει στην δομή που κρύβεται από κάτω. Κατά την άποψή του, «εν το σοφόν· επίστασθαι γνώμην οτεη εκυβέρνησε πάντα δια πάντων».

Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος έτσι, με την παρουσία του στο επιχειρηματικό και οικονομικό γίγνεσθαι της χώρας αποσκοπούσε –και, προφανώς, αποσκοπεί– να μάς αποσπάσει από τα συνηθισμένα στερεότυπα σκέψης, ώστε να μπορέσουμε να δούμε τις πράξεις και το αύριο κάτω από διαφορετικό πρίσμα. Τις διαστάσεις αυτής του της προσπάθειας από την ηγεσία του ΣΕΒ επιδιώκει να καταγράψει το βιβλίο αυτό, το οποίο βέβαια θα παραμείνει ανοικτό…Καθ’ όσον, οι άνθρωποι της δράσης ελπίζουν πάντα να πετύχουν το ανέλπιστο.

Ας σημειωθεί, επίσης, ότι το βιβλίο προλογίζουν οι δημοσιογράφοι Αντώνης Κεφαλάς και Αλέξανδρος Βέλιος, στενοί συνεργάτες του πρώην προέδρου του ΣΕΒ καθ’ όλη την διάρκεια της θητείας του.

Τέλος, σε ειδική εκδήλωση στον Ιανό, το βιβλίο παρουσίασαν οι κ.κ. Κων. Λαμπρινόπουλος, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων (ΕΕΔΕ), Κων. Μελάς, οικονομολόγος, Αν. Ανδριανόπουλος, πρώην υπουργός, και Αλ. Βέλιος, δημοσιογράφος.

Previous articleΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ ΓΙΑ ΔΑΚΡΥΑ!
Next articleΑΠΟ GOOGLE σε GULAG?
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας. Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc. Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.