Ο Ανδρέας Καρακώστας φοβάται για τον Covid 19. Και δεν το κρύβει. Το λέει απερίφραστα. Γιατί όπως λέει: “Τούτη την ώρα, μας αρέσει δεν μας αρέσει, ο αγώνας είναι σε εξέλιξη. Κι εμείς στο ζέσταμα, λογάδες πληγωμένοι, χωρίς ιδέες, χωρίς διάθεση… Γι’ αυτό φοβάμαι!”. Εσύ δεν φοβάσαι;


Σκέφτομαι πως μπορεί και να’ναι η στιγμή. Μπορεί και όχι, αλλά έτσι είναι που νομίζω. Και πως μπορεί γνώριμα χρώματα, θέσφατα κι εικόνες, να πάψουν σε μια στιγμή να είναι. Από σπόντα ή κι επιλογή. Γιατί, σκέφτομαι και, η μη επιλογή, επιλογή είναι… Και η απραξία, πράξη είναι…

Μάθαμε να ισορροπούμε στο γνώριμο και σε μια σειρά από θέλω, βαριεστημένα. Και το κάναμε πανταχόθεν και παντοιοτρόπως βαλλόμενοι, ισορροπώντας νωχελικά κι αδιάφοροι σε αλήθειες που είναι εδώ, που πάντα ήταν. Κι αν κάποιοι κάποτε επιχείρησαν και να τις πουν, γραφικούς τους είπαν. Λίγους, στον κόσμο τους. Μα, αυτός είναι ο κόσμος μας σκέφτομαι. Έτοιμος να κάνει μια και να καταρρεύσει. Να συνθλιβεί στις βεβαιότητες και στην αχλή, στην καταχνιά του…

Φοβάμαι τούτες τις μέρες. Φοβάμαι πολύ. Για μένα, τους άλλους. Όλους εμάς τους εκούσιους κι ακούσιους. Της πράξης και της απραξίας. Του πολύ και το λίγο. Του ελάχιστου και του ονείρου. Γιατί, σκέφτομαι, και το όνειρο εδώ είναι. Μόνο που θέλει κόπο κι ιδρώτα. Στ’ αλήθεια. Με τόλμη κι ειλικρίνεια.

Τη ματιά μας είναι που φοβάμαι. Την ματιά και τις συχνά εύπεπτες ερμηνείες της. Εκείνες τις βολικές που λέγονται με βεβαιότητα και στόμφο πολλή σε πρώτο ενικό. Τις… στερούμενες περιεχομένου. Της αποσπασματικής ανάγνωσης, των δοξασιών, του εφήμερου.

Για αυτό φοβάμαι τον Covid 19

Πρώτα η πολυετής οικονομική κρίση, μετά ο Covid-19, ύστερα η Τουρκία και μαζί η νέα κρίση χρέους που άρχισαν να σιγοψιθυρίζουν, ενός τραπεζικού συστήματος που θέλησε να ρεφάρει πάνω στα πτώματα της ιδιότυπης βουλιμικής πραγματικότητας που το ίδιο επέβαλε για να επιβληθεί. Θα μπορούσε να ’χε και πλάκα όλο αυτό, αν αντιληφθείς το μέγεθος του τίποτα. Του αίολου και του λίγου.

Γιατί, σκέφτομαι, κοντά είν’ τα ποδάρια του και φαίνεται, κάθε μέρα που περνάει, κάθε γαμημένο λεπτό του χρόνου που φεύγει, αφήνοντας πίσω του κουφάρια. Είτε αυτά στριμώχνονται σε κάποιον καταψύκτη έξω από νοσοκομεία, είτε κρύβονται στην γωνιά τους, περιμένοντας τον επόμενο γύρο. Την επόμενη δανεική ανάσα. Την πίστωση. Κουφάρια είναι, άψυχα, κι έτσι θα φύγουν. Σαν να μην πέρασαν ποτέ. Μάζα κι όχλος βολεψάκηδων που κάηκαν στο ζέσταμα. Που δεν έπαιξαν ποτέ, δεν πρόλαβαν να ιδρώσουν, δεν πρόκαμαν να πατήσουν στο χορτάρι καν. Πώς να κερδίσουν; Γίνεται μωρέ κιοτήδες; Όχι δεν γίνεται. Δεν μπορείς εσαεί ν’ αναζητάς την… «αόρατον αρχήν». Τον άλλο που θα σε γλυτώσει… Που θα «καθαρίσει» για σένα χωρίς εσένα.

Τούτη την ώρα, μας αρέσει δεν μας αρέσει, ο αγώνας είναι σε εξέλιξη. Κι εμείς στο ζέσταμα, λογάδες πληγωμένοι, χωρίς ιδέες, χωρίς διάθεση… Γι’ αυτό φοβάμαι!

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.